Η αυγή του 21ου αιώνα βρίσκει την χώρα μας να συμμετέχει στον οικονομικό κολοσσό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η θέση μας αυτή είναι γνωστό ότι οφείλεται πρωτίστως σε πολιτικές επιλογές του παρελθόντος στις οποίες το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας διαδραμάτισε έναν καταλυτικό ρόλο. Είκοσι και πλέον χρόνια μετά την είσοδο της Ελλάδας στην Ε.Ε. σε ότι αφορά τις οικονομικές επιδόσεις η χώρα μας αντιμετωπίζει έντονα διαρθρωτικά προβλήματα, στρεβλώσεις, χαμηλή παραγωγικότητα, γραφειοκρατικά εμπόδια κτλ. Παρά την είσοδο της χώρας μας στην ζώνη του Ευρώ το ζητούμενο για την πραγματική σύγκλιση με τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές οικονομίες εξακολουθεί να παραμένει και θα διαιωνίζεται όσο απουσιάζουν οι πολιτικές και στρατηγικές εκείνες που θα ενεργοποιήσουν και πάλι τις υγιείς δυνάμεις και δραστηριότητες του τόπου μας. Μέσα στο σημερινό θολό οικονομικό τοπίο το οποίο χαρακτηρίζεται όχι μόνο από την πτώση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων αλλά και από την ανεργία, την μείωση της ανταγωνιστικότητας των Ελληνικών προϊόντων και την σταθερή πτώση της βιομηχανικής παραγωγής είναι επιτακτική ανάγκη να στραφούμε στις παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν την ατμομηχανή της ανάπτυξης και στην πραγματική αναβάθμιση του στρατηγικού ρόλου της χώρας μας στην Ενωμένη Ευρώπη. Μια τέτοια δύναμη είναι η Ελληνόκτητη Ναυτιλία η οποία παρά την αρνητική διεθνή συγκυρία ανταποκρίνεται στις ολοένα και εντεινόμενες ανταγωνιστικές συνθήκες και αποτελεί ένα σπάνιο εθνικό κεφάλαιο με οικονομικό κοινωνικό και εθνικό αντίκρισμα. Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της αποτελεί μονόδρομο και η Νέα Δημοκρατία με συγκεκριμένες θέσεις και απόψεις στοχεύει σε ισχυρή εθνική Ναυτιλία και στην σύνδεση της με την Εθνική οικονομία. Το μέγεθος της αδιαφορίας που έχουν επιδείξει οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών και τα πολλαπλά προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί από τις αγκυλώσεις και την έλλειψη πολιτικής βούλησης για την αναζωογόνηση του κλάδου, το απεκάλυψε πρόσφατα ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας με την φράση που χρησιμοποίησε στους εκπροσώπους των εταιριών λέγοντας ότι αυτό το ραντεβού άργησε 20 χρόνια. Παρά τα λάθη και τις παραλείψεις οι εισροές ναυτιλιακού συναλλάγματος έφθασαν το 2001 τα 7,8 δισεκατομμύρια δολάρια, οι εκροές προς το εξωτερικό κυμάνθηκαν στα 4 δισ. δολ με αποτέλεσμα οι καθαρές συναλλαγματικές εισπράξεις να φτάνουν τα 3 δισ. δολάρια. Το αποτέλεσμα αυτό δείχνει ξεκάθαρα τις προκλήσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκριθούμε. Δυο από τους πλέον κρίσιμους τομείς για την επίτευξη των συγκεκριμένων στόχων είναι η πολιτική για την προσέλκυση των νέων στο Ναυτικό επάγγελμα με την πλήρη αναμόρφωση της Ναυτικής Εκπαίδευσης και η ανταγωνιστικότητα του Ελληνικού πλοίου. Για τον πρώτο, το κόμμα μας δεσμεύεται μεταξύ άλλων να προωθήσει συνδυασμένες πολιτικές που θα στρέψουν το ενδιαφέρον των νέων στη θάλασσα καταδεικνύοντας τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται, την εξέλιξη του ναυτικού επαγγέλματος σε ότι αφορά τις συνθήκες διαβίωσης κ.α. Αυτή η προσπάθεια θα συνδυαστεί επίσης με: Κατάργηση της φορολογίας των ναυτικών και επαναφορά του καθεστώτος του αφορολόγητου. Εκκίνηση της σταδιοδρομίας του επίδοξου Πλοιάρχου και Μηχανικού του Ε.Ν στην μικρότερη δυνατή ηλικία. Αναγνώριση της λειτουργίας της ιδιωτικής ναυτικής εκπαίδευσης. Αναβάθμιση των ΚΕΣΕΝ από Κέντρα Επιμόρφωσης σε Κέντρα Εκπαίδευσης. Αναμόρφωση του συστήματος πρόσληψης και εξέλιξης του διδακτικού προσωπικού των ΑΕΝ. Αναβάθμιση της υλικοτεχνικής υποδομής των ΑΕΝ με την χρήση κοινοτικών πόρων. Σωστή εκμετάλλευση των δυνατοτήτων της πληροφορικής. Συστηματική εφαρμογή όλων των συστημάτων Ανοικτής και εξ’ αποστάσεως Εκπαίδευσης. Αναγνώριση του καταληκτικού διπλώματος Πλοιάρχου ή Μηχανικού Α’ Τάξεως ως τίτλου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ΑΕΙ) και την επαναλειτουργία των Ναυτικών Λυκείων σε περιοχές που παραδοσιακά έχουν σχέση με την Ναυτιλία αλλά και στις περιοχές που μαστίζονται από την ανεργία. Όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα του Ελληνικού πλοίου είναι ώριμες πλέον οι συνθήκες να εγκαταλείψουμε τις λογικές του πολιτικού κόστους που τραυμάτισαν της Ελληνική Ναυτιλία και έσπρωξαν τα Ελληνόκτητα πλοία σε ξένα νηολόγια. Στόχος μας δεν είναι να καταστήσουμε την Ελληνική σημαία, ως μια ακόμη σημαία ευκαιρίας. Οφείλουμε να παραδεχθούμε όλοι ότι ο Ελληνόκτητος στόλος που δείχνει ακόμα και τώρα στις πλέον αντίξοες συνθήκες την δυναμικότητα και την ζωτικότητα του ότι δεν είναι δυνατόν να επιστρέψει χωρίς την καλή και πλήρη διάθεση του κράτους. Γι’ αυτό απαιτείται η περαιτέρω μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων και η αναμόρφωση του παράλογου συστήματος των ναυτικών συνθέσεων που είχε ως αποτέλεσμα με την εγκατάλειψη της Ελληνικής σημαίας να χαθούν πολύ περισσότερες θέσεις από αυτές που υποτίθεται ότι διασφαλίζαμε. Η ναυτιλιακή πολιτική της Νέας Δημοκρατίας εστιάζεται αλλά δεν περιορίζεται στα θέματα της Ναυτικής Εκπαίδευσης και ανταγωνιστικότητας του Ελληνικού πλοίου. Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις είναι η εξυγίανση του ΝΑΤ το οποίο οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ το παρέλαβαν ως το πλέον εύρωστο ασφαλιστικό ταμείο και το κατάντησαν μέσα σε μια εικοσαετία ως το πλέον προβληματικό με οργανικό έλλειμμα που ξεπερνά για το 2001 τα 552,93 εκ. ευρώ (188,4 δισ. δρx.). Έμφαση επίσης πρέπει να δοθεί και στην ακτοπλοΐα καθώς η παρεμβατικότητα του κράτους που συνεχίζεται και μετά την απελευθέρωση των θαλασσίων ενδομεταφορών υπονομεύει την ανάπτυξη ενός υγιούς ανταγωνισμού που θα βελτιώσει τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Σε αυτό το θέμα προτεραιότητα αποτελεί η βελτίωση των λιμενικών υποδομών. Το γεγονός ότι σε πρόσφατη έρευνα του Ε.Μ.Πολυτεχνείου καταγράφηκαν 91 λιμάνια που δεν πληρούν τους όρους ασφαλείας και ότι το 90% των τουριστών διακινείται από λιμάνια που δεν διαθέτουν τις στοιχειώδεις υποδομές (στέγαστρα, χώρους υγιεινής, γραφεία πληροφοριών, εκπαιδευμένο προσωπικό στα λιμεναρχεία) δείχνει ότι επιτέλους πρέπει να αφήσουμε οριστικά πίσω τις βαρύγδουπες διαβεβαιώσεις και τις «μεγαλόπνοες» πολιτικές που κινούνται στα όρια της μακέτας και δεν συνοδεύονται από έργα. Η Ελληνική Ναυτιλία μαζί με τον Τουρισμό είναι οι μοναδικοί συναλλαγματικά προσοδοφόροι τομείς της Ελληνικής οικονομίας. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να τύχει ιδιαίτερης προσοχής και ο ευαίσθητος κλάδος των κρουαζιερόπλοιων στον οποίο διακρίνονται και πρωτοπορούν παγκοσμίως οι Ελληνικές επιχειρήσεις. Είναι απορίας άξιο πως μικρές συντεχνιακές ομάδες συναντούν ευήκοα ώτα για ήσσονος σημασίας θέματα και ένας ολόκληρος κλάδος στον οποίο ουσιαστικά προσπαθούμε να αναθέσουμε την υπόθεση της φιλοξενίας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες και μπορεί να προσφέρει σημαντικά οφέλη στην Ελληνική οικονομία συστηματικά αγνοείται. Ο θαλάσσιος τουρισμός αποτελεί πολύτιμη πηγή συναλλάγματος και η ανάπτυξη του κλάδου θα πρέπει να συνδυαστεί και με την δημιουργία ενός δικτύου μαρινών πλήρως εξοπλισμένων όσο και με την αναμόρφωση της τελωνειακής και φορολογικής νομοθεσίας ώστε να είμαστε ανταγωνιστικοί με τα γειτονικά κράτη. Τέλος οφείλουμε να καταστήσουμε τον Πειραιά ένα διεθνές ναυτιλιακό κέντρο. Τα οικονομικά μέτρα σύνδεσης της ναυτιλίας με την Ελληνική οικονομία προσβλέπουν στην μετεγκατάσταση των επιχειρήσεων από το εξωτερικό πίσω στην Ελλάδα. Η Ν.Δ. θεωρεί ότι στη σημερινή επενδυτική άπνοια, οι σημαντικές οικονομικές επενδυτικές δυνατότητες του Ελληνικού εφοπλισμού πρέπει να αξιοποιηθούν καθώς αποτελούν εγγύηση για μια νέα ελπιδοφόρα οικονομική πολιτική. Για το λόγο αυτό είναι αποφασισμένη στο πλαίσιο της γενικής αναπτυξιακής της προσπάθειας να πάρει κάθε μέτρο που θα υπηρετεί τον συγκεκριμένο στόχο.