Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Ελλάδα αν και συμμετέχει στον οικονομικό κολοσσό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει διαχειριστεί με τον χειρότερο δυνατό τρόπο την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και της πορεία προς τον ανταγωνισμό. Μέσα από την κατασπατάληση των κοινοτικών επιδοτήσεων που στόχο είχαν η Ελλάδα να συγκλίνει και όχι να αποκλίνει από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ έχουν αφήσει την οικονομική ανάπτυξη χωρίς όραμα, στόχους και στρατηγική. Ωστόσο σήμερα που η Ευρώπη αλλάζει μορφή, και η διεύρυνση της Ένωσης αποτελεί τον πρώτο στρατηγικό στόχο, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη να αναπροσαρμόσουμε την στρατηγική και τους στόχους μας. Έχει επισημανθεί κατά κόρον ότι το καθεστώς των αθρόων κοινοτικών χορηγήσεων και επιχορηγήσεων φθάνει το 2006 για την χώρα μας στο τέλος του. Αν δεν είναι ήδη αργά τότε βρισκόμαστε στο παρά πέντε προκειμένου να αναζητήσουμε τις δυνάμεις εκείνες που θα στηρίξουν στο μέλλον αποτελεσματικά την Ελληνική οικονομία και θα δώσουν την ώθηση για μια πραγματική ανάπτυξη. Υπ’ αριθμόν ένα προτεραιότητα οφείλει να είναι η συστηματική τόνωση της επιχειρηματικότητας. Οι Έλληνες κατάφεραν να κυριαρχήσουν στον τομέα της ναυτιλίας στον οποία η αγριότητα του ανταγωνισμού και η αμεσότητα της παγκοσμιοποίησης χτύπησε πρώτα. Πολύ πριν εμείς μιλήσουμε για ανταγωνισμό οι έλληνες εφοπλιστές τον κατακτούσαν στα λιμάνια του κόσμου. Αυτήν την ενεργητικότητα και εμπειρία δεν πρέπει να συνεχίζουμε να παραβλέπουμε. Οφείλουμε να την επανεισαγάγουμε. Πρέπει να καταστήσουμε το Πειραιά ένα διεθνές ναυτιλιακό επιχειρηματικό κέντρο. Είναι αδιανόητο για την μεγαλύτερη ναυτική χώρα στον κόσμο η έδρα των περισσοτέρων ελληνόκτητων επιχειρήσεων να βρίσκεται εκτός Ελλάδας. Οι δυνατότητες που υπάρχουν για την επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου δεν φαίνεται να έχουν κατανοηθεί από την Ελληνική πολιτεία καθώς επί σειρά ετών αγνοήθηκε η ανάγκη διατήρησης της πρωτοκαθεδρίας της Ελληνικής Ναυτιλίας και η πλήρης διασύνδεση της με την παραγωγική διαδικασία. Αδιάψευστο στοιχείο για τα παραπάνω είναι το γεγονός ότι η Νορβηγική ναυτιλία που κατέχει μόλις το 9% του παγκόσμιου στόλου (έναντι 19% της Ελληνικής) παράγει το 9% του Νορβηγικού ΑΕΠ. Όσο και αν φαίνεται παράδοξο για την Ελληνική Ναυτιλία δεν υπάρχουν ανάλογα στοιχεία από τις αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες!!! Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν συγκεντρώσει και αναλύσει οι εμπλεκόμενοι φορείς η συμβολή της ποντοπόρου αλλά και της ακτοπλοΐας στο ΑΕΠ δεν ξεπερνάει το 1%. Για να επιτευχθεί αυτό πρώτα απ’ όλα οφείλουμε να διαμορφώσουμε ένα ασφαλές και σταθερό φορολογικό καθεστώς. Η φοροαπαλλαγή της ναυτιλιακής δραστηριότητας πρέπει να είναι πλήρης, σταθερή και αποτελεσματική. Σήμερα που στη Μεγάλη Βρετανία εντείνονται οι επιθέσεις στους Έλληνες εφοπλιστές, που δίνουν με την εκεί παρουσία τους όχι μόνο μεγάλα οικονομικά οφέλη αλλά και κοινωνικοπολιτισμικά με την πολυποίκιλη δράση τους, ο Πειραιάς πρέπει να τους προσφέρει την ασφάλεια των συναλλαγών που αναζητούν. Αντί να μετακομίσουν στην ¶πω Ανατολή που με ισχυρά πλαίσια τους διεκδικεί η Ελλάδα πρέπει να τους κάνει την καλύτερη και πλέόν αξιόπιστη προσφορά. Όμως δεν αρκεί μόνο αυτό. Για την ανατροπή αυτής της οδυνηρής κατάστασης που αυτόματα θα δώσει πνοή και οικονομική δύναμη στο μεγαλύτερο λιμάνι της Μεσογείου απαιτείται μια συνδυασμένη πολιτική για την προσέλκυση των νέων στο Ναυτικό επάγγελμα με την πλήρη αναμόρφωση της Ναυτικής Εκπαίδευσης, την ανταγωνιστικότητα του Ελληνικού πλοίου και την ανάληψη πρωτοβουλιών που θα κάνουν την χώρα μας να πρωτοστατεί στις σχετικές κοινοτικές διαδικασίες όπως για παράδειγμα με την εγκατάσταση στον Πειραιά του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια της Ναυσιπλοΐας (EMSA). Και μόνο το γεγονός ότι τα Ελληνικών συμφερόντων πλοία αποτελούν το 43% του κοινοτικού στόλου αποτελεί ένα πρόσθετο στοιχείο προκειμένου η χώρα μας να ενισχύσει τις προσπάθειες της σε ότι αφορά την χάραξη της κοινοτικής πολιτικής για τις θαλάσσιες μεταφορές αλλά και να διεκδικήσει όσα δικαιωματικά της ανήκουν. Παράλληλα απαιτείται η λήψη μέτρων που θα συμβάλλουν στην δημιουργία θέσεων υψηλής αξίας στη στεριά, που σχετίζονται με τις ναυλώσεις, ασφάλειες, νομικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες κ.λ.π. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ριζική αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος μέσα από την απελευθέρωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για την οποία η Ν.Δ έχει παρουσιάσει συγκεκριμένες προτάσεις. Επίσης η λήψη μέτρων για την άρση όλων των γραφειοκρατικών εμποδίων που αντιμετωπίζουν πολλοί ναυτιλιακοί κλάδοι είναι ανάλογα αναγκαία. Τέλος ο Πειραιάς και οι γύρω δήμοι οφείλουν να βρίσκονται σε μια διαδικασία διαρκούς προσαρμογής με τις εξελίξεις στις τεχνολογικές και τηλεπικοινωνιακές υποδομές. Οι σύγχρονες τεχνολογικές υποδομές (facilities) επιβάλλεται να συνδυαστούν με μια πολιτική ανάπτυξης και των υπολοίπων υποδομών στον Πειραιά. Η εθνική υπόθεση της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων και ο ξεχωριστός ρόλος που έχει σε αυτήν το πρώτο λιμάνι της χώρας αδιαμφισβήτητα αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία. Ωστόσο οι καθυστερήσεις που έχουν παρατηρηθεί αλλά και η λογική ότι οι όποιες παρεμβάσεις έχουν ημερομηνία λήξης την ημέρα της έναρξης των αγώνων είναι δυο στοιχεία που πρέπει να ανατραπούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι αν και απομένουν σχεδόν δύο χρόνια για τους αγώνες τα έργα για την ανάπλαση της περιοχής δεν έχουν ξεκινήσει ενώ μέχρι και πριν από λίγες ημέρες δεν είχαν ολοκληρωθεί οι συζητήσεις με τον Αθήνα 2004 για το συνολικό Master Plan του Πειραιά καθώς σε αυτόν τον διάλογο συμμετέχουν περίπου 25 φορείς και υπουργεία!!! Τέλος ο εκσυγχρονισμός των λειτουργιών του ΟΛΠ που πρέπει να πάψει να παίζει το φτωχό συγγενή των μεσογειακών λιμανιών αλλά πρέπει μέσα από τον εκσυγχρονισμό του να προσφέρει φθηνές και αποτελεσματικές υπηρεσίες. Η αναμόρφωση της λειτουργίας σε συνδυασμό με την τόνωση της ναυπηγοεπισκευής οφείλουν να σηματοδοτήσουν μία νέα άνοιξη στην ευρύτερη Πειραϊκή που σήμερα την μαστίζει η ανεργία και η υποβάθμιση. Ο Πειραιάς σαν διεθνές κέντρο ναυτιλιακών υπηρεσιών θα πρέπει να προσφέρει αποτελεσματικές και φθηνές υπηρεσίες στα πλαίσια όμως της κοινωνικής προστασίας και με στόχο την ανάπτυξη. Το βάθρο και η αφετηρία αυτής της πολιτικής που θα οδηγήσει στον Πειραιά τα φώτα της παγκόσμιας ναυτιλιακής κοινότητας είναι η εμπιστοσύνη και η διαρκής συνεργασία με το σύνολο των εκπροσώπων της ναυτιλίας, η σταθερότητα του θεσμικού πλαισίου, η αυτοτέλεια του ΥΕΝ με την ταυτόχρονη ενίσχυση των υπηρεσιών του και βέβαια η αποφυγή λήψης αποφάσεων που αφορούν αυτόν τον ευαίσθητο κλάδο από άλλα υπουργεία που στο παρελθόν είχε ως αποτέλεσμα να κλονίσουν την πίστη του εφοπλιστικού κλάδου.