Οι πρόσφατες εξελίξεις στο διεθνές σκηνικό δείχνουν ότι μπαίνουμε με ταχύτητα σε μια νέα εποχή. Η αδυναμία της Ευρώπης να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την οικονομική κρίση, αλλά και η παντελής απουσία σχεδιασμού στην αύξηση των μεταναστευτικών ροών, δείχνουν ότι τελικά τα κράτη δε θα πρέπει να επαφίενται και πολύ στις Βρυξέλλες.

Ιδιαίτερα για την Ελλάδα, η ανάγκη υιοθέτησης μιας εθνικής στρατηγικής για το μεταναστευτικό είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρη από ποτέ. Η ολοένα εντεινόμενη όξυνση των σχέσεων της Ε.Ε με την Τουρκία, μας βάζει, αναπόφευκτα, στο στόχαστρο των τιμωρητικών απειλών Ερντογάν, απέναντι στην Ευρώπη.

Και αν κάτι μπορεί να χαρακτηριστεί αληθές, είναι το γεγονός ότι η συμφωνία μεταξύ τους, μείωσε αισθητά την πίεση που δεχόταν η χώρα μας -χωρίς, ωστόσο, να αποτελεί τον μοναδικό ανασταλτικό παράγοντα σε αυτό. Όπως, επίσης, και το ότι η Ε.Ε επανήλθε στο ατελέσφορο παιχνίδι «των απατηλών υποσχέσεων», μη τηρώντας, έτσι, τις δικές της δεσμεύσεις απέναντι στην Τουρκία.

Γιατί, ενώ όφειλε να επιτρέψει την ελεύθερη πρόσβαση των Τούρκων στην Ευρώπη, μέσω του visa waiver, εγκατέλειψε τη δέσμευση αυτή, προφασιζόμενη πολιτικού χαρακτήρα δικαιολογίες. Αποτελεί, άλλωστε, παραλογισμό να ζητάς σε μια χώρα που υφίσταται με τόση ένταση το φαινόμενο της τρομοκρατίας, με εκατοντάδες νεκρούς τα τελευταία χρόνια, να χαλαρώσει τις αντιτρομοκρατικές της πολιτικές. Όταν την ίδια στιγμή, μάλιστα, η Γαλλία βρίσκεται για 10 περίπου μήνες σε καθεστώς αυξημένης ασφάλειας.

Η δε τελευταία απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για διακοπή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, βάζει οριστικό τέλος- τουλάχιστον για το επόμενο χρονικό διάστημα- στην ευρωπαϊκή της προοπτική. Κάτι που, αναπόφευκτα, επισύρει αρνητικές συνέπειες.  Μην ξεχνάμε, εξάλλου, ότι, παρά τα αισθήματα που τρέφει ο καθένας, η προσέγγιση της Τουρκίας στην Ε.Ε, υπηρετήθηκε από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις και αποτελούσε για εμάς πάντα εθνικό στόχο. Γιατί μια Τουρκία «ευρωπαϊκή», είναι πολύ καλύτερος γείτονας από μια Τουρκία «ανατολική».

Σήμερα, οι αντιδράσεις Ερντογάν απέναντι στο φιλοευρωπαϊκό Κεμαλικό τουρκικό κατεστημένο, μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος,  θα πρέπει να μας προβληματίσουν ισχυρά. Η αναθεωρητική ρητορεία για την συνθήκη της Λωζάνης, αλλά και οι απειλές για μαζική έξοδο μεταναστών στην Ευρώπη, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με σχεδιασμό και όχι με αφορισμούς.

Δυστυχώς, στην κυβέρνηση επικρατούν οι φωνές που απεύχονται κάτι τέτοιο να συμβεί, χωρίς, όμως, να προετοιμάζονται για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Τι θα συμβεί αν πραγματοποιηθούν οι απειλές; Αν, όντως, αρχίσουν, δηλαδή, να φτάνουν χιλιάδες παράνομοι μετανάστες και πρόσφυγες στα νησιά, όπως με περίσσια κυνικότητα προβλέπει ο αρμόδιος υπουργός; Τι θα κάνει η Ελλάδα τώρα που ο βαλκανικός διάδρομος είναι κλειστός και οι μετανάστες δε θα μπορούν να "εξαφανίζονται"; 

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να βρεθούμε με εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους εγκλωβισμένους, χωρίς δυνατότητα διεξόδου. Ούτε δικής τους, αλλά ούτε και δικής μας. Τότε θα δούμε σε όλη την χώρα φαινόμενα που δεν θέλουμε ούτε να σκεφτόμαστε.

Επομένως, ο σχεδιασμός μίας πολιτικής αντίδρασης είναι αναγκαίος. Και σε αυτόν το σχεδιασμό, εκτός από τις ανθρωπιστικές προβλέψεις, πρέπει να υπάρχουν σοβαρές πρόνοιες για την ασφάλεια. Καταρχάς, να υλοποιηθούν οι διαγωνισμοί για την εγκατάσταση ενός συστήματος επιτήρησης των θαλασσίων συνόρων (γιατί ναι, υπάρχουν σύνορα στη θάλασσα, παρά την πρωθυπουργική άγνοια). Ένα τέτοιο σύστημα έχει σχεδιαστεί, ήδη, από το 2014, με ευθύνη του ΓΕΕΘΑ και των υπουργείων Ναυτιλίας και Δημοσίας Τάξεως. Έχει δε ενταχθεί ως πρώτης προτεραιότητας δράση στο «Ταμείο Ασφάλειας Συνόρων», που μπορεί να χρηματοδοτήσει το 90% του έργου.

Από τον Ιανουάριο του 2015, όμως, δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια υλοποίησης του συγκεκριμένου έργου που, αφενός, θα βελτιστοποιούσε την αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων έρευνας και διάσωσης στο Αιγαίο και την αποτροπή κινδύνου για εκατοντάδες ανθρώπινες ζωές και, αφετέρου, θα ενδυνάμωνε την αποτελεσματικότητα των μέτρων αποτροπής παράνομης εισόδου στη χωρά.

Η πατρίδα μας δεν μπορεί και δεν πρέπει να μετατραπεί σε ένα απέραντο hotspot. Οφείλει να σχεδιάσει -και έχει ήδη αργήσει- το στρατηγικό εναλλακτικό της πλάνο για το τι πρέπει να κάνει, εάν τελικά καταρρεύσει οριστικά η συμφωνία μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας που, ήδη, φαίνεται να καρκινοβατεί.