Αρθρο στην Ημερησία. Η επίθεση στο Ιράκ από τις δυνάμεις της συμμαχίας έχει ξεσηκώσει ένα πρωτοφανές κύμα αντιπολεμικών διαμαρτυριών και αγανάκτησης απέναντι στην βαρβαρότητα του πολέμου. Η οργή των λαών είναι δικαιολογημένη για τις εικόνες φρίκης που ένας πόλεμος προσφέρει ιδιαίτερα στην σύγχρονη εποχή πού τόσο η οικονομική ευμάρεια των κρατών της δύσης, αλλά και η κοινωνική ευαισθητοποίηση έχουν αυξηθεί. Αυτό βέβαια που έχει προκαλέσει ακόμα περισσότερο είναι η μονομερή και χωρίς προηγούμενη διεθνή συναίνεση επίθεση των Αμερικανών. Τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα μετά την λήξη του ψυχρού πολέμου ένα νέο κύμα σκέψης αναπτύχθηκε στις σχολές των διεθνών σχέσεων. Η μέχρι τότε γνωστή σχολή του ρεαλισμού (real politick) που απλοποιούσε την ανάλυση των διεθνών σχέσεων σε σχέσεις δύναμης και σύγκρουσης ανάμεσα στα κράτη έδωσε την θέση της σε μία πιο ανθρωπιστική εκδοχή της εξωτερικής πολιτικής. Η ανάλυση για το εθνικό συμφέρον – που ήταν είναι και θα πρέπει να είναι ο κύριος γνώμονας για την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής- γινόταν βάση μιας αέναης επιδίωξης για επιβίωση και ισχύ. Οι μόνες παράμετροι ανάλυσης εδράζονταν στην στρατιωτική, διπλωματική και οικονομική δύναμη που κάθε παίκτης (actor) μπορούσε να έχει μέσα στο σύστημά. Ο νέο-ρεαλισμός πέρα από την ανάλυση σε επίπεδο ισχύος θέτει ορισμένους περιορισμούς κατά την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής. Πρώτον τοποθετεί ψηλά την απόφαση των συλλογικών οργάνων όπως ο ΟΗΕ ή η ΕΕ και τους οποίους σαν αυτόνομες μονάδες εντάσσει στην ανάλυση των ισορροπιών. Το δεύτερο στοιχείο που εντάσσει είναι η παράμετρος της ηθικής στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής. Όσο και αν ο Θουκυδίδης μας διδάσκει ότι κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο, οι σύγχρονες πολιτικές μιλάνε όλο και περισσότερο για την ηθική τους βάση, παρά για τους πραγματικούς στόχους τους. Το τρίτο στοιχείο στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής είναι η αυξανόμενη ισχύ που δίνεται στην κοινή γνώμη. Τα παραπάνω οι ΗΠΑ στην διάρκεια της μεταψυχροπολεμικής περιόδου τα είχαν τηρήσει κατά κόρον. Βασιζόμενοι στο απλό δόγμα ότι ενισχύοντας τις δημοκρατίες και την οικονομική ανάπτυξη στον κόσμο καθιστούμε το πλανήτη μια πιο ήρεμη γειτονιά (αφού δεν υπάρχει προηγούμενο δημοκρατίες να πολεμούν μεταξύ τους ) χάραξαν μία πολιτική, κυρίως επί Κλίντον, που οι μονομερείς επεμβάσεις καλυπτόντουσαν τυπικά και ουσιαστικά από κάποια διεθνή νομιμοποίηση και η κοινή γνώμη συμπαραστέκονταν στους στόχους της πολιτικής. Μην ξεχνάμε ότι τόσο ο πόλεμος του κόλπου είχε την έγκριση του συμβουλίου ασφαλείας του ΟΗΕ αλλά και η επίθεση στην Γιουγκοσλαβία βασίζονταν κυρίως στην πίεση της κοινής γνώμης (ιδιαίτερα της Γαλλίας και της Γερμανίας που σήμερα προβάλλουν ανθρωπιστικές δικαιολογίες για να αντιταχθούν) και πάντως τελούσε υπό την έγκριση της νατοϊκής συμμαχίας. Προσπαθώντας να διαπιστώσουμε τι άλλαξε στην αμερικανική πολιτική ώστε σήμερα να παρακολουθούμε μία επίθεση στο Ιράκ που εκτελείται με όρους real politick αντί για νέο-ρεαλιστικούς όρους δεν καλυπτόμαστε από αναλύσεις του τύπου, ο πόλεμος γίνεται για το πετρέλαιο. Τέτοιες είναι ιδιαίτερα απλουστευτικές για μία επιχείρηση που το κόστος (οικονομικό και πολιτικό) ξεπερνά κατά πολύ το κόστος να στηριχθεί η αμερικανική οικονομία σε εναλλακτικούς τρόπους παραγωγής ενέργειας. Η Αμερική άλλαξε σημαντικά μετά την 11η Σεπτεμβρίου όταν για δεύτερη (μετά το Pearl Harbor) φορά βρέθηκε να είναι αμυνόμενη στο έδαφος της. Η επίθεση στη Νέα Υόρκη, και την Ουάσιγκτον ανέστρεψε το κλίμα εμπιστοσύνης της Αμερικής απέναντι στο κόσμο. Αισθάνθηκε ότι βρίσκεται σε πόλεμο και μάλιστα με ένα αόρατο εχθρό. Ο τρόμος εκφράστηκε όχι μόνο στα δοκίμια της εξωτερικής πολιτικής που πλέον μιλούσαν για προληπτική αποτροπή αλλά και στον κόσμο που φοβήθηκε, καθώς και στην οικονομία. Η Αμερική απέκτησε έναν αντίπαλο στο πρόσωπο της τρομοκρατίας. Η διεθνής τρομοκρατία δεν έχει σταθερή έδρα αλλά σίγουρα εξασφαλίζει βάσεις, ανοχή αλλά ίσως και υποστήριξη σε ανελεύθερα, φανατικά και αντιαμερικανικά κράτη όπως έγινε με το Αφγανιστάν. Το καθεστώς Σανταμ, το παρελθόν του δικτάτορα που έχει αιματοκυλήσει δύο φορές την Μέση Ανατολή αλλά και η γεωστρατηγική σημασία του Ιράκ, εδραίωσαν την πεποίθηση στην Αμερικανική ηγεσία ότι αποτελεί ένα πρώτης τάξεως στόχο. Πίστευαν μάλιστα ότι αυτός ο πόλεμος θα γινόταν υπό διαφορετικές συνθήκες. Οι πρόσφατες όμως εξελίξεις στο ευρωατλαντικό στρατόπεδο αλλά και οι εξελίξεις στο μέτωπο μέχρι τώρα δεν δικαίωσαν την αισιοδοξία της Αμερικανικής ηγεσίας. Εμείς μπορούμε μόνο να ελπίζουμε να τελειώσει σύντομα.