-Πιστεύετε πως η κυβέρνηση έφερε εσπευσμένα τον εκλογικό νόμο έχοντας στο μυαλό της εκλογές τον φθινόπωρο και μάλιστα διπλές; 

 

Η συζήτηση που άνοιξε η Κυβέρνηση γύρω από τον εκλογικό νόμο είναι σίγουρα προσχηματική. Είναι φανερό ότι ο κ. Τσίπρας επιδιώκει μια ξεκάθαρη αλλαγή στην ατζέντα της μέχρι τώρα επικαιρότητας. Την ατζέντα των αυξημένων φόρων, των μειωμένων συντάξεων, των συνεχιζόμενων απολύσεων και των καθημερινών λουκέτων.

Για αυτό και σε καμία περίπτωση δε θεωρώ ότι αποτελεί προάγγελο εκλογών. Ο κ. Τσίπρας, ως γνήσιος λαϊκιστής, λειτουργεί με αποκλειστικό γνώμονα την παραμονή του στην καρέκλα. Και δε διστάζει να  «χρησιμοποιεί» ακόμα και τους θεσμούς, προκειμένου να κερδίσει χρόνο.

 

 

-Είστε υπέρ ή κατά της κατάτμησης της Β’ Αθηνών, περιφέρεια  που εκλέγεστε;

Πιστεύω στη γενικότερη αναδιάταξη του εκλογικού χάρτη με τη δημιουργία ισοδύναμων εκλογικών περιφερειών σε όλη τη χώρα. Η ισόρροπη κατανομή των βουλευτικών εδρών υπηρετεί την ανάγκη για ισόρροπη εκπροσώπηση όλων των πολιτών. Είναι κάτι που έχω επισημάνει δημόσια από το 2007.

            Σε ό,τι αφορά τη Β’ Αθηνών -και λόγω των κοινωνικών αντιθέσεων που ενσωματώνει-  η αναδιάταξή της θα πρέπει να γίνει με έναν τρόπο που να μην περιορίζεται μόνο στα γεωγραφικά κριτήρια. Διαφορετικά, στις νέες, μικρότερες περιφέρειες που θα δημιουργηθούν, ελλοχεύει ο κίνδυνος της «ταξικής» εκπροσώπησης. Να οδηγηθούμε, δηλαδή, σε βουλευτές των «πλουσίων» και βουλευτές των «φτωχών».

 

 

-Παρόλα αυτά η ΝΔ δεν έχει κάνει συγκεκριμένη αντιπρόταση. Θέλετε δηλαδή να παραμείνει το bonus των 50 εδρών. Δεν είναι υπερβολικό; 

 

Το ζήτημα που εγείρουν πολλοί θιασώτες της απλής αναλογικής γύρω από το bonus, το θεωρώ παραπλανητικό. Ο εκλογικός νόμος προβλέπει ότι οι έδρες που μπορεί να λάβει το πρώτο κόμμα ως bonus μπορεί να φθάσουν μέχρι τις 50. «Μέχρι», το τονίζω. Στην τελευταία Βουλή, για παράδειγμα, οι έδρες που δόθηκαν ως bonus στον Σύριζα και τον κ. Τσίπρα, με τη δεύτερη κατανομή, ανέρχονται σε 30. Και σωστά ο νομοθέτης προβλέπει την πριμοδότηση  του πρώτου κόμματος. Γιατί, θεωρώ ότι το βασικό διακύβευμα σε έναν εκλογικό νόμο είναι να υπηρετείται ο σχηματισμός στέρεων Κυβερνήσεων. Ιδιαίτερα, μάλιστα, όταν βρισκόμαστε σε μια περίοδο κρίσης, όχι μόνο ελληνικής, αλλά και ευρωπαϊκής. Για να ανακάμψει η Ελλάδα χρειάζεται πολιτική σταθερότητα. Εάν μειώσουμε τις δυνατότητες να υπάρξει πολιτική σταθερότητα, τότε μειώνουμε τις δυνατότητές μας για ανάπτυξη.

 

 

 

-Το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ δε θα στηρίξουν την κυβέρνηση στον εκλογικό νόμο. Αυτή η στάση μπορεί να σας φέρει πιο κοντά, σε μια μελλοντική κυβέρνηση συνεργασίας;  

 

Στην παρούσα φάση είναι θετικό το ότι αποτρέπεται η προσπάθεια του Πρωθυπουργού να αφήσει την Ελλάδα ακυβέρνητη, μετά τη δική του απόδραση. Η απαιτούμενη στήριξη των 200 βουλευτών που ορίζει το Σύνταγμα, προκειμένου να αλλάξει ο εκλογικός νόμος και να ισχύσει στις επόμενες εκλογές, δε φαίνεται να επιτυγχάνεται. Αυτή είναι η σημασία, άλλωστε, και της συγκεκριμένης πρόβλεψης: Να μην μπορεί η οποιαδήποτε Κυβέρνηση και ο κάθε κ. Τσίπρας να «κόβουν και να ράβουν» κάθε φορά έναν εκλογικό νόμο στα μέτρα τους.

Η άρνηση των κομμάτων στην πρόταση Τσίπρα δείχνει το πόσο τοξική φαίνεται η συμπόρευσή τους με αυτήν την Κυβέρνηση. Και αυτό το αξιολογώ θετικά.

Η στάση του κάθε κόμματος, όμως, πρέπει να αξιολογείται διαρκώς, κυρίως από τους πολίτες. Το λέω αυτό, γιατί ακούω, για παράδειγμα, τον κ. Λεβέντη, από τη μια, να κατηγορεί την παρούσα Κυβέρνηση, ζητώντας επίμονα Οικουμενική και, από την άλλη, να συμφωνεί  (συμπράττοντας και με τη Χρυσή Αυγή) στην πρότασή της για αλλαγή του εκλογικού νόμου, ενώ, την ίδια ώρα, διατρανώνει ότι με τον Μητσοτάκη «δε δέχεται να συγκυβερνήσει». Οι θέσεις των κομμάτων σε όλα τα θέματα οφείλουν να είναι ξεκάθαρες. Δε γίνεται να είσαι «και με τον αστυφύλαξ και με το χωροφύλαξ».

 

 

-Οι περικοπές στις συντάξεις συνεχίζονται και με αυτήν την κυβέρνηση. Μπορείτε να δεσμευτείτε πως θα αποκαταστήσετε κάποιες από τις απώλειες ή κάτι τέτοιο δεν είναι ρεαλιστικό; 

 

Ο πυρήνας της πολιτικής μας στο ασφαλιστικό  είναι τελείως διαφορετικός από αυτόν της Κυβέρνησης. Εμείς διαφωνούμε ότι ο χαρακτήρας του πρέπει να είναι μόνο αναδιανεμητικός, όπως γίνεται σήμερα. Εμείς θεωρούμε ότι το ασφαλιστικό πρέπει να είναι και ανταποδοτικό. Δεν μπορεί αυτός που για πολλά χρόνια συνεισέφερε πολλά, να λαμβάνει σήμερα την ίδια σύνταξη με εκείνον που συνεισέφερε λίγα και σε λιγότερα χρόνια. Είναι ένας εξισωτισμός , άδικος κοινωνικά και παράδοξος οικονομικά. Και, βέβαια, στο πλαίσιο ενός νέου –κοινωνικά και οικονομικά δίκαιου- ασφαλιστικού θα πρέπει κάποια στιγμή, επιτέλους, να εξετάσουμε και τη δυνατότητα συμμετοχής της ιδιωτικής ασφάλισης.  Θα πρέπει, με άλλα λόγια, να δώσουμε το δικαίωμα στον ασφαλισμένο να κάνει εκείνος το προσωπικό του «κουμάντο». Να επιλέγει να εισφέρει για τη σύνταξή του όσο νομίζει και στη συνέχεια,  μέσω δημόσιων αλλά και ιδιωτικών ασφαλιστικών φορέων, να λαμβάνει σύνταξη όσο αποθεματοποίησε.

Ας μην ξεχνάμε ότι μέσω του ασφαλιστικού αντικατοπτρίζεις την κατεύθυνση που έχει μια κοινωνία. Εγώ πιστεύω σε μια κοινωνία που προοδεύει και δε μένει στάσιμη. Πιστεύω σε μια Ελλάδα που δίνει κίνητρα στους νέους ανθρώπους να παράξουν και δεν τους αποστερεί τους κόπους τους και τα χρήματα που επένδυσαν σε αυτήν, στη διάρκεια της ζωής τους.

 

 

 

-Η κυβέρνηση κάνει λόγο για ανάπτυξη μέσα στο δεύτερο εξάμηνο το 2016. Συμμερίζεστε  αυτήν την άποψη;

 

Στη χώρα αυτή ο μόνος Έλληνας που βλέπει ανάπτυξη σε λίγους μήνες είναι ο κ. Τσίπρας. Αντίθετα, όλες οι προβλέψεις των οικονομικών αναλυτών είναι δυσοίωνες. Σας θυμίζω ότι, μόλις προχθές, η citιbank  σε έκθεσή της εκφράζει την απαισιοδοξία της για την ελληνική οικονομία, προβλέποντας ύφεση ακόμα και το 2017. Κοιτάξτε, η ανάπτυξη δεν έρχεται με ευχολόγια. Η ανάπτυξη έρχεται μόνο με επενδύσεις. Και οι επενδύσεις προϋποθέτουν κλίμα σταθερότητας.

 Για αυτό το λόγο, ενόψει της  επερχόμενης Συνταγματικής Αναθεώρησης, πρότεινα την επαναφορά της διάταξης του Συντάγματος του 1952, που δημιουργούσε το απαραίτητο καθεστώς προστασίας για τα κεφάλαια που επενδύονταν στην Ελλάδα. Αυτή  η διάταξη απετέλεσε τη νομική βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε το θαύμα της εκβιομηχάνισης στη χώρα μας τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Παράλληλα, η ελληνική Ναυτιλία, υπαγόμενη στο ίδιο νομικό καθεστώς, γνώρισε μια πρωτοφανή άνθηση και θεμελίωσε την παγκόσμια κυριαρχία της. Σήμερα, επομένως, η χώρα έχει ανάγκη από μια αντίστοιχη πρόβλεψη. Από μια νέα συνταγματική διάταξη που θα την καταστήσει ασφαλή προορισμό για τα ξένα κεφάλαια και θα τη μετατρέψει σε υποδοχέα μεγάλων επενδύσεων.