Τ​​ο καλοκαίρι του 2013 η χώρα είχε αρχίσει να επανέρχεται και να επανακτά την εμπιστοσύνη της Ευρώπης και του επενδυτικού κοινού, μέσα από την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που δημιουργούσαν φιλικό και ανοικτό περιβάλλον σε ξένους επενδυτές. Παρ’ όλα αυτά, όταν τότε σε μία συντονισμένη κυβερνητική προσπάθεια ζητήσαμε από όλες τις εταιρείες κρουαζιερόπλοιων να επενδύσουν  στη  χώρα  μας,  καμία δεν  ανταποκρίθηκε.  Η άρνηση των  εταιρειών  να επενδύσουν στον  δεύτερο  πιο  κερδοφόρο κλάδο  υπηρεσιών  του  πρώτου λιμανιού  της  χώρας  μας  οδήγησε στην απόφαση για την αποκρατικοποίηση  όλου  του  λιμανιού, αφού  διαπιστώσαμε  και  από  πρώτο χέρι ότι άλλες  παραχωρήσεις  δεν  μπορούσαν να φέρουν σοβαρά έσοδα, αλλά  ούτε και σημαντικές επενδύσεις.


                  

Με την αποκρατικοποίηση της ΟΛΠ Α.Ε., που είναι διαχειριστής και όχι ιδιοκτήτης του λιμανιού, θα καλύπταμε τον δημοσιονομικό στόχο που είχε τεθεί για έσοδα από αποκρατικοποιήσεις, αλλά και θα προσελκύαμε περίπου 500 εκατομμύρια ευρώ επιπλέον, επενδύσεις στο λιμάνι. Οι επενδύσεις αυτές θα προσετίθεντο στον ήδη διπλασιασμό της επένδυσης της Cosco των 230 εκατομμυρίων ευρώ για την κατασκευή του δυτικού προβλήτα ΙΙΙ και στα 110 εκατομμύρια ευρώ που είχαν δεσμευθεί με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για την επέκταση του προβλήτα κρουαζιερόπλοιων. Τα χρήματα αυτά είχαν κεντρικό στόχο να τονώσουν την «ταλαιπωρημένη» ναυπηγοεπισκευή με νέο εξοπλισμό, π.χ. πλωτές δεξαμενές και γερανούς, ώστε να μπορούν να εξυπηρετούν σύγχρονα και μεγάλης χωρητικότητας πλοία. Παράλληλα, αναβαθμίζαμε χρήσεις του λιμανιού, όπως της ακτοπλοΐας, που μπορεί να μην ήταν ιδιαίτερα εμπορικές για το επενδυτικό ενδιαφέρον, αλλά ήταν ζωτικές για την εθνική συνοχή της χώρας.

Ταυτόχρονα, και για να διασφαλίσουμε το δημόσιο συμφέρον και την επίβλεψη της διαχείρισης λιμένων από ιδιώτες, θεσπίσαμε με ταχύτητα ένα ξεκάθαρο ρυθμιστικό πλαίσιο. Η Ρυθμιστική Αρχή Λιμένων που συστήθηκε και οργανώθηκε, είχε αποκλειστικό σκοπό την επίβλεψη των συμβάσεων παραχώρησης από το ελληνικό κράτος προς τους Οργανισμούς Λιμένος, ενώ θα παρακολουθούσε την καλή εκτέλεση των επιχειρηματικών σχεδίων και θα διασφάλιζε την ελεύθερη πρόσβαση στα λιμάνια χωρίς αποκλεισμούς και μονοπώλια.

Εκτός από τα άμεσα οφέλη της αποκρατικοποίησης του λιμανιού, σημαντική θα ήταν και η μακροπρόθεσμη επίδραση στην ανάπτυξη δικτύου επιχειρήσεων γύρω από το λιμάνι του Πειραιά. Μέχρι το 2018,  η  προστιθέμενη αξία θα μπορούσε  να  αυξηθεί κατά 1,1 δισ. ευρώ για τις επιχειρήσεις που είναι άμεσα συνδεδεμένες με τη ναυτιλία και κατά 2,1 δισ. για το ευρύτερο δίκτυο επιχειρήσεων –κυρίως αποθήκευσης (logistics) και βιομηχανικών– που συγκεντρώνονται στην περιοχή λόγω της αυξημένης δραστηριότητας. Θα μπορούσε, δηλαδή, ο Πειραιάς επιτέλους να μετατραπεί σε διεθνές ναυτιλιακό κέντρο και να αναπτύξει το δικό του ναυτιλιακό cluster, με ένα ευρύ πλέγμα ιδιωτικών επιχειρήσεων και εταιρειών.

Είναι σαφές, λοιπόν, ότι οι εξαγγελίες της νέας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ για τη διακοπή των διαδικασιών αποκρατικοποίησης βάζουν φρένο σε επενδύσεις και προκαλούν αστάθεια στο επενδυτικό κλίμα που μπορεί να αποβεί μοιραία. Η χώρα μας δεν μπορεί να προχωρήσει με κλειστή οικονομία και κρατικά μονοπώλια που θα μοιράζουν δανεικό χρήμα σε πελατειακά δίκτυα. Είναι ένα μοντέλο που αν ακολουθηθεί θα μας φέρει με μαθηματική ακρίβεια στο χείλος ενός νέου γκρεμού. Η προσέλκυση ξένων και στρατηγικών επενδύσεων αποτελεί τον μοναδικό και ρεαλιστικό δρόμο για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την ανάπτυξη.