Η συζήτηση για το μέλλον της ελληνικής ναυτιλίας αυτή έχει δύο όψεις. Την θετική που αφορά τον πρωταγωνιστικό ρόλο που διαδραματίζει στις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές ο Ελληνικός στόλος και την αρνητική που σχετίζεται με την γενικότερη κατάσταση της Ελληνικής Οικονομίας Όσο και αν κάποιοι επιχειρήσουν να αποσυνδέσουν τα δυο συγκεκριμένα ζητήματα η αλήθεια είναι ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. ¶λλωστε αποτελεί κοινό μυστικό σε όλους τους φορείς της Ναυτιλίας ότι ο Ελληνικός στόλος ανδρώθηκε και ανταποκρίθηκε στις ανάγκες του έντονου διεθνούς ανταγωνισμού χωρίς να έχει την συνδρομή της Ελληνικής πολιτείας. Γεγονός είναι ότι η Ελληνική ναυτιλία στηρίχθηκε και στηρίζεται στις πλάτες των επιχειρηματιών και εφοπλιστών καθώς και της μεγάλης ναυτικής οικογένειας των ελλήνων ναυτικών που με την απαράμιλλη δεξιότητα τους έχουν καταφέρει να θεωρούνται οι καλύτεροι ναυτικοί του κόσμου. Όταν πριν από δύο χρόνια το κόμμα μου η Νέα Δημοκρατία μου ανέθεσε την ευθύνη χειρισμού των θεμάτων της Ναυτιλίας επέλεξα σε κάθε δημόσια τοποθέτηση μου να υπογραμμίζω ότι η Ελληνική Ναυτιλία μαζί με τον Τουρισμό αποτελούν τους δύο μοναδικούς συναλλαγματικά προσοδοφόρους τομείς της Ελληνικής οικονομίας. Η επισήμανση αυτή δεν ήταν ασφαλώς τυχαία. Πίστευα και πιστεύω ότι με δεδομένες τις αδυναμίες της Ελληνικής οικονομίας η προσοχή όλων θα έπρεπε να στραφεί προς τη κατεύθυνση της στήριξης των υγιών κλάδων που συμβάλουν ουσιαστικά στην αύξηση του ΑΕΠ και στην στήριξη του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της χώρας. Με μεγάλη μου χαρά είδα χθες την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας να εκδίδει προχθές ένα αναλυτικό ενημερωτικό δελτίο για τις θετικές επιπτώσεις της Ελληνικής Ναυτιλίας στην οικονομία. Και το σημειώνω αυτό γιατί εκτός από το πολιτικό και σε τεχνοκρατικό επίπεδο η ενασχόληση με το συγκεκριμένο θέμα ήταν μέχρι τώρα αποσπασματική έως ανύπαρκτη. Το κόμμα μου πιστεύει στην υιοθέτηση μέτρων που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής Ναυτιλίας. Δυστυχώς όμως η καθυστέρηση που έχει επιδείξει η κυβέρνηση και η αβεβαιότητα που επικρατεί για το αν τελικά θα ληφθεί το β’ πακέτο μέτρων δεν εξυπηρετεί τους πάγιους στόχους για την αναζωογόνηση του κλάδου. Και αποτελεί πολιτικό παράδοξο η δικαιολογία που προβάλλεται από το οικονομικό επιτελείο ότι δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή τα απαραίτητα κονδύλια όταν συντηρείται ένα σπάταλο και αναποτελεσματικό κράτος. Πρώτος στόχος λοιπόν η λήψη νέων μέτρων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Αυτή θα είναι μια επιλογή που θα συμβάλλει αποφασιστικά και στην βελτίωση των ποιοτικών χαρακτηριστικών της Ελληνικής Ναυτιλίας. Είναι τουλάχιστον αφελές να θεωρούν κάποιοι ότι η Ελληνική ποιοτική ναυτιλία θα προκύψει με απαγορεύσεις και περιορισμούς και όχι από την δημιουργία ενός σταθερού και ανταγωνιστικού περιβάλλοντος που θα δίνει περισσότερα περιθώρια για την αύξηση των υπό Ελληνική σημαία πλοίων αλλά και την ανανέωση τους. ¶μεση επίλυση των θεμάτων που χρονίζουν 1. Καθεστώς υποχρεωτικών συνθέσεων που πρέπει να αναμορφωθεί με βάση την ανταγωνιστικότητα και την εξελιξημότητα των ελλήνων αξιωματικών. 2. Την αναβάθμιση της ναυτικής εκπαίδευσης που θα προσφέρει υψηλής ποιότητας δυναμικό. Πρέπει ανάμεσα στα μέτρα που θα παρθούν να εξασφαλίζεται και η ανωτατοποίηση των σχολών ώστε στον καταληκτικό βαθμό να υπάρχει ισοτιμία με τα ΑΕΙ. 3. Η επιδότηση της επιμόρφωσης των δοκίμων καθώς και μέτρα ενίσχυσης της απασχόλησης μέσα από την κρατική επιχορήγηση των εργοδοτικών εισφορών. Δεύτερος είναι η χάραξη και η εφαρμογή μιας αποτελεσματικής πολιτικής στους κόλπους της ΕΕ για την Ναυτιλία. Η Ελληνική Ναυτιλία αποτελεί το 40% του κοινοτικού στόλου και ως εκ τούτου είναι αδιανόητο την κοινοτική πολιτική να την χαράσσουν κράτη μέλη χωρίς κανένα ναυτιλιακό παρελθόν. Οι προτάσεις που εμπεριέχονται στο πακέτο “Prestige” είναι φανερό ότι προωθήθηκαν για λόγους που σχετίζονται με πολιτικές σκοπιμότητες και όχι με την ουσία του θέματος που αφορά την προστασία του περιβάλλοντος. Η δεινή διπλωματική ήττα στο πρόσφατο συμβούλιο υπουργών αποδεικνύει ότι η ΕΕ έχει υιοθετήσει μία πολιτική που δεν αφουγκράζεται και δεν απαντά στα αιτήματα της μεγαλύτερης ναυτιλιακής δύναμης της Ευρώπης. Η έλλειψη μαχητικότητας στα συγκεκριμένα θέματα σηματοδοτεί ότι η Ελληνική ναυτιλία δεν είναι στις προτεραιότητες της κυβέρνησης. Οφείλει λοιπόν να καταστεί ώστε τα λόγια να συνοδεύονται από πράξεις. Τρίτος είναι να αγκαλιάσουμε ολόκληρο το ευρύ φάσμα των πολυσχιδών ναυτιλιακών δραστηριοτήτων και υπηρεσιών δίνοντας κίνητρα για την εγκατάσταση νέων εταιρειών στο Πειραιά (φορολογικού χαρακτήρα), και να απλοποίηση των διαδικασιών ίδρυσης ναυτικών εταιρειών και διαχείρισης ναυτικών κεφαλαίων μέσα από την δημιουργία νομικών σχημάτων που υπάρχουν στις διεθνείς κεφαλαιαγορές αλλά αγνοούνται επιδεικτικά από το Ελληνικό δημόσιο. Αντίθετα πολεμιούνται λυσσαλέα μετά την πρόσφατη επιβολή φορολογίας για τις off shore. Τέταρτος είναι η αναζωογόνηση του κλάδου της κρουαζιέρας. Είναι αδιανόητο όταν την δεκαετία του 80 υπήρχαν 17 κρουαζιερόπλοια στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο σήμερα να έχει μείνει μόνο ένα. Πέμπτος είναι το φλέγον θέμα της ακτοπλοΐας που στο όνομα μίας ημιτελούς μέχρι τώρα απελευθέρωσης έχει κάνει μία εκπληκτική ανανέωση του στόλου μέσα από υπερεπενδύσεις και σήμερα αδυνατεί να ανταποκριθεί. Η συνέχιση της κρατικής παρεμβατικότητας θα μετατρέψει με μαθηματική ακρίβεια ζωντανές επιχειρήσεις σε προβληματικές. Έκτος είναι ο χώρος του θαλάσσιου τουρισμού που για δεύτερη χρονιά μαστίζεται από κρίση χωρίς καμία εναρμόνιση του καθεστώτος λειτουργίας στα ανάλογα ευρωπαϊκά δεδομένα. Έβδομος η ενίσχυση της ναυπηγοεπισκευαστικής βιομηχανίας. Όταν σε παγκόσμιο επίπεδο επικρατεί ένα οργασμός παραγγελιών είναι τουλάχιστον εγκληματικό η Ελλάδα να είναι απούσα από τον συγκεκριμένο τομέα. Η άμεση αντιμετώπιση των παραπάνω αποτελούν την βάση όχι για την διατήρηση της σημερινής παρουσίας της ελληνικής ναυτιλίας αλλά για ένα ξεπέταγμα της ελληνικής ναυτικής δραστηριότητας που πρέπει οφείλει και μπορεί να γίνει η ατμομηχανή τη ελληνικής οικονομίας.