Με μεγάλη χαρά βρίσκομαι σήμερα εδώ για να μιλήσω, ουσιαστικά, για τον ρόλο της Ελληνικής Ναυτιλίας. Ενός κλάδου που αντέχει σε δύσκολες εποχές, ανθεί σε καλές συγκυρίες και βοηθά την Ελλάδα και στα δύσκολα και στα καλά χρόνια. 

Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα πέρασε ένα νομοσχέδιο πολύ διαφορετικό από τα προηγούμενα, απ΄ όλα τα νομοσχέδια της κρίσης. Ήταν ένα νομοσχέδιο που είχε στόχο τις διαρθρωτικές αλλαγές. Και πολλές φορές βλέπουμε ότι στη χώρα μας αυτές οι αλλαγές έχουν μεγαλύτερο κόστος απ΄ ότι ακόμη και από τα φορολογικά μέτρα. Γι’ αυτό κάποιοι επένδυσαν στο παρελθόν να αντιμετωπίσουν τα θέματα της δημοσιονομικής προσαρμογής με φορολογικές ρυθμίσεις, ενώ εμείς πάντοτε πιστεύαμε στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Σήμερα, η εικόνα της ελληνικής οικονομίας αργά αλλά σταθερά αλλάζει προς το καλύτερο. Η χώρα μας βασιζόμενη στις θυσίες του ελληνικού λαού άλλαξε. Με τις προσπάθειες της τωρινής κυβέρνησης, επανήλθε η σταθερότητα στη χώρα και πλέον για πρώτη φορά μετά από τέσσερα χρόνια δρομολογείται η έξοδος στις αγορές. Αυτό σημαίνει το τέλος της λογικής του Μνημονίου. Γι’ αυτό είχαμε μπει στο Μνημόνιο, για όσους ξεχνούν. Γιατί δεν μπορούσαμε να δανειστούμε με τα υψηλά επιτόκια που μας έδιναν. Ας θυμηθούμε τους τίτλους των εφημερίδων εκείνης της εποχής και τις διεθνείς δυσοίωνες αναλύσεις για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Για πρώτη φορά, λοιπόν,  ύστερα από πολλά χρόνια, ακούγονται και γράφονται τόσο θετικές διαπιστώσεις για την προσπάθεια του ελληνικού λαού και της ελληνικής κυβέρνησης για την ανόρθωση της οικονομίας. Μετά από τέσσερα χρόνια δημοσιονομικής εξυγίανσης και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η ελληνική οικονομία έχει αρχίσει να δείχνει τα πρώτα ενθαρρυντικά σημάδια ισορροπίας και ανάκαμψης.

Το 2013 σημειώσαμε πρωτογενές πλεόνασμα που εκτιμάται ότι υπερέβη κατά πολύ τον αρχικό στόχο. Αυτό γίνεται για πρώτη φορά. Το πλεόνασμα αυτό θα διανεμηθεί σε κοινωνικά ευπαθείς ομάδες και τους ένστολους, ενώ θα καλύπτει και λειτουργικές δαπάνες του κράτους. Παράλληλα, προχωράμε στον συμψηφισμό οφειλών του ΦΠΑ, όπως ανακοινώθηκε σήμερα, που μελλοντικά θα ανοίξει το δρόμο για τον συνολικό συμψηφισμό οφειλών από και προς το Δημόσιο, κάτι που θα τονώσει την αγορά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Η εμπιστοσύνη, λοιπόν, στην ελληνική οικονομία αποκαθίσταται. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος έχει φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε ετών. Η διαφορά απόδοσης των 10ετών ελληνικών ομολόγων έναντι των γερμανικών έχει πέσει κάτω από 450 μονάδες βάσης , όταν κατά την κορύφωση της κρίσης είχε ξεπεράσει τις 3.000 μονάδες βάσης. Η σταδιακή ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας αποτυπώνεται περαιτέρω σε αρκετούς βραχυπρόθεσμους δείκτες.

Ταυτόχρονα με το πολυνομοσχέδιο και το νομοσχέδιο για τα τουριστικά πλοία προχωρήσαμε στην άρση διοικητικών εμποδίων και στρεβλώσεων σε διάφορους κλάδους της οικονομίας, αλλά και μεγάλων αναπτυξιακών αλλαγών.

Χαρακτηριστικά συστήσαμε ένα σαφές πλαίσιο για τη λειτουργία της Ρυθμιστικής Αρχής Λιμένων, που θεωρείται ένα βασικό εργαλείο για να προχωρήσουμε στην αποκρατικοποίηση του ΟΛΠ, του ΟΛΘ αλλά και άλλων λιμανιών της χώρας.  Διαμορφώσαμε το θεσμικό πλαίσιο που την διέπει και με αυτό τον τρόπο η ΡΑΛ θα εποπτεύει τις συμβάσεις παραχώρησης στα λιμάνια μας. Σήμερα που προχωράμε στην αποκρατικοποιήσεις των λιμανιών ήταν αναγκαίο αυτό το βήμα, καθώς θα διασφαλίζει το δημόσιο συμφέρον και θα θέτει τις εγγυήσεις του κράτους.

Επιπλέον, αποσύραμε περιορισμούς που αφορούσαν την κρουαζιέρα. Επειδή θέλουμε να διευκολύνουμε τις αποβιβάσεις και τις επιβιβάσεις των επιβατών στην κρουαζιέρα, λαμβάνοντας υπόψη τις τεράστιες δυνατότητες του κλάδου, που άλλωστε και ο ΟΛΠ εμπιστεύεται με την επένδυση για τον τερματικό της Κρουαζιέρας, ώστε να αναπτυχθεί το homeporting. Η κρουαζιέρα έχει θετικά οφέλη για την εθνική οικονομία και πρέπει να τα αναδείξουμε.

Συγχρόνως, προωθούμε έμπρακτα τον θαλάσσιο τουρισμό και φέραμε στη Βουλή το νομοσχέδιο για τον κλάδο των σκαφών αναψυχής,  το οποίο αναμορφώνει το θεσμικό πλαίσιο στον τομέα του Υachting.

Η χώρα μας είναι κατ’ εξοχήν τουριστική και ναυτιλιακή και επειδή ακριβώς  έχουμε την ωραιότερη  «πολυνησία»  και  τη  μεγαλύτερη  ακτογραμμή  στην Ευρώπη, η Ελλάδα θα μπορούσε να μετατραπεί στην «πρωτεύουσα» του παγκόσμιου Υachting. Η Ελλάδα το αντελήφθη πρώτη το 1976 αυτό και δημιούργησε ένα θεσμικό πλαίσιο. Τώρα το ξανακάνουμε πρωτοπορώντας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Έχουμε δημιουργήσει με το νέο νόμο το πλέον ανταγωνιστικό πλαίσιο, που σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα πλεονεκτήματα μας, θα μας βάλει σε θέση κυριαρχίας στον διεθνή ανταγωνισμό. Θέλουμε να προσελκύσουμε στις θάλασσες μας περισσότερα σκάφη της Ευρώπης και άλλων χωρών. Αυτός είναι ο στόχος μας.

Εάν προσεγγίζαμε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, από τις 17.000 σκάφη, που ελλιμενίζονται σήμερα στη χώρα, θα πηγαίναμε στις 67.000. Αυτό σημαίνει άμεσες θέσεις εργασίας κοντά στις 80.000, προφανώς στις παράκτιες και νησιωτικές περιοχές, με πολλαπλάσια οφέλη στο τουριστικό συνάλλαγμα.

Σε μία κουβέντα για τη Ναυτιλία τα μόνα που μπορεί να παραθέσει ο Υπουργός είναι αυτά; Όχι.

Είναι, όμως, πεδία που την τελευταία εβδομάδα έγιναν βαθιές τομές. Εν όψει της θερινής περιόδου που ξεκινάει πρέπει να αξιοποιήσουμε τις ευκαιρίες που μας δίνονται αλλάζοντας και τη νοοτροπία που είχε κυριαρχήσει. Θυμόμαστε τα «δεν θα γίνουμε γκαρσόνια της Ευρώπης» κλπ.. Εμείς θέλουμε ελληνικά πλοία, θέλουμε ελληνικά πληρώματα και την Ελληνική Σημαία και πιστεύουμε ότι μόνο σε συνθήκες ανταγωνισμού μπορούμε να πετύχουμε. Και ποια είναι η απόδειξη; Η απόδειξη είναι στην ποντοπόρο ναυτιλία.

Εκεί που το κράτος δεν παρεμβαίνει, έχουμε το πραγματικό «successstory» της οικονομίας μας. Πρωταθλητές οι Έλληνες εφοπλιστές στις παραγγελίες νέων πλοίων, η ελληνόκτητος ναυτιλία από το 7,5 % στα πλοία Lngέφτασε στο 9% και άλλες πολλές επιτυχίες. Αυτό σημαίνει ο ανταγωνισμός στην ελληνική ναυτιλία.

Η ελληνική ναυτιλία αποτελεί έναν κλάδο- κλειδί για την εθνική οικονομία, συνεισφέροντας σε ετήσια βάση 13,4 δισ. ευρώ.  Η άμεση συνεισφορά του βασικού ναυτιλιακού κλάδου, όπως έχει ξαναειπωθεί από την έρευνα της Boston Consulting, υπολογίζεται στα περίπου €7,6 δισ., ποσό που αντιστοιχεί σε 3,5% του ελληνικού ΑΕΠ. Από αυτά η ποντοπόρος ναυτιλία έχει τη μεγαλύτερη συνεισφορά, προσφέροντας €6,5 δισ. Επιπροσθέτως, ο ελληνικός ναυτιλιακός κλάδος συνεισφέρει έμμεσα, μέσω των υποστηρικτικών υπηρεσιών της ναυτιλίας, €2,3 δισ., ενώ €3,4 δισ. είναι τα υπολογιζόμενα επαγωγικά οφέλη.

Η Ελληνική Ναυτιλία είναι πρώτη σε παγκόσμια κλίμακα κι αυτή η πρωτιά της δεν είναι τωρινή και συγκυριακή. Είναι διαχρονική. Αποδείχθηκε ανθεκτική στο χρόνο. Άρα είναι πια αδιαμφισβήτητη.

Ο Ελληνόκτητος στόλος διατήρησε την πρώτη θέση σε χωρητικότητα και αριθμεί 3,428 πλοία εκπροσωπώντας το 15.56% της παγκόσμιας χωρητικότητας. Η Ελληνική Σημαία κατατάσσεται στην έκτη θέση διεθνώς και δεύτερη στην Ευρώπη, ενώ ο  Ελληνόκτητος στόλος εκπροσωπεί το 42,72 % της Ένωσης.

Που όμως οφείλεται αυτό το μοναδικό συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας;

Η εξωστρέφεια συμπίπτει με τη φύση της Ναυτιλιακής επιχείρησης. Σε ένα σύγχρονο ανοικτό κόσμο δεν υπάρχει ανάπτυξη χωρίς εξωστρέφεια και ανοικτούς ορίζοντες. Οι ναυτιλιακές μας επιχειρήσεις λειτουργούν αναγκαστικά σε μια παγκόσμια, σχεδόν τέλεια, ανταγωνιστική αγορά. Ανταγωνιστική απ’ όλες τις πλευρές. Και όσον αφορά την διαχείριση του κόστους. Και όσον αφορά την αναζήτηση και εκμετάλλευση ευκαιριών. Η Ναυτιλία μας απέδειξε ότι όχι μόνο μπορούμε να επιβιώνουμε σε συνθήκες διεθνούς ανταγωνισμού. Αλλά μπορούμε και να κυριαρχούμε.

Η ανταγωνιστικότητα που έχει κατακτηθεί στην ποντοπόρο ναυτιλία θα πρέπει να μας κάνει αισιόδοξους και ασφαλείς να ανοίξουμε και την εσωτερική μας αγορά σε μοντέλα ανταγωνισμού που κυριάρχησαν στη ναυτιλία. Να μην μένουμε προσκολλημένοι πίσω από ιδεοληψίες και λογικές που οδήγησαν σε συρρίκνωση των ναυτικών και περιορισμό των κεφαλαίων που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα.

Η μόνιμη επωδός που ακούμε είναι η φορολόγηση των ελλήνων εφοπλιστών. Εμείς δεν λέμε ότι δεν πρέπει να φορολογηθούν, αλλά σίγουρα δεν πρέπει να φορολογηθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να οδηγηθούν σε άλλες χώρες δραστηριοποίησης.

Στο πλαίσιο, λοιπόν, της ελληνικής Προεδρίας είπαμε ξεκάθαρα σε όλους τους τόνους ότι περιφερειακές πολιτικές και λογικές υπερφορολόγησης, που πηγάζουν από γραφειοκρατικές αντιλήψεις των Βρυξελλών και ανταγωνιστριών χωρών, βλάπτουν τα συμφέροντα της ευρωπαϊκής ναυτιλίας και στρέφουν τα κεφάλαια σε χώρες της Ασίας. Διότι η Ευρώπη δεν πρέπει να διώχνει τη Ναυτιλία. Θα χάσουν όλοι πολίτες της Ευρώπης από μία διαρκώς αναπτυσσόμενη οικονομία που μπορεί να αποτελέσει όχημα ανάπτυξης για το μέλλον.

        Παράλληλα, στοχεύσαμε στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη  «Γαλάζια Ανάπτυξη» και των επαγγελμάτων της θάλασσας, καθώς και σε μέτρα και πολιτικές που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών λιμένων, τη διευκόλυνση της ναυτιλιακής κίνησης στοχεύοντας στην ενίσχυση εν γένει της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής και ευρωπαϊκής ναυτιλίας.

Τον Μάιο που έχουμε το άτυπο συμβούλιο των Υπουργών Ναυτιλίας, θα έχουμε την ευκαιρία να έχουμε μαζί μας και τον Γενικό Γραμματέα του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού για να ξεκαθαρίσουμε τη συνεργασία των δύο πλευρών. ΚΙ αυτό αφορά και τις περιβαλλοντικές ρυθμίσεις. Η διγλωσσία πρέπει να σταματήσει!

        Για να τονώσουμε την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής ναυτιλίας, επίσης, πρέπει να αναβαθμίσουμε τη Ναυτική Εκπαίδευση. Το αυξημένο ενδιαφέρον των νέων στο ναυτικό επάγγελμα δημιουργεί πρόσθετη δυναμική για το άμεσο μέλλον.  Παρότι, ωστόσο, υπάρχει δεδηλωμένο ενδιαφέρον των νέων, υπάρχει μία ασυνέπεια εκ μέρους του εφοπλιστικού κόσμου. Διότι θέλουμε καινούριους καπεταναίους, αλλά όταν φθάνουμε στο δεύτερο μπάρκο δεν βρίσκουμε απορρόφηση. Και 450 νέοι που έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο της εκπαίδευσης δεν βρίσκουν την ευκαιρία για το τελικό ταξίδι για να μπορέσουν να γίνουν ναυτικοί. Σε αυτό το πλαίσιο εξισώσαμε τις ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλουν οι σπουδαστές  ΑΕΝ, κατά την εκτέλεση των εκπαιδευτικών τους ταξιδιών. Χρειάζεται, όμως, μία μεγαλύτερη προσπάθεια από την πλοιοκτησία ώστε να εκμεταλλευθεί τις ρυθμίσεις που εφαρμόσαμε.

Παράλληλα,  θέλω να ευχαριστήσω την Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών και το ίδρυμα Ευγενίδη για την προσφορά τους να εκσυγχρονίσουμε υποδομές των ΑΕΝ. Επίσης, παράλληλα, πιστεύουμε στο άνοιγμα προς την ιδιωτική ναυτική εκπαίδευση. Το δεύτερο ταξίδι όμως της θαλάσσιας υπηρεσίας πρέπει να λυθεί γιατί όσοι νέοι κι αν μπουν και με όποια υψηλά προσόντα δεν θα μπορέσουν να προχωρήσουν.

Θεωρώ ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να επαναπροσδιορίσουμε συνολικά τη Λιμενική πολιτική στη χώρα μας:  Δηλαδή τον τρόπο διαχείρισης των λιμένων, τη βελτίωση των λιμενικών εγκαταστάσεων και την αποτελεσματική εξυπηρέτηση των νησιών μας και κυρίως την προσέλκυση επενδύσεων και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Η αξιοποίηση των λιμανιών συμβαδίζει με το νέο μοντέλο παραγωγικό μοντέλο της χώρας, αφού μέσω αυτής θα δημιουργηθούν θέσεις εργασίας και θα τονωθούν τα δημόσια έσοδα. Μέχρι πρόσφατα, η Ελλάδα κοιτούσε τα λιμάνια της ως υποδομές, με στόχο την τοπική ανάπτυξη και την εξυπηρέτηση εσωτερικού εμπορίου.

Πλέον η στρατηγική αυτή έχει αλλάξει. Η απελευθέρωση των δυνατοτήτων των ελληνικών λιμανιών και η προσέλκυση επενδύσεων  σε αυτά είναι για εμάς μεγάλη και κύρια προτεραιότητα με κύριο χαρακτηριστικό, τη διεθνή ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφεια.

Υπάρχει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα το οποίο και θέλω να υπογραμμίσω, αυτό του Πειραιά. Το μεγάλο λιμάνι της χώρας σήμερα έχει αλλάξει εικόνα, αποκτώντας μια δυναμική «μητροπολιτικού χαρακτήρα» για όλη τη Μεσόγειο. Σε αυτή την κατεύθυνση προχωρούμε στην πώληση της πλειοψηφίας των μετοχών του ΟΛΠ, ενώ προχωρήσαμε στον Φιλικό Διακανονισμό ΟΛΠ – COSCO. Το ίδιο μοντέλο θα ακολουθήσουμε και στην περίπτωση του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης.

Η Ελληνική Ναυτιλία είναι διεθνώς ανταγωνιστική. Κι έτσι κατέκτησε και διατηρεί την παγκόσμια πρωτοπορία. Δίνει πολλά στην Ελλάδα, αλλά δεν επιβαρύνει το ελληνικό κράτος.

Ως Υπουργείο πλέον με τη νέα δομή του Υπουργείου και των Λιμενικών Αρχών υπηρετείται με μεγαλύτερη συνέπεια και αποτελεσματικότητα αυτός ο στόχος της πρωτοπορίας. Ο στόχος για μας είναι καλύτερες υπηρεσίες στον έλληνα ναυτικό, την επιχείρηση, την ίδια την ελληνική ναυτιλία. Σας ευχαριστώ.