ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Παναγιώτης Σγουρίδης): Ο κ. Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης έχει το λόγο. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα κατ’ αρχάς να εξηγήσω στο Σώμα γιατί διώκομαι. Διώκομαι, γιατί οδηγώντας στην εθνική οδό Κατερίνης – Θεσσαλονίκης, μία κάμερα της Τροχαίας με συνέλαβε να υπερβαίνω το όριο της ταχύτητας. Δεν είχα καμία επαφή με αστυνομικό όργανο και η κλήση ήλθε ταχυδρομικώς στο σπίτι. Πήγα στο οικείο αστυνομικό τμήμα, δήλωσα ότι ήμουν εγώ ο οδηγός και αντί να έλθει μια κλήση να πάω στο δικαστήριο και να πληρώσω το πρόστιμο και να μου επιβληθεί η διοικητική ποινή των πέντε points πάνω στο δίπλωμα, ήλθε η αίτηση της άρσης ασυλίας μου. Εδώ συζητάμε για μία πολύ ιδιόμορφη περίπτωση, διότι δεν υπάρχει καμία φυσική επαφή του υποκειμένου του νόμου, του Βουλευτή, με οποιοδήποτε όργανο της τάξεως, όπως άκουσα σε άλλες περιπτώσεις συναδέλφων πριν από λίγο όπου το αντικείμενο δεν ήταν κατά πόσον παραβίαζε ή όχι ο Βουλευτής τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, αλλά κατά πόσον αντιμίλησε ή όχι στο όργανο, κάτι το οποίο υποκειμενικά μπορεί να κριθεί και θα πρέπει να κρίνεται υπέρ του Βουλευτή. Εδώ υπάρχει μία αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Παραβίασα το όριο ταχύτητας. Και δεν θεωρώ ότι σήμερα η θέση μου στο Κοινοβούλιο με κατοχυρώνει και θα πρέπει να με καλύπτει απέναντι στη φωτογραφική κάμερα της Τροχαίας, στο ραντάρ της Τροχαίας. Όπως δεν θα πρέπει να το κάνει για κανένα μας. Αν σήμερα στη Βουλή έχουμε καταφέρει και όχι μόνοι μας, με τη συνέργια όλων των ΜΜΕ, αλλά και ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης που αισθάνεται ότι η Βουλή δεν παράγει και δεν προστατεύει τα δικαιώματα του πολίτη όπως θα έπρεπε, αν έχουμε, λοιπόν, καταφέρει σήμερα στη Βουλή να αισθανόμαστε πολλές φορές ότι βρισκόμαστε στο «εθνικό πτυελοδοχείο», όπου ο οποιοσδήποτε έχει οποιοδήποτε παράπονο στρέφει το βλέμμα του προς τη Βουλή και λέγει «αυτοί οι τριακόσιοι δυνάστες φταίνε», το έχουμε καταφέρει και συμβάλλουμε κι εμείς σε αυτό, όταν περιπτώσεις σαν τις δικές μου δεν οδηγούνται στη δικαιοσύνη, αλλά καλυπτόμενοι πίσω από μια ονομαστική ψηφοφορία και μία συντεχνιακή αντιμετώπιση, αφήνονται ατιμώρητες. Ζητάω, κύριε Πρόεδρε, από τους κυρίους συναδέλφους να ψηφίσουν υπέρ της άρσης της ασυλίας μου, όχι γιατί είναι κάτι σημαντικό, κάτι που θα μεταβάλλει τη δική μου φυσική κατάσταση, το να πληρώσω ένα πρόστιμο 100.000 δραχμών, 300 ευρώ ή να μπούνε στο δίπλωμά μου 5 πόίντς, αλλά γιατί πιστεύω ότι η προστασία του Βουλευτή ξεκινάει από την προστασία του κύρους και της αξιοπρέπειάς του. Και η προστασία του κύρους και της αξιοπρέπειας δεν έρχεται με μια συνολική αντιμετώπιση του Βουλευτή μέσα στα πλαίσια της γυάλας της ασυλίας, αλλά με την έκθεσή του, εκεί που πρέπει και εκεί που οφείλει, στα δικαστήρια για τη δικαίωση ή την καταδίκη του. Και όσο περισσότερο ανοικτοί και δεκτικοί γίνουμε σε τέτοιες παραινέσεις, σε περιπτώσεις που δεν έχουν καμία σχέση με την άσκηση των πολιτικών μας δραστηριοτήτων, τόσο πιο πολύ θα αναβαθμίζουμε το κύρος μας και όχι θα αφηνόμαστε προς την κοινή γνώμη έκθετοι, να απολογούμαστε γιατί δεν δικαζόμαστε. Νομίζω ότι σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει η Βουλή να επιδεικνύει τη γενναιότητα να στέλνει συναδέλφους, όπως ζητάω να στείλει εμένα στα αρμόδια δικαστήρια, να δικαστώ, ώστε να υπάρχει το άλλοθι ότι στις περιπτώσεις που δεν έχουν σχέση με την άσκηση των πολιτικών δραστηριοτήτων, η Βουλή είναι άτεγκτη απέναντι στους Βουλευτές και δεν καλύπτεται πίσω από οποιαδήποτε συντεχνιακή λογική. Σας ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε, και παρακαλώ τους συναδέλφους να υπερψηφίσουν την αίτηση της άρσης της βουλευτικής μου ασυλίας.