Κυρίες και Κύριοι ,

μετά τον Υπουργό Οικονομίας, ο οποίος, νομίζω, περιέγραψε και τους μακροοικονομικούς στόχους αλλά έθεσε και ορισμένους προβληματισμούς για τους αναπτυξιακούς στόχους. Θα ήθελα να σας πω ότι χαίρομαι γιατί εμβάθυνε στους στόχους τους οποίους έχουν τεθεί και αποτελούν το αντικείμενο του δικού μας Υπουργείου. Ένα Υπουργείο που όπως ξέρετε παρ΄ ότι αντιπροσωπεύει περίπου το 6,5% του ΑΕΠ, άμεσα δημιουργεί ο κλάδος της Ναυτιλίας πάνω από 150.000 θέσεις εργασίας, και έμμεσα ενισχύει πάνω από 500.000 θέσεις.

Ο κλάδος της Ακτοπλοΐας, όπως αναλύεται στη μελέτη του ΙΟΒΕ, που παρουσιάστηκε χθες στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά, συνεισφέρει περίπου στο 11,50% του ΑΕΠ. Δηλαδή, αυτό το οποίο είπε είναι το ότι αν δεν υπήρχε η Ακτοπλοΐα περίπου 11,50% του ΑΕΠ θα μας έλειπε, δεν θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί και να λειτουργήσει. Καταλαβαίνετε ότι είναι ένας πάρα πολύ κομβικός κλάδος της οικονομίας. Ένας κομβικός κλάδος της οικονομίας, τον οποίο όμως, «παραδοσιακά» δεν τον βλέπουμε ως κομβικό.

Η Ναυτιλία είναι ο μοναδικός κλάδος στον οποίο είμαστε Πρωταθλητές Παγκόσμιοι, διαμορφώνουμε εξελίξεις, μπορούμε να δημιουργήσουμε πολύ περισσότερα οφέλη για την Εθνική Οικονομία. Μάλιστα, πριν από μερικά χρόνια «είχαμε» διαλύσει, κατακερματίσει το διοικητικό του φορέα και ακόμα και σήμερα βρίσκεται στο περιθώριο της διαμόρφωσης αυτού που θα έπρεπε να λέγεται το «Νέο Αναπτυξιακό Όραμα» για τη χώρα.

Γιατί, αν στον τίτλο του Συνεδρίου που αναγράφεται εδώ, λέμε ότι ζητάμε ανάπτυξη δια μέσου των επενδύσεων θα σας έλεγα ότι αυτός δεν είναι κοινός τόπος για όλη την κοινωνία. Πολλοί πιστεύουν ότι αν απλώς αυξηθούν οι δημόσιες δαπάνες θα έρθει η ανάπτυξη. Και πολλοί άλλοι περιμένουν από τον κεντρικό και κομβικό ρόλο του Κράτους, μέσα από ένα εκτεταμένο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων να επαναφέρουν την ανάπτυξη. Το μοντέλο το οποίο ζήσαμε τη δεκαετία του ΄80 απέτυχε, μας συμπαρέσυρε σε μεγάλα χρέη, σε ελλείμματα και ανέβασε πάρα πολύ ψηλά τον πήχη του πολιτικού κόστους για την οποιαδήποτε οικονομική μεταρρύθμιση.

Ο κλάδος της Ναυτιλίας είναι διαφορετικός από όλους τους άλλους κλάδους της Εθνικής Οικονομίας και αυτό γιατί για τη συνεισφορά του στο 6,5% του ΑΕΠ το Ελληνικό Κράτος δεν επενδύει τίποτα. Για όλους τους άλλους κλάδους της οικονομίας το Ελληνικό κράτος κάνει σοβαρές επενδύσεις σε υποδομές, σε επιδότησα και ενίσχυση εργασίας, σε ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού, σε δρόμους, σιδηροδρόμους, αεροδρόμια και όλα όσα χρειάζεται για να φτάσει για παράδειγμα ένας τουρίστας εδώ. Αλλά και για να καλλιεργηθεί ένα χωράφι ή για να λειτουργήσει μια βιοτεχνία, είτε για να εγκατασταθεί μια μεγάλη βιομηχανία.

Αντίθετα, στη Ναυτιλία το κόστος της επένδυσης είναι μηδενικό. Άρα το όφελος αυτό για την Εθνική Οικονομία είναι καθαρό, παράγεται στο εξωτερικό έρχεται στη χώρα και ο στόχος μας είναι να μεγιστοποιήσουμε τα οφέλη της συνεισφοράς αυτού του παραγόμενου εισοδήματος για την Εθνική Οικονομία.

Ήδη, στην περίοδο της κρίσης θα σας πω ότι η Ελληνική Ναυτιλία και τα ναυτιλιακά κεφάλαια είναι από τους «βασικούς παίκτες» που στήριξαν την ελληνικότητα του τραπεζικού συστήματος και συνέδραμαν στη διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησης των Ελληνικών τραπεζών, μετά από την πρόσφατη ανακεφαλαιοποίησή του.

Αρκεί, αυτή η συμμετοχή; Για εμένα όχι. Για αυτό και εργαζόμαστε σκληρά για να διευρύνουμε αυτά τα οφέλη.

Πρώτον, με την αύξηση της απασχόλησης στη Ναυτιλία.

Μέχρι τώρα ο Έλληνας ναυτικός ναυτολογείτο σε πλοία υπό ελληνική σημαία, περίπου 800 – 900 πλοία τα τελευταία χρόνια. Σήμερα, διευρύνουμε τις δυνατότητες ναυτολόγησης του Έλληνα ναυτικού ώστε να φέρουμε περισσότερους ανθρώπους στη θάλασσα στα 4.000 ελληνόκτητα πλοία. Με στόχο να έχουμε πολύ περισσότερους ανθρώπους που να απασχολούνται στη θάλασσα. Όχι, πλέον, με τη λογική του ΄60 να μπαρκάρω στα καράβια και να φύγω γιατί δεν έχω εισόδημα και να γίνω κατώτερο πλήρωμα, αλλά να γίνω εξειδικευμένο ανώτερο πλήρωμα, ανώτεροι αξιωματικοί μηχανής και καταστρώματος. Δηλαδή, εξειδικευμένο και καταρτισμένο άρτια προσωπικό από αυτό που χρειάζεται η σύγχρονη Εμπορική Ναυτιλία.

Δεύτερον, δημιουργούμε τις προϋποθέσεις - και ιδιαίτερα με τις τελευταίες ρυθμίσεις για την οικειοθελή συνεισφορά, όχι μόνο να διατηρήσουμε τη συνταγματική προστασία για το αφορολόγητο της Ναυτιλίας, που από τις αρχές της δεκαετίας του ’50, όταν συνταγματικά κατοχυρώθηκε, οδήγησε σε εκπληκτική άνοδο, αλλά και να διευρύνουμε αυτές τις δυνατότητες και σε άλλες εταιρείες μη ελληνόκτητες που θα ήθελαν να εγκατασταθούν στην Ελλάδα για να δημιουργήσουμε αυτό που λέμε Shipping Cluster και να αυξήσουμε τα οφέλη για την Ελληνική Οικονομία.

Τρίτον, άνοιγμα της Ναυτικής Εκπαίδευσης.

Σήμερα, σε αντίθεση με το παρελθόν η Ναυτική Εκπαίδευση δεν αποτελεί τελευταία επιλογή του οποιοδήποτε απόφοιτου Λυκείου που θέλει να ενταχθεί σε μια Ανώτατη Σχολή. Πριν από μερικά χρόνια, μετά βίας στις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού έμπαιναν άνθρωποι που με το ζόρι είχαν πάρει το απολυτήριο του Λυκείου και είχαν γράψει συνήθως στις Πανελλαδικές Εξετάσεις κάτω από τη βάση.

Σήμερα, οι βάσεις στις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού, είναι στα 17.500 -18.000 χιλιάδες μόρια και αυτό σημαίνει ότι ένα πολύ δυναμικό κομμάτι της ελληνικής νεολαίας στρέφεται προς την θάλασσα.

Εμείς πρέπει να τους δώσουμε περισσότερες δυνατότητες εκπαίδευσης και για αυτό είμαστε σε άμεση συνεννόηση και με την Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών και με τις Ναυτεργατικές Ενώσεις, ώστε να προχωρήσουμε και να γίνει η Ναυτική Εκπαίδευση ο πρώτος πυλώνας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που θα περάσει σε διαδικασίες ιδιωτικοποίησης. Με την έννοια, ότι θα δημιουργηθούν οι πρώτες Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού, οι οποίες δεν θα ανήκουν στο κράτος, θα είναι οι πρώτες ιδιωτικές μη κερδοσκοπικές Ακαδημίες και ελπίζουμε μέσα από αυτό τον κλάδο να δείξουμε και τη συνέχεια για το πως θα προχωρήσει και στην απελευθέρωση η τριτοβάθμια εκπαίδευση μας, για την οποία έχει γίνει τόσο λόγος και οι συνταγματικοί περιορισμοί, έχουν στερήσει τη δυνατότητα να αναπτυχθούν τα μη κερδοσκοπικά, τα μη κρατικά πανεπιστήμια.

Όμως, πέρα από τον κλάδο της αμιγούς Ναυτιλίας, το μεγάλο αναπτυξιακό μας στοίχημα, είναι να αξιοποιήσουμε τις υποδομές μας. Χαίρομαι, γιατί έγινε ιδιαίτερη αναφορά από τον κ. Χαρδούβελη στις διαδικασίες της αποκρατικοποίησης του λιμανιού του Πειραιά και στο επιτυχημένο, παράδειγμα της επένδυσης της COSCO, η οποία όπως πολύ καλά γνωρίζετε το 2008, πολεμήθηκε όσο καμία άλλη και σήμερα έχει αγκαλιαστεί ως ένα πετυχημένο μοντέλο ξένης επένδυσης στη χώρα.

Αλλάξαμε τη στρατηγική και την οπτική που βλέπαμε τα πράγματα στα λιμάνια μας. Μέχρι τώρα, τα βλέπαμε τα λιμάνια μας, ως επίνεια των πόλεων μας, για την εξυπηρέτηση των δικών μας αναγκών. Η αλλαγή της στρατηγικής είναι ότι βλέπουμε τα λιμάνια μας, ως κόμβους εξυπηρέτησης του διεθνούς εμπορίου. Αυτό, που κάποιοι - με τους οποίους διαφωνώ, από τον επιχειρηματικό κόσμο, πολλές φορές «μουρμουράνε» μεταξύ τους ότι η Ελλάδα έχει γεωγραφικό μειονέκτημα, αναπτυξιακό γεωγραφικό μειονέκτημα γιατί δεν βρέθηκε κοντά στις μεγάλες αγορές της Ευρώπης, ώστε να εξάγει με ευκολία τα προϊόντα της, σήμερα νομίζω ότι μπορούμε να το κάνουμε αναπτυξιακό πλεονέκτημα τη γεωγραφική μας θέση. Τη θέση μας, ότι βρισκόμαστε ανάμεσα στη Δύση και στην Ανατολή, ανάμεσα στο Βορρά και στο Νότο. Το ότι είμαστε το τελευταίο κομμάτι της Ευρώπης, σε έναν κόσμο ο οποίος αλλάζει και ο οποίος δημιουργεί μεγαλύτερη ανασφάλεια από ότι στο παρελθόν.

Για αυτό και στοχεύουμε στην ανάπτυξη όλων των λιμανιών, πως;

Πρώτα από όλα στο λιμάνι του Πειραιά, από την πρώτη μέρα που ανέλαβα το Υπουργείο Ναυτιλίας, προχωρήσαμε σε μια συμφωνία για την επέκταση, τον διπλασιασμό σχεδόν της επένδυσης της COSCO, δηλαδή, ακόμα, άλλα, 230.000.000 ευρώ επένδυση. Αυτή η επένδυση, πολεμήθηκε, πολεμήθηκε πάρα πολύ, ιδιαίτερα από ανταγωνιστές του Πειραιά στο εξωτερικό. Περάσαμε μια δύσκολη χρονιά να πάρουμε τις απαραίτητες εγκρίσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και μάλιστα, θα σας πω ότι θα είναι η πρώτη επένδυση που γίνεται στη χώρα, η οποία έχει λάβει όλες τις απαραίτητες εγκρίσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, πριν ξεκινήσει.

Γιατί, ξέρουμε ότι κάποιες άλλες, όπως οι ιδιωτικοποιήσεις παραδείγματος χάριν των Ναυπηγείων, οι οποίες δεν έγιναν σε συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέληξαν στο να είναι σήμερα τα Ναυπηγεία μας κλειστά, με τα πρόστιμα και τους περιορισμούς που επέβαλλε εκ των υστέρων η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανταγωνισμού.

Εμείς προχωράμε με τη σύμφωνη γνώμη. Και θα συνεχίσουμε ώστε να ολοκληρώσουμε. Ελπίζω την επόμενη εβδομάδα, η Γενική Συνέλευση του ΟΛΠ να εγκρίνει το φιλικό διακανονισμό και μέσα στις αρχές Δεκεμβρίου να ξεκινήσουν τα έργα, αφού έρθει και ο Κυρωτικός Νόμος στη Βουλή.

Και θα είναι η μεγαλύτερη ξένη επένδυση στη χώρα σε όλη την εποχή της κρίσης, γιατί όλες οι άλλες επενδύσεις που έχουν γίνει αφορούν βασικά στην εξαγορά υφισταμένων εταιριών, ενώ αυτή η επένδυση είναι η κατασκευή ενός καινούργιου προβλήτα και ο εξοπλισμός του στη θέση της θάλασσας που σήμερα εκεί υπάρχει.

Το λιμάνι του Πειραιά αποτελεί ένα παράδειγμα επιτυχημένο. Έχουμε 24% αύξηση με μόνο το πρώτο εξάμηνο σε σχέση με πέρυσι και έχει καταστεί το λιμάνι του Πειραιά, ένα από τα βασικότερα λιμάνια της Ευρώπης, όχι μόνο της Μεσογείου.

Το ίδιο φιλοδοξούμε να κάνουμε και στη Θεσσαλονίκη, γιατί, παράλληλα με την ολοκλήρωση του φιλικού διακανονισμού με την COSCO προχωράμε και στην ιδιωτικοποίηση και του ΟΛΠ και του ΟΛΘ με ακριβή στόχο, πως θα έρθουν περισσότερες επενδύσεις για να αναπτυχθούν και τα δύο λιμάνια σε όλους τους κλάδους.

Ταυτόχρονα, όμως, διατηρώντας και το δημόσιο χαρακτήρα εκεί που πρέπει -δηλαδή την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος - και βάζοντας ένα σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο που θα εγγυάται στον επενδυτή διαφάνεια μέσα από τη σύσταση της Ρυθμιστικής Αρχής Λιμένων.

Και φυσικά, μέσα από μια ξεκάθαρη σύμβαση που θα ξεχωρίζει τι είναι business και το οποίο παίρνει ο επενδυτής, τι είναι ρυθμιστικός ρόλος και διοικητικός ρόλος του κράτους, το οποίο παραμένει στο Κράτος, πράγμα το οποίο δεν έχει διαχωριστεί από τη στιγμή σύστασης του ΟΛΠ, δηλαδή, κάπου από τις αρχές της δεκαετίας του 1910.

Παράλληλα, στοχεύουμε στην αξιοποίηση και των υπόλοιπων λιμανιών της χώρας. Ήδη, στο Λαύριο, στην Αλεξανδρούπολη, βρίσκονται οι διαδικασίες για συμβάσεις παραχώρησης είτε αφορούν στον τομέα της Κρουαζιέρας είτε αφορούν τον τομέα των Εμπορευμάτων.

Κλείνοντας, θέλω να πω και για τον τρίτο πυλώνα -δράση με την οποίο ασχολούμαστε πάρα πολύ- αυτός του Θαλασσίου Τουρισμού.

Ο Θαλάσσιος Τουρισμός μπορεί να αποτελέσει την πηγή ανάπτυξης για τη χώρα, εύκολα, γρήγορα, χωρίς μεγάλες επενδύσεις, χωρίς να χρειάζεται να κάνουμε όλη αυτή τη γραφειοκρατική διαδικασία για το χτίσιμο ενός ξενοδοχείου, τις πολεοδομικές ρυθμίσεις, τις παρεκκλίσεις και όλα τα σχετικά. Το να έρθει ένα mega yacht στη χώρα, θέλει ένα φιλικό θεσμικό περιβάλλον και αυτό το περάσαμε πέρυσι τον Απρίλιο και φέτος είδαμε, θα το διαβάσατε, θα το είδατε στις ειδήσεις, συνέχεια ρεπορτάζ για το μεγάλο σκάφος που ήρθε στο τάδε λιμάνι, για τους εκστασιασμένους κατοίκους ενός άλλου νησιού οι οποίοι θαύμαζαν μια άλλη υπέρπολυτελή θαλαμηγό κ.α.

Ο στόχος μας είναι να φιλοξενήσουμε περισσότερα σκάφη αναψυχής στη χώρα. Κάθε σκάφος αναψυχής μεσαίου μεγέθους, δημιουργεί άμεσα μια θέση εργασίας στην ξηρά όχι στη θάλασσα και ενισχύει άλλες έντεκα.

Κάποτε η χώρα μας είχε περισσότερα σκάφη αναψυχής με φορολογικά μέτρα, με κυνηγητό, με τη λογική των «σκαφάτων» και βέβαια με τη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος των Ελλήνων περιορίστηκε αυτός ο κλάδος. Έτσι, και είδαμε την γειτονική Τουρκία να γίνεται πρωταθλητής, την Κροατία να αναπτύσσει προορισμούς κ.ο.κ.

Αυτή, λοιπόν, την πορεία την έχουμε αναστρέψει και φιλοδοξούμε την επόμενη χρονιά να φιλοξενήσουμε πολύ περισσότερα. Καθώς επίσης, φιλοδοξούμε να φιλοξενήσουμε και περισσότερα Κρουαζιερόπλοια, διότι πλέον έχουν αρθεί και οι τελευταίοι περιορισμοί στο καμποτάζ για τα κυκλικά ταξίδια, για την επιβίβαση και αποβίβαση επιβατών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι 2,1 εκατομμύρια άνθρωποι θα έχουν περάσει από το λιμάνι του Πειραιά ως το τέλος του χρόνου. Ακόμη και σήμερα, αν έρθετε στο λιμάνι του Πειραιά θα δείτε ότι φιλοξενούμε τουλάχιστον τρία μεγάλα κρουαζιερόπλοια.

Κατασκευάζουμε λιμάνια - προορισμούς για την Κρουαζιέρα σε καινούριους τόπους, ώστε να προσφέρουμε πολλαπλές δυνατότητες και επιμήκυνση του χρόνου της τουριστικής περιόδου. Γατί δεν θέλουμε να προσφέρουμε μόνο τον ήλιο και τη θάλασσα της Σαντορίνης και της Μυκόνου, ως γνωστόν το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο δεν έχουν αυτή την γοητεία που έχουν το καλοκαίρι. Έτσι, θέλουμε να προσφέρουμε και να αναπτύξουμε τους άλλους προορισμούς όπως της Μάνης και του Μυστρά, του Ναυπλίου και των Μυκηνών, της παλιάς πόλης της Κέρκυρας. Σας αναφέρω λιμάνια, στα οποία γίνονται μεγάλες επενδύσεις. Αλλά και της Πάτρας , ενισχύοντας τον θρησκευτικό τουρισμού του Αγίου Ανδρέα, αλλά και της Κορίνθου κ.α., έτσι ώστε να έχουμε τη δυνατότητα επιμήκυνσης της τουριστικής περιόδου.

Στο σημείο αυτό, θέλω να σας ευχαριστήσω για την φιλοξενία και να κάνω ένα πολιτικό σχόλιο: Μας ρωτάνε, γιατί θα πρέπει να αποφύγουμε τις εκλογές; Γιατί οι εκλογές και το να μιλήσει ο λαός είναι κακό, ενόψει τις εκλογές του Προέδρου;

Δεν θα πω για το τι έγινε. Θα σας πω για το τι έρχεται και αυτό που θα δημιουργήσει η πολιτική ανασφάλεια μίας παρατεταμένης προεδρικής εκλογής και προεκλογικής περιόδου και ενδεχομένως ίσως και κυβερνητικής αλλαγής απ΄ ότι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις. Το μόνο που θα κάνει είναι να ανακόψει την πρόοδο αυτών των επενδύσεων που σήμερα έχουν δρομολογηθεί με πάρα πολύ κόπο.

Γιατί, το 2012 αν κάναμε ένα συνέδριο για επενδύσεις στη χώρα, σε αυτήν εδώ την αίθουσα, πιστεύω, ότι μετά βίας θα μαζευόμασταν καμία δεκαριά και θα λέγαμε για το “πώς δεν μπορούν να γίνουν επενδύσεις στη χώρα”. Σήμερα, χαίρομαι που βλέπω μια κατάμεστη αίθουσα, ενώ έχει αυξηθεί το επιχειρηματικό ενδιαφέρον, το επενδυτικό ενδιαφέρον.

Xαίρομαι που σήμερα, δε συζητάμε μόνο με εκπροσώπους “funds” και “stress funds”, που θέλουν να μπουν και να αγοράσουν “μπιρ παρά” ό, τι υπάρχει, αλλά συζητάμε με μεγάλους θεσμικούς επενδυτές που ο καθένας τους είναι με ειδίκευση, ιστορία και μεγάλο όγκο επενδύσεων στον κλάδο του.

Σήμερα, έχουν ωριμάσει όλα αυτά και είναι έτοιμα να μπούνε στην αγορά. Είναι κάποια δισεκατομμύρια! Μόνο στο δικό μου τομέα μπορώ να σας πω περίπου 2 δισεκατομμύρια ευρώ επενδύσεις -όπως σας περιέγραψα πριν- είναι έτοιμες να γίνουν, να δεσμευτούν στην ανάπτυξη των Ελληνικών Λιμανιών και μόνο. Και τις οποίες με πολύ μεγάλη λύπη, όχι μόνο για τον κόπο που έχω κάνει εγώ και οι συνεργάτες μου, για τον κόπο που έχει κάνει ο Πρωθυπουργός, αλλά με πολύ μεγάλη λύπη για τις επόμενες γενιές, αν μπούμε σε ένα κύκλο πολιτικής ανασφάλειας και αμφιβολίας θα τις δω να τις ξανασυζητάνε αυτοί οι επενδυτές, οποίοι τις είχαν αποφασίσει.

Λοιπόν, γι΄αυτό θεωρώ ότι είναι απαραίτητη η διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας για την ενίσχυση αυτού του κλίματος των επενδύσεων και της ανάπτυξης.

Ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία.