Επίκαιρη επερώτηση για το θέμα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στις θαλάσσιες ενδομεταφορές κατέθεσαν δέκα-επτά βουλευτές της ΝΔ με πρώτο υπογράφοντα τον αρμόδιο τομεάρχη του κόμματος Μ. Βαρβιτσιώτη. Την επίκαιρη επερώτηση υπογράφουν επίσης οι βουλευτές της ΝΔ, Κ. Τσιπλάκος, Αθ. Βαρίνος, Π. Μαντούβαλος, Π. Μελάς, Αν. Νεράτζης, Αρ. Παυλίδης, Γ. Καλός, Β. Μιχαλολιάκος, Αν. Λιάσκος, Ι. Χωματάς, Γ. Δεικτάκης, Ι. Κεφαλογιάννης, Εμ. Κεφαλογιάννης, Χρ. Μαρκογιαννάκης, Α. Μπέζας και Γ. Σαλαγκούδης. Στην επερώτηση επισημαίνεται συγκεκριμένα: "Από την 1η Νοεμβρίου ξεκίνησε η εφαρμογή του Νόμου 2932/2001 για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στις θαλάσσιες ενδομεταφορές. Η εφαρμογή του νέου θεσμικού πλαισίου εντάσσεται στο πλαίσιο προσαρμογής της χώρας μας στα κοινοτικά δεδομένα καθώς την 1η Ιανουαρίου 2004, εκπνέει η προθεσμία εξαίρεσης της χώρας μας από τις διατάξεις του κοινοτικού κανονισμού 3577/92 για την εφαρμογή της ελεύθερης κυκλοφορίας και των υπηρεσιών στις θαλάσσιες μεταφορές των κρατών μελών της Ε.Ε. Ωστόσο όπως διαβεβαιώνουν τα αρμόδια κοινοτικά όργανα, η απελευθέρωση για την οποία γίνεται λόγος στο νέο θεσμικό πλαίσιο δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Ο κρατικός παρεμβατισμός διαιωνίζεται με τις δυνατότητες που παρέχονται στο ΥΕΝ να παρεμβαίνει στην διαμόρφωση των ναύλων και των δρομολογίων και είναι πολύ πιθανό η χώρα μας να βρεθεί κατηγορούμενη από την ΕΕ για την μη εφαρμογή των κοινοτικών κανονισμών. Παράλληλα μια σειρά από αντιφατικές επιλογές της κυβέρνησης και η επιλογή της να ασκεί κοινωνική πολιτική με ξένες τσέπες έχει δημιουργήσει αναστάτωση στην ακτοπλοϊκή αγορά η οποία απειλείται από τον υπέρογκο δανεισμό της. Ο ΥΕΝ από την μία πλευρά υπογράφει αυξήσεις στα εισιτήρια που φθάνουν το 12% από την αρχή του έτους και από την άλλη φροντίζει να τις παίρνει πίσω με αδικαιολόγητες εκπτώσεις τις οποίες δεν εγκρίνει ούτε η Επιτροπή Ναυλολογίου ούτε το Συμβούλιο Ακτοπλοϊκών Συγκοινωνιών. Επιμένει στην εφαρμογή του επίναυλου 3% σε όλες τις κατηγορίες των εισιτηρίων προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η συγκοινωνία στις άγονες γραμμές και παράλληλα αδιαφορεί για την κατάργηση των μη ανταποδοτικών κρατήσεων, από την οποία θα μπορούσε να απορροφηθεί ένα σημαντικό μέρος των αυξήσεων. Ο σχεδιασμός των δρομολογίων αποδεικνύεται πρόχειρος και επιζήμιος για το Ελληνικό δημόσιο. Το 2000 διατέθηκαν 2,8 δις δρχ για την κάλυψη των νησιωτικών αναγκών. Το ποσό αυτό ανήλθε στα 4 δις δρχ το 2001 και με το νέο σύστημα που επελέγη εκτοξεύθηκε στα 38 εκ. Ευρώ δηλαδή 12,9 δις δρχ για τον επόμενο χρόνο. Μόλις τον περασμένο Μάιο το ΥΕΝ εκτιμούσε ότι το κόστος θα ανέλθει στα 7 δις δρχ ενώ ακόμα πιο άστοχες ήταν οι προβλέψεις που γίνονταν από την προηγούμενη πολιτική ηγεσία η οποία θεωρούσε ότι το κόστος θα μπορούσε να καλυφθεί από τα έσοδα του επίναυλου (περίπου 4.5 δις). Παράλληλα δεν έχει γίνει καμία ουσιαστική προσπάθεια έτσι ώστε η συγκοινωνιακή κάλυψη των μικρών νησιών να πληροί τους στοιχειώδεις όρους ποιότητας. Ακόμα και μεγάλα νησιά υπόκεινται στο καθεστώς της προστασίας και χαρακτηρίζονται ως άγονες γραμμές όπως η Ρόδος, Κώς, Χίος, Σάμος κλπ. Την κατάσταση αυτή η κυβέρνηση την αντιμετωπίζει με επικοινωνιακού τεχνάσματα όπως αυτό της ναυπήγησης οκτώ πλοίων ειδικού τύπου. Μέχρι και σήμερα δεν έχει εκδηλωθεί καμία συγκεκριμένη πολιτική για την στήριξη των πολυμετοχικών ακτοπλοϊκών εταιριών που πληρώνουν ακριβά την πορεία του χρηματιστηρίου και τις επενδύσεις στις οποίες προχώρησαν βασιζόμενες στις κυβερνητικές παραινέσεις. Με την στάση της αυτή, ουσιαστικά η κυβέρνηση κλείνει τα μάτια στον ορατό κίνδυνο Ελληνικές εταιρίες να περάσουν στα χέρια ξένων μέσω της εξαγοράς πακέτων μετοχών. Διάφορες προτάσεις που έχουν κατατεθεί και οι οποίες ενδεχομένως να δημιουργούσαν ένα πιο ευνοϊκό τοπίο όπως ο εκσυγχρονισμός της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης και η ένταξη της στον αναπτυξιακό νόμο, παραπέμπονται στις καλένδες. Τέλος αν και έχουν εξαγγελθεί δεκάδες μικρά η μεγαλύτερα έργα για την βελτίωση των λιμενικών υποδομών και έχουν συσταθεί αρκετά εποπτικά όργανα, η κατάσταση που επικρατεί δεν βελτιώνεται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ακτή Βασιλειάδη στον Πειραιά αλλά και το λιμάνι του Λαυρίου που παραμένει αποκομμένο και μη ελκυστικό για δρομολογήσεις πλοίων". ΕΠΕΡΩΤΑΤΑΙ Ο κ. ΥΠΟΥΡΓΟΣ: Γιατί δεν προχώρησε στην άρση των διατάξεων που διαιωνίζουν τον κρατικό παρεμβατισμό γιατί δεν εναρμόνισε το νέο θεσμικό πλαίσιο με τα Ευρωπαϊκά δεδομένα, και γιατί δεν πήρε όλα τα αναγκαία μέτρα στήριξης και τόνωσης της ακτοπλοΐας ενόψει της απελευθέρωσης;