Έχει λεχθεί κατά κόρον ακόμα και από την εποχή της διεκδίκησης, ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες αποτελούσαν και εξακολουθούν να αποτελούν, την μεγάλη ευκαιρία για την χώρα μας να προωθήσει την εικόνα της παγκοσμίως και φυσικά να δημιουργήσει τις απαραίτητες υποδομές για την ανάπτυξη της. Διεκδικήσαμε και πήραμε τους Ολυμπιακούς Αγώνες με το όραμα της δημιουργίας μιας νέας Ελλάδας που διατηρεί και προβάλλει τον τεράστιο πολιτιστικό της πλούτο, που τιμά και αναβαπτίζει τον παγκόσμιο θεσμό, που αποκτά σύγχρονες υποδομές και γενικότερα αποκτά μια ξεχωριστή θέση μέσα στην παγκόσμια κοινότητα. Και μόνο το γεγονός ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες πρόσφεραν στην Αυστραλία 40 χιλιάδες εκατομμύρια ώρες τηλεοπτικής παρακολούθησης σε τέσσερα δισεκατομμύρια ανθρώπους δείχνει την μοναδική ευκαιρία που έχει η χώρα μας προκειμένου να επιτύχει στόχους και προοπτικές που υπό οιεσδήποτε άλλες συνθήκες θα ήταν ανέφικτες. Από το 1997 οπότε η Αθήνα ανέλαβε την διοργάνωση των Αγώνων του 2004 μέχρι σήμερα είναι παραδεκτό από όλους ότι αδρανήσαμε και πλέον τρέχουμε ασθμαίνοντας προκειμένου να ανταποκριθούμε στις διαχειριστικές ανάγκες αυτού του τεράστιου εγχειρήματος. Έχοντας έτοιμες το 72% των αθλητικών εγκαταστάσεων πριν από την απόφαση για την ανάληψη των αγώνων το πλέον φυσιολογικό θα ήταν η στρατηγική της χώρας μας να στραφεί προς την κατεύθυνση για την ριζική αναδιάρθρωση των υποδομών, τον εκσυγχρονισμό των κρατικών υπηρεσιών ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις ανάγκες μιας σειράς ξεχωριστών παραγωγικών δραστηριοτήτων όπως η Τουριστική Βιομηχανία και ο Θαλάσσιος τουρισμός. Αυτοί οι δύο συναλλαγματικά προσοδοφόροι τομείς για την Ελληνική Οικονομία από τις μέχρι τώρα πολιτικές που ακολουθούνται όχι μόνο δεν υποστηρίζονται αλλά αντίθετα υπονομεύονται. Αυτό είναι πασιφανές από τους τελικούς σχεδιασμούς της κυβέρνησης στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας. Ο Πειραιάς έχει έναν κεντρικό ρόλο τόσο για την διοργάνωση των Αγώνων όσο και για την φιλοξενία των επισκεπτών αλλά έως αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση και γενικότερα ο κρατικός μηχανισμός δεν φαίνεται να έχουν αντιληφθεί την μοναδικότητα της ευκαιρίας που παρουσιάζεται για την μακροπρόθεσμη ενίσχυση της Ελληνικής Οικονομίας. Εάν κανείς εξαιρέσει τις φιλότιμες προσπάθειες της δημοτικής αρχής σε κυβερνητικό επίπεδο οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν καλλιέργησαν τις καθυστερήσεις και τις ολιγωρίες που ουσιαστικά ακυρώνουν τις προοπτικές και τις ευκαιρίες από την διοργάνωση των Αγώνων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι μέχρι και πριν από λίγες ημέρες συνεχίζονταν οι συζητήσεις με τον Αθήνα 2004 για το συνολικό Master Plan του Πειραιά καθώς σε αυτόν τον διάλογο συμμετέχουν περίπου 25 φορείς και υπουργεία!!! Οι όποιες αποφάσεις έχουν ληφθεί κινούνται στη λογική ενός πρόσκαιρου λίφτινγκ και χρησιμοποιούνται κυρίως για την δημιουργία εντυπώσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα Ολυμπιακά έργα που έχει αναλάβει να εκτελέσει ο ΟΛΠ και τα οποία ανακοινώνονται, εξαγγέλλονται και επανεξαγγέλλονται εδώ και ένα χρόνο χωρίς να έχει ξεκινήσει απολύτως κανένα. Δύο μόλις χρόνια πριν από τους αγώνες ακόμα πελαγοδρομούμε καθώς η εικόνα του λιμανιού το οποίο θα φιλοξενήσει έντεκα κρουαζιερόπλοια με 13.500 επισκέπτες και ταυτόχρονα θα πρέπει να ανταποκριθεί στο ακτοπλοϊκό έργο παραπέμπει σε προηγούμενες δεκαετίες. Οι οδικές προσβάσεις όπως η Λεωφόρος Παπανδρέου έχουν δημιουργήσει αξεπέραστα συγκοινωνιακά προβλήματα σε «τουριστικές περιοχές φιλέτο» όπως το Μικρολίμανο και η Πειραϊκή. Αξίζει να σημειωθούν στο σημείο αυτό, οι τεράστιες ευθύνες που έχει η κυβέρνηση σε ότι αφορά τον ΟΛΠ δεδομένου ότι επί σειρά ετών ανέχθηκε και επί της ουσίας ενθάρρυνε την κακοδιοίκηση στον Οργανισμό ο οποίος εδώ και 72 χρόνια εκμεταλλεύεται μονοπωλιακά τις υπηρεσίες του μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας και θα μπορούσε σε συνεργασία με τον Δήμο να αναμορφώσει την ευρύτερη περιοχή. Τα συσσωρευμένα προβλήματα σε συνδυασμό με το γεγονός ότι από τους προσεχείς μήνες αναμένεται να εμφανισθεί ο λεγόμενος Ολυμπιακός Τουρισμός είναι πασιφανές ότι ούτε στην ανάπτυξη της Τουριστικής Βιομηχανίας συμβάλλουν ούτε στην στήριξη του Θαλάσσιου τουρισμού. Σε τελική ανάλυση αποτελούν ακόμα ένα κτύπημα στο όραμα που πολλοί έχουν υποστηρίξει αλλά ελάχιστοι έχουν υπηρετήσει και αφορά την μετάλλαξη του Πειραιά σε ένα κέντρο παροχής υπηρεσιών από Έλληνες στην Εθνική και Διεθνή Ναυτιλία. Ο μεγάλος αριθμός εκπροσώπων ξένων εταιριών στα «Ποσειδώνια 2002» σε συνδυασμό με τις γενικότερες εξελίξεις δείχνουν ότι ο Πειραιάς παρά τις καθυστερήσεις και την έλλειψη συγκροτημένης ναυτιλιακής πολιτικής μπορεί ακόμα και τώρα να προλάβει τις εξελίξεις και να μετατραπεί σε ένα παγκόσμιο Ναυτιλιακό Κέντρο. Ένα κέντρο που θα συμβάλλει θεαματικά στην ανάπτυξη της Ελληνικής οικονομίας καθώς οι επιδράσεις θα αγγίξουν και άλλους συναλλαγματικά προσοδοφόρους τομείς, όπως ο θαλάσσιος τουρισμός. Ο στόχος αυτός όμως δεν θα επιτευχθεί όσο η επίσημη πολιτική κινείται πίσω από τις εξελίξεις, αναμένει υπομονετικά τα λάθη ή τις επιλογές άλλων ευρωπαϊκών κρατών και αφήνει να χαθούν σημαντικές ευκαιρίες που αυτόματα θα την καθιστούσαν ηγέτιδα δύναμη στην ναυτιλιακή δραστηριότητα.