Δε θυμάμαι -και δε γνωρίζω- εκλογή που να συζητήθηκε περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Και η αλήθεια ότι η ανάδειξη του Ντόναλντ Τραμπ στην ηγεσία των ΗΠΑ έχει προκαλέσει, μέχρι στιγμής, ένα ευρύτερο κλίμα προβληματισμού. Το προχθεσινό αποτέλεσμα, άλλωστε, δεν αποτελεί τίποτε άλλο από την εκκωφαντική απόδειξη ότι το «αντισυστημικό ρεύμα», που κυριάρχησε πρόσφατα στις περισσότερες χώρες της Γηραιάς Ηπείρου, κατάφερε να περάσει και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Η Αμερική, επομένως, εισέρχεται από σήμερα σε μια νέα εποχή και το δεδομένο αυτό επηρεάζει, αναμφίβολα,  τις εξελίξεις και σε όλο το υπόλοιπο ημισφαίριο. Το ζητούμενο από εδώ και πέρα δεν είναι ο σκεπτικισμός και η μεμψιμοιρία, αλλά η καταγραφή των προκλήσεων που απορρέουν από αυτή την αλλαγή.

Πριν από λίγους μήνες, και μετά την επικράτηση του Brexit, είχα εκφράσει δημόσια την πρόβλεψη για νίκη του Τράμπ, ενώ είχα εκφέρει την άποψη ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο ίσως  σηματοδοτήσει ορισμένες θετικές εξελίξεις. Τόσο για τη χώρα μας, όσο και για το ευρύτερο  γεωπολιτικό μας πεδίο.

Για παράδειγμα, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εξαγγείλει ότι θα συνεργαστεί με τη Ρωσία για την εκτόνωση της Συριακής κρίσης, πράγμα το οποίο δεν έγινε ούτε από τον Μπάρακ Ομπάμα, ούτε από τη Χίλαρυ Κλίντον. Είπε, δηλαδή, το αυτονόητο για την αντιμετώπιση μιας ανθρωπιστικής τραγωδίας που, αισίως, εισέρχεται στον πέμπτο της χρόνο, με ολόκληρη την ανθρωπότητα να την παρακολουθεί απαθής. Μια ενδεχόμενη τέτοια συνεργασία θα είναι επωφελής, κυρίως για την Ελλάδα, αφού θα ανακόψει το τεράστιο προσφυγικό ρεύμα, θεραπεύοντας τα αίτια που το προκαλεί.

Η μέχρι τώρα  στάση του, άλλωστε, έχει δείξει ότι αντιλαμβάνεται σε μεγάλο βαθμό τη σοβαρότητα και το μέγεθος του μεταναστευτικού. Ένα σύνθετο ζήτημα που, κατά βάση, εκπορεύεται από τη γειτονιά μας και ταλανίζει όλο το νοτιο-ευρωπαϊκό τόξο. Για αυτό και η επίλυσή του προϋποθέτει πολιτικές συμπράξεις και πρωτοβουλίες σε διεθνές επίπεδο.

 Ως Υπουργός Ναυτιλίας και Αιγαίου, είχα κατ’ επανάληψη έρθει σε επαφή με τις Αμερικανικές αρχές, ζητώντας την αρωγή τους στη διαχείριση της μεταναστευτικής έξαρσης. Σε όλους τους τόνους είχα ζητήσει τη συνδρομή τους τόσο σε τεχνογνωσία, όσο και σε τεχνολογικό εξοπλισμό. Και είχα επισημάνει την αδυναμία μιας χώρας, όπως η Ελλάδα, να ανακόψει ένα φαινόμενο, που, σύντομα, η αλυσιδωτή μορφή που θα λάβει, αναμένεται να επηρεάσει όλες τις χώρες του δυτικού κόσμου.

Και αν η ρητορική Τράμπ αναλώνεται πολλές φορές στη διατύπωση  ακραίων θέσεων για το θέμα αυτό -που προφανώς δε συμφωνώ με αυτές- το γεγονός ότι βάζει το προσφυγικό ψηλά στην ατζέντα των πολιτικών του, δημιουργεί μεγάλες προσδοκίες για άρση της μέχρι τώρα απαθούς και στατικής προσέγγισης των ΗΠΑ απέναντι στο ζήτημα.

Θετικό στοιχείο, ακόμη, θεωρώ ότι ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ έχει τοποθετηθεί αρνητικά για την πρωτοβουλία της «αραβικής άνοιξης». Ένα αποτυχημένο πείραμα που, εν τοις πράγμασι,  έχει καταλήξει σε «μουσουλμανικό χειμώνα», αφού σε οποία κράτη αποπειράθηκε να εφαρμοστεί, άφησε πολύ ισχυρό το αποτύπωμα του ισλαμικού κράτους, με αποτέλεσμα να έχει προκληθεί σήμερα γεωπολιτική αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή μας

Οι θέσεις αυτές που ανέφερα, αποτελούν ορισμένες θετικές πρώτες ενδείξεις της νέας ηγεσίας των ΗΠΑ, που οφείλουμε να εκμεταλλευτούμε. Σίγουρα, δεν περιμένουμε από κανέναν Αμερικανό Πρόεδρο να λύσει τα βασικά εθνικά μας ζητήματα. Η πολιτική, όμως, είναι πρωταρχικά ζήτημα συσχετισμών. Γι αυτό και η Προεδρία του Τράμπ θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη σοβαρότητα που της πρέπει. Και η ελληνική διπλωματία οφείλει με νηφαλιότητα να σταχυολογήσει και να αξιοποιήσει όλα ακριβώς τα στοιχεία του πολιτικού του λόγου που βοηθούν και εξυπηρετούν τις δικές μας στρατηγικές επιδιώξεις.