Συνέντευξη στην Πέγκυ Ντόκου

«Το «success story» της κυβέρνησης δεν βρίσκει καμία απολύτως αναφορά στους Έλληνες πολίτες» δηλώνει σήμερα σε συνέντευξή του στην «δημοκρατική» ο βουλευτής Β’ Αθηνών και τομεάρχης Μεταναστευτικής Πολιτικής της Ν.Δ. κ. Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης. «Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, επένδυσε στον φθηνό λαϊκισμό και την άκρατη παροχολογία, υπνοτίζοντας, με αυτόν τον τρόπο, τον ελληνικό λαό», τόνισε, ενώ με την ιδιότητα του Τομεάρχη Μεταναστευτικής Πολιτικής, ασκεί σκληρή κριτική στους χειρισμούς της κυβέρνησης για το Προσφυγικό – Μεταναστευτικό. Επιπλέον, ο κ. Βαρβιτσιώτης μιλάει για το Σκοπιανό με αφορμή τις εξελίξεις, ενώ σχολιάζει το καθεστώς της ανομίας που κυριαρχεί στην Αθήνα, λέγοντας: «Η σταθερή ανοχή της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια των πολιτών…»

Η συνέντευξη αναλυτικά:


Κύριε Βαρβιτσιώτη, θα ήθελα να ξεκινήσουμε από το καυτό ζήτημα που απασχολεί τα νησιά μας και είναι φυσικά το μεταναστευτικό. Από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η αντιμετώπιση του ζητήματος φάνηκε ότι δεν βελτιώθηκε καθόλου. Θα ήθελα το σχόλιό σας, και βεβαίως, τι προτείνει η Ν.Δ.
Ο τρόπος, με το οποίον η Κυβέρνηση, από την πρώτη κιόλας στιγμή, διαχειρίζεται το Προσφυγικό – Μεταναστευτικό, βρίθει από τις επικίνδυνες προκαταλήψεις και τις βαθιά ριζωμένες ιδεοληψίες της.
Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι δικοί της αδέξιοι χειρισμοί κατέστησαν τα σύνορα της χώρας μας ανοιχτά και προσπελάσιμα, με αποτέλεσμα, μέσα σε 3 χρόνια, να περάσουν το κατώφλι της πάνω από 1,5 εκατ. πρόσφυγες και παράνομοι μετανάστες, προερχόμενοι από κάθε γωνιά του πλανήτη.
Και, πολύ σωστά αναφερθήκατε στο βάρος που σηκώνουν τα πολύπαθα νησιά μας, καθώς, εκεί έχει επιλέξει η Κυβέρνηση να «αποθηκεύσει» χιλιάδες ανθρώπους, χωρίς, προηγουμένως, να έχει εξασφαλίσει γι’ αυτούς αξιοπρεπείς και ασφαλείς συνθήκες διαβίωσης.
Οι εικόνες ντροπής, που κάνουν συχνά το γύρο του κόσμου μέσω του διεθνούς τύπου, όχι μόνο κηλιδώνουν διαρκώς την αξιοπιστία της μας, αλλά και εγείρουν ερωτήματα από Ευρωπαίους αξιωματούχους για την ελλιπή αξιοποίηση της γενναιόδωρης χρηματοδότησης που βρίσκεται στη διάθεση της χώρας.
Την ίδια ώρα, ο κ. Μουζάλας, αντί να προβεί σε δραστικά μέτρα για τη βελτίωση των δομών φιλοξενίας, αλλά και στην υλοποίηση των εθνικών μας δεσμεύσεων στο πλαίσιο της Κοινής Δήλωσης με τη Τουρκία, προτιμά να επιρρίπτει ευθύνες στις τοπικές κοινωνίες και να αναζητά παντού εξιλαστήρια θύματα.
Και εξακολουθούν, αυτός και η Κυβέρνηση του, να εθελοτυφλούν και να αρνούνται να υιοθετήσουν τις προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας που κατέθεσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης από τη Χίο.
Προτάσεις που θα αποκαθιστούσαν νομοτελειακά την ταραχώδη σχέση της τοπικής αυτοδιοίκησης των νησιών και της κεντρικής εξουσίας μέσω της άμεσης και ουσιαστικής αποσυμφόρησης των hot-spots.
Που θα εναρμόνιζαν τη χώρα με τα ευρωπαϊκά συστήματα επεξεργασίας και απόδοσης ασύλου, εξασφαλίζοντας την απλούστευση και επιτάχυνση των σχετικών διαδικασιών.
Που θα γνωστοποιούσαν προς πάσα κατεύθυνση πως, όχι μόνο έχουμε θαλάσσια σύνορα, αλλά ότι μπορούμε και να τα περιφρουρήσουμε.
Πάνω απ’ όλα, προτάσεις που θα έκαναν σαφές πως η Ελλάδα είναι χώρα και όχι χώρος στάθμευσης ανθρώπινων ψυχών.


Κλείνοντας τρία χρόνια αυτή η κυβέρνηση, έχει αποδείξει πως δεν έχει ανταποκριθεί σε καμία από τις δεσμεύσεις με τις οποίες κέρδισε τις εκλογές το 2015. Μπορεί ο ελληνικός λαός να ελπίζει γρήγορα σε πολιτική αλλαγή;
Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, επένδυσε στον φθηνό λαϊκισμό και την άκρατη παροχολογία, υπνοτίζοντας, με αυτόν τον τρόπο, τον ελληνικό λαό. Η μακρά παραμονή της στην εξουσία, ωστόσο, συνέβαλε αποφασιστικά στη διάλυση, της ψεύτικης ελπίδας ότι, δηλαδή, υπάρχει και άλλος δρόμος, πέρα από τον ευρωπαϊκό.
Να σας θυμίσω το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης που έδωσε την απαραίτητη ώθηση στον ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να κερδίσει τις εκλογές και, σήμερα, χαρακτηρίζεται από πρώην μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου ως «ανοησία». Σε αυτό περιλαμβάνονταν μια σειρά από υποσχέσεις, όπως η αύξηση του κατώτατου μισθού, η μείωση των κομίστρων των διοδίων, η προστασία της πρώτης κατοικίας, τις οποίες η Κυβέρνηση ξέχασε γρήγορα.
Αυτά, ακριβώς, τα προεκλογικά της ψέματα είναι που, σήμερα, την έχουν κάνει να φοβάται την λαϊκή ετυμηγορία.
Δεν πιστεύω, όμως, ότι οι εκλογές αποτελούν ορατό ενδεχόμενο στο αμέσως επόμενο διάστημα, όσο και αν η χώρα τις έχει ανάγκη. Γιατί, οι κ.κ. Τσίπρας και Καμμένος μας έχουν αποδείξει πως θα κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους, ώστε να μη χρειαστεί να αποχωριστούν την αγαπημένη τους «καρέκλα».


Μιας και αναφερθήκατε στο Σκοπιανό, θα ήθελα την θέση της Ν.Δ. και βεβαίως, το σχόλιό σας για την στάση του κ. Τσίπρα και του κ. Καμμένου.
H εθνική γραμμή του Βουκουρεστίου αποτελεί, ακόμη και σήμερα, τον οδικό χάρτη στο ονοματολογικό. Τότε, ο Κώστας Καραμανλής ενεργοποίησε το δικαίωμα βέτο που διατηρεί η χώρα, προκειμένου να αποτραπεί η είσοδος των Σκοπίων στους ευρωατλαντικούς θεσμούς, και έθεσε ως απαραίτητη προϋπόθεση την επίλυση του διμερούς ζητήματος. Η Ελλάδα προσέρχεται, σήμερα, στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης, με μια πολύ ευνοϊκή -για αυτήν- συγκυρία, καθώς τα Σκόπια τελούν, πλέον, υπό την ηγεσία μιας αρκετά μετριοπαθούς Κυβέρνησης.
Ωστόσο, όποια λύση και αν βρεθεί πρέπει να έρθει ως «πακέτο», να μπορέσει, δηλαδή, να εξαλείψει τις αλυτρωτικές αιχμές που υπάρχουν στο Σύνταγμα, στα βιβλία ιστορίας και στην κουλτούρα των Σκοπιανών, αλλά και, στη συνέχεια, να εγκριθεί από την εύθραυστη πλειοψηφία στο εθνικό τους Κοινοβούλιο.
Από την άλλη πλευρά, έχοντας διατελέσει Υφυπουργός Εξωτερικών το 2009, πρέπει να σας πω ότι τα εθνικά ζητήματα απαιτούν επαυξημένη σοβαρότητα και ομοψυχία, ούτως ώστε να ενισχύεται η διαπραγματευτική ικανότητα του εκάστοτε πρωθυπουργού.
Αντ’ αυτού, βλέπουμε τον κ. Τσίπρα να κινείται, μέχρι στιγμής, εν κρυπτώ, χωρίς να ενημερώνει τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά και τον κυβερνητικό του εταίρο, ο οποίος εμφανίζεται παντού ως όψιμος «μακεδονομάχος».
Και επιλέγει, έτσι, να διχάσει, αντί να ενώνει, την ίδια του την Κυβέρνηση, τους Έλληνες πολίτες, αλλά και τους κόλπους της Εκκλησίας. Πρέπει, επιτέλους, να αντιληφθεί ότι είναι υπεύθυνος για την τύχη της χώρας και όχι του κόμματος του.


Η κυβέρνηση επιμένει πως η χώρα θα βγει από το μνημόνιο τον Αύγουστο του 2018 και θα προχωρήσουμε σε ανάπτυξη. Πώς το σχολιάζετε;
Το «success story» της κυβέρνησης δεν βρίσκει καμία απολύτως αναφορά στους Έλληνες πολίτες, οι οποίοι βλέπουν τα εισοδήματα τους να συρρικνώνονται και την απαισιοδοξία τους για το μέλλον να μεγεθύνεται. Άλλωστε, αυτή η Κυβέρνηση θέτει συνεχώς στόχους, που δεν κατορθώνει να «πιάσει». Η πολυπόθητη -για τη χώρα- ανάπτυξη καθυστέρησε δύο ολόκληρα χρόνια και, φέτος, κινήθηκε σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα από τις αρχικές προβλέψεις του οικονομικού επιτελείου, ενώ παράλληλα, τα προνομοθετημένα, για το 2019, μέτρα που αφορούν νέους φόρους και περικοπές μισθών και συντάξεων, δεν αφήνουν περιθώρια για χαμόγελα.
Η χώρα μας, αυτή τη στιγμή, έχει δεσμευθεί εις το διηνεκές να υπερκαλύπτει αιματηρά πρωτογενή πλεονάσματα, αλλά, και να εκπληρώνει μια σειρά άλλων –δυσβάσταχτων- προαπαιτούμενων, για τα οποία η Κυβέρνηση εισέπραξε τα εύσημα των δανειστών μας στο πρόσφατο Eurogroup. Και σαν να μην έφτανε αυτό, δεν έχει θεσπίσει ούτε ένα αντίμετρο με αναπτυξιακό χαρακτήρα, αθετώντας, για ακόμη μια φορά, τις υποσχέσεις της.
Και δεν, έχει, ακόμα, κατορθώσει να εκμαιεύσει καμία γραπτή ή προφορική δέσμευση για το χρέος, τη στιγμή που η αποπληρωμή του συνδέεται άρρηκτα με την παραμονή της Ελλάδας υπό την επιτήρηση των θεσμών. Απεναντίας, βλέπουμε συνεχώς το δημόσιο χρέος να αυξάνεται και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές από και προς το Δημόσιο να εκτινάσσονται σε δυσθεώρητα ύψη.
Επιπλέον, η συνεχής υπονόμευση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, κ. Στουρνάρα και του πρώην επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, κ. Λιαργκόβα, για τις απόψεις τους σχετικά με την υπαγωγή της χώρας στην μετα-μνημονιακή εποχή σε προληπτική γραμμή στήριξης, αποδεικνύει ότι ο κ. Τσίπρας και ο κ. Καμμένος στήνουν ένα προεκλογικό παραμύθι που δεν τους «βγαίνει».

 

Πώς βλέπετε το καθεστώς της ανομίας που κυριαρχεί στην Αθήνα;

Ο κάθε Ρουβίκωνας κυκλοφορεί ανενόχλητος και κάνει ό,τι θέλει. Κάποτε πρέπει να γίνει κάτι.
Η σταθερή ανοχή της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ στο καθεστώς ανομίας που επικρατεί στην Αθήνα, δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια των πολιτών και ενσπείρει τον φόβο στην καθημερινότητα τους.
Ανήκω και εγώ σε αυτούς που διατηρούν το χώρο εργασίας τους στο κέντρο της πρωτεύουσας και διαπιστώνω ιδίοις όμμασι την υποχώρηση του κράτους σε ρόλο απλού παρατηρητή. Τα Εξάρχεια, σήμερα, αποτελούν άβατο, προπάντων για την ελληνική αστυνομία, αλλά ακόμα και για απλούς πολίτες. Η Κυβέρνηση, καθημερινά, αποδεικνύει ότι αδυνατεί να συγκρουστεί με τις κάθε λογής συλλογικότητες και τους διάφορους αντιεξουσιαστικούς κύκλους, καθώς αυτοί απαρτίζονται από τα φυσικά και ιδεολογικά της «παιδιά».
Το τέλος αυτών, ακριβώς, των αιμομικτικών δεσμών ανάμεσα σε συγκεκριμένα παράκεντρα εξουσίας και την κυβέρνηση, θα έρθει με την πολιτική αλλαγή στον τόπο.
Γιατί, η Κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη θα έρθει με σαφή εντολή να «σπάσει» τους θύλακες ανομίας που αποτελούν διαρκή απειλή για την έννομη τάξη και τραυματίζουν το αίσθημα ασφάλειας της ελληνικής κοινωνίας. Να δώσει προτεραιότητα στην αποκατάσταση του κράτους δικαίου. Να «καθαρίσει» τα Εξάρχεια. Και να εξασφαλίσει ότι οι Έλληνες πολίτες θα μπορούν, επιτέλους, να κυκλοφορούν, χωρίς να ρισκάρουν την σωματική τους ακεραιότητα, σε όλα τα σημεία της πόλης.



 Πηγή:www.dimokratiki.gr