Σας ευχαριστώ πολύ για την παρουσία σας στην ημερίδα η οποία πραγματοποιείται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία τόσο για την χώρα όσο και για την Ελληνική Ναυτιλία. Καλούμαστε σήμερα να μιλήσουμε για την Ευρωπαϊκή προοπτική του Πειραιά και την ανέλιξη του σε ένα διεθνές Ναυτιλιακό Κέντρο όταν πριν από τρεις εβδομάδες υπογράφηκε εδώ στην Αθήνα η συνθήκη προσχώρησης των δέκα νέων μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διεύρυνση της ΕΕ πέρα από τις νέες προκλήσεις και τις ευκαιρίες που δημιουργεί για το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα εγκυμονεί και αρκετούς κινδύνους δεδομένου ότι το πλαίσιο στο οποίο καλούμαστε να λειτουργήσουμε καθίσταται πιο ανταγωνιστικό. Σήμερα η Ελληνική Ναυτιλία δεν έχει να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό μόνο των λεγόμενων σημαιών ευκαιρίας αλλά τον ανταγωνισμό παραδοσιακών ναυτιλιακών κρατών τα οποία έχουν αντιληφθεί την σημασία της Ναυτιλίας για την στήριξη των οικονομιών τους, έχουν τις δυνατότητες να προσαρμόζονται στις σύγχρονες απαιτήσεις και λαμβάνουν συνεχώς μέτρα ενισχύσεως των σημαιών τους. Τέτοιες χώρες είναι η Μ. Βρετανία η Ολλανδία η Γερμανία και βέβαια η Νορβηγία. Με την διεύρυνση της ΕΕ δημιουργούνται ακόμα πιο πολύπλοκα δεδομένα. Η ένταξη της Κύπρου και της Μάλτας θα συμβάλλει ώστε αυτές οι δύο χώρες να καταστήσουν πιο ανταγωνιστικές τις ναυτιλίες τους δεδομένου ότι ακόμα και τώρα διατηρούν ορισμένα χαρακτηριστικά των σημαιών ευκαιρίας και τώρα τους δίνεται η δυνατότητα να διαχειριστούν το κύρος του κράτους μέλους της ΕΕ. Πριν αναφερθούμε διεξοδικά στις προοπτικές του Πειραιά αυτό που πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι σήμερα περισσότερο από ποτέ πρέπει σαν χώρα να χαράξουμε μια εθνική στρατηγική για την Ελληνική ναυτιλία η οποία θα συμβάλλει ώστε η Ελλάδα να αποκτήσει τα ηνία της Ναυτιλιακής πολιτικής της Ευρώπης και ολόκληρου του κόσμου μέσω του ΙΜΟ. Αυτό μπορεί να ακούγεται ως ακόμη ένας ανέφικτος στόχος αλλά πιστεύω ακράδαντα πως δεν είναι. Πρώτον γιατί δεν υπάρχει σε παγκόσμιο επίπεδο κανείς ηγέτης στην διεθνή Ναυτιλιακή πολιτική. Δεύτερον και πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι η ΕΕ μετά το καταστροφικό ναυάγιο του “Prestige” κινήθηκε με τις αποφάσεις της σε μη φιλικές για την Ναυτιλία κατευθύνσεις. Αυτά τα δύο στοιχεία σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Ελληνική Ναυτιλία κατέχει αυτήν την στιγμή το 40% του κοινοτικού στόλου μας υποχρεώνει να κινηθούμε αποφασιστικά στην προοπτική που προανέφερα. Βασική προϋπόθεση όμως για την υλοποίηση του συγκεκριμένου στόχου είναι η Ελληνική πολιτεία να διεκδικεί για την Ναυτιλία και τον Πειραιά αυτό που δικαιωματικά τους ανήκει. Το βήμα αυτό δεν προσφέρεται για την άσκηση αντιπολίτευσης, ωστόσο όταν μιλάμε για το μέλλον του Πειραιά και την μετεξέλιξη του σε ένα διεθνές Ναυτιλιακό κέντρο δεν μπορώ να μην στηλιτεύσω την ολιγωρία που επέδειξε η κυβέρνηση σε ότι αφορά την διεκδίκηση της έδρας του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια της Ναυσιπλοΐας. Ο Οργανισμός αυτός έπρεπε ήδη να λειτουργεί στον Πειραιά αλλά η κυβέρνηση ούτε πίστεψε, ούτε στήριξε, αυτήν την προσπάθεια σε αντίθεση με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας το οποίο με παρέμβαση του κ. Κώστα Καραμανλή προς τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Ρομάνο Πρόντι ζήτησε την εγκατάσταση της EMSA στον Πειραιά. Πρέπει λοιπόν να ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα ώστε η Ελληνική πολιτεία να φανεί αντάξια της ικανότητας που επέδειξαν οι Έλληνες επιχειρηματίες και εφοπλιστές που κυριάρχησαν στις θάλασσες όλου του κόσμου αλλά και στους επιδέξιους ναυτικούς μας που θεωρούνται οι πλέον ικανοί. Αυτήν την ενεργητικότητα και εμπειρία δεν πρέπει να συνεχίζουμε να παραβλέπουμε. Οφείλουμε να την επανεισαγάγουμε. Είναι αδιανόητο για την μεγαλύτερη ναυτική χώρα στον κόσμο η έδρα των περισσοτέρων ελληνόκτητων επιχειρήσεων να βρίσκεται εκτός Ελλάδας. Για να το πετύχουμε αυτό θα πρέπει να κινηθούμε σε δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη αφορά τα μέτρα για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής Ναυτιλίας και η δεύτερη για την ανάπτυξη ενός ευρέος φάσματος ναυτιλιακών δραστηριοτήτων στην στεριά. Στην πρώτη κατεύθυνση Πρώτος στόχος λοιπόν η λήψη νέων μέτρων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Αυτή θα είναι μια επιλογή που θα συμβάλλει αποφασιστικά και στην βελτίωση των ποιοτικών χαρακτηριστικών της Ελληνικής Ναυτιλίας. Είναι τουλάχιστον αφελές να θεωρούν κάποιοι ότι η Ελληνική ποιοτική ναυτιλία θα προκύψει με απαγορεύσεις και περιορισμούς και όχι από την δημιουργία ενός σταθερού και ανταγωνιστικού περιβάλλοντος που θα δίνει περισσότερα περιθώρια για την αύξηση των υπό Ελληνική σημαία πλοίων αλλά και την ανανέωση τους. ¶μεση επίλυση των θεμάτων που χρονίζουν 1. Καθεστώς υποχρεωτικών συνθέσεων που πρέπει να αναμορφωθεί με βάση την ανταγωνιστικότητα και την διασφάλιση της εξελιξημότητας των ελλήνων αξιωματικών. 2. Την αναβάθμιση της ναυτικής εκπαίδευσης που θα προσφέρει υψηλής ποιότητας δυναμικό. Πρέπει ανάμεσα στα μέτρα που θα παρθούν να εξασφαλίζεται και η ανωτατοποίηση των σχολών ώστε στον καταληκτικό βαθμό να υπάρχει ισοτιμία με τα ΑΕΙ. 3. Η επιδότηση της επιμόρφωσης των δοκίμων καθώς και μέτρα ενίσχυσης της απασχόλησης μέσα από την κρατική επιχορήγηση των εργοδοτικών εισφορών. Δεύτερος είναι η χάραξη και η εφαρμογή μιας αποτελεσματικής πολιτικής στους κόλπους της ΕΕ για την Ναυτιλία. Η Ελληνική Ναυτιλία αποτελεί το 40% του κοινοτικού στόλου και ως εκ τούτου είναι αδιανόητο την κοινοτική πολιτική να την χαράσσουν κράτη μέλη χωρίς κανένα ναυτιλιακό παρελθόν. Οι προτάσεις που εμπεριέχονται στο πακέτο “Prestige” είναι φανερό ότι προωθήθηκαν για λόγους που σχετίζονται με πολιτικές σκοπιμότητες και όχι με την ουσία του θέματος που αφορά την προστασία του περιβάλλοντος. Τρίτος είναι η αναζωογόνηση του κλάδου της κρουαζιέρας. Είναι αδιανόητο όταν την δεκαετία του 80 υπήρχαν 17 κρουαζιερόπλοια στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο σήμερα να έχει μείνει μόνο ένα. Τέταρτος είναι το φλέγον θέμα της ακτοπλοΐας που στο όνομα μίας ημιτελούς μέχρι τώρα απελευθέρωσης έχει κάνει μία εκπληκτική ανανέωση του στόλου μέσα από υπερεπενδύσεις και σήμερα αδυνατεί να ανταποκριθεί. Η συνέχιση της κρατικής παρεμβατικότητας θα μετατρέψει με μαθηματική ακρίβεια ζωντανές επιχειρήσεις σε προβληματικές. Πέμπτος είναι ο χώρος του θαλάσσιου τουρισμού που για δεύτερη χρονιά μαστίζεται από κρίση χωρίς καμία εναρμόνιση του καθεστώτος λειτουργίας στα ανάλογα ευρωπαϊκά δεδομένα. Η άμεση αντιμετώπιση των παραπάνω αποτελούν την βάση όχι για την διατήρηση της σημερινής παρουσίας της ελληνικής ναυτιλίας αλλά για ένα ξεπέταγμα της ελληνικής ναυτικής δραστηριότητας που πρέπει οφείλει και μπορεί να γίνει η ατμομηχανή τη ελληνικής οικονομίας. Στη δεύτερη κατεύθυνση για να αγκαλιάσουμε δηλαδή ολόκληρο το ευρύ φάσμα των πολυσχιδών ναυτιλιακών δραστηριοτήτων και υπηρεσιών πρώτο μέλημα θα πρέπει να είναι η παροχή κινήτρων (φορολογικού χαρακτήρα) για την εγκατάσταση νέων εταιρειών στο Πειραιά. Σε αυτά θα πρέπει να δεσπόζουν 1. Να αγκαλιάσουμε ολόκληρο το ευρύ φάσμα των πολυσχιδών ναυτιλιακών δραστηριοτήτων και υπηρεσιών δίνοντας κίνητρα για την εγκατάσταση νέων εταιρειών στο Πειραιά (φορολογικού χαρακτήρα), και να απλοποίηση των διαδικασιών ίδρυσης ναυτικών εταιρειών και διαχείρισης ναυτικών κεφαλαίων μέσα από την δημιουργία νομικών σχημάτων που υπάρχουν στις διεθνείς κεφαλαιαγορές αλλά αγνοούνται επιδεικτικά από το Ελληνικό δημόσιο. Αντίθετα πολεμιούνται λυσσαλέα όπως πρόσφατη επιβολή φορολογίας για τις off shore. 2. η ενίσχυση της ναυπηγοεπισκευαστικής βιομηχανίας. Όταν σε παγκόσμιο επίπεδο επικρατεί ένα οργασμός παραγγελιών είναι τουλάχιστον εγκληματικό η Ελλάδα να είναι απούσα από τον συγκεκριμένο τομέα. Μέτρα όπως η επιδότηση της εργασίας αντί για της ανεργίας θα μπορούσαν και το κόστος της ναυπηγοεπισκευής να μειώσουν αλλά και βιωσιμότητα των επιχειρήσεων να ενισχύσουν εξασφαλίζοντας και αυξάνοντας τις θέσεις απασχόλησης. 3. Ο περαιτέρω εκσυγχρονισμό των υποδομών του λιμανιού. Ένα χρόνο πριν του Ολυμπιακούς Αγώνες το λιμάνι θα κληθεί να σηκώσει το βάρος• της Ολυμπιακής Φιλοξενίας και είναι αδύνατον να ανταποκριθεί στο βάρος αυτό τόσο η πόλη και το λιμάνι. Η μετοχοποίηση του ΟΛΠ υπονομεύει την αναπτυξιακή του πορεία και επισπεύδεται μόνο για εισπρακτικούς λόγους που καμία συνεισφορά δεν θα έχουν στον εκσυγχρονισμό του τόσο στο εμπορικό αλλά και στο επιβατηγό τομέα. 4. Η ανάπτυξη μιας στοιχειώδους ασφαλιστικής αγοράς. 5. Η περαιτέρω ενίσχυση της εξειδικευμένης ναυτιλιακής δικηγορίας σε συνδυασμό με την μετεξέλιξη των τμημάτων επίλυσης ναυτικών διαφορών σε αμιγώς ναυτικών δικαστηρίων. 6. Η συγκέντρωση στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας όλων των αρμοδιοτήτων που σχετίζονται με την Ναυτιλία. 7. Η ανάπτυξη τεχνογνωσίας στον επιστημονικό τομέα. Η χώρα που κατέχει τα ηνία της παγκόσμιας ναυτιλιακής κοινότητας θα πρέπει να διδάσκει αντί να διδάσκεται γύρω από της ναυτιλιακές δραστηριότητες. Τελευταίο άφησα το θέμα του ναυτεργατικού προσωπικού. Είναι γεγονός ότι η επιτυχία της Ελληνικής ναυτιλίας βασίζεται στον δυναμισμό, κατάρτιση και σκληρή εργασία των Ελλήνων ναυτικών. Αυτοί περισσότερο από τον καθένα έχουν λόγο και ενδιαφέρον για την εξέλιξη της ελληνικής ναυτιλίας και του Πειραιά. Τα τελευταία χρόνια διαπιστώνουν μια συνεχιζόμενη συρρίκνωση των θέσεων εργασίας αφού από 80.000 το 1980 έχουν μείνει μόνο 20.000 το 2000. Η ενίσχυση της απασχόλησης πρέπει να είναι υπ΄ αριθμόν ένα προτεραιότητα μας. Με στόχο η ελληνική σημαία να διαθέτει 1500 πλοία σε πέντε μόλις χρόνια από 750 που έχει σήμερα θα σημάνει γενναία αύξηση των θέσεων εργασίας. Η διατήρηση τους δεν θα πρέπει να επαφίεται σε κανόνες προστατευτισμού αλλά σε πολιτικές ενίσχυσης της απασχόλησης όπως η επιδότηση των εργοδοτικών εισφορών για το πέραν της υποχρεωτικής σύνθεσης ελληνικού πληρώματος αλλά και την αναμόρφωση της εν γένει λειτουργίας του ΝΑΤ. Δεσμευόμαστε να μεταμορφώσουμε το ΝΑΤ από το χάλι που σήμερα βρίσκεται σε ένα υγιή, σύγχρονο, ναυτασφαλιστικό οργανισμό ανάλογο των Ελλήνων ναυτικών και των απομάχων της θάλασσας. Όλα αυτά για να λειτουργήσουν και να αποφέρουν τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη για την Ελληνική Ναυτιλία, τον Πειραιά και την Ελληνική οικονομία εκτός από την απαραίτητη πολιτική βούληση χρειάζονται μια σχέση καθαρή ανάμεσα στην πολιτεία και τον επιχειρηματικό κόσμο και τους ναυτικούς. Μια σχέση που δεν θα χαρακτηρίζεται από αιφνιδιασμούς που κλονίζουν την εμπιστοσύνη ενός παραγωγικού κλάδου προς την εκάστοτε κυβέρνηση η ακόμα χειρότερα προς τον εκάστοτε υπουργό. Γι’ αυτό απαιτείται να ξεκινήσει άμεσα η χάραξη μιας εθνικής στρατηγικής που είναι βέβαιο ότι θα αποδώσει καρπούς.