Κύριε Βαρβιτσιώτη, πως είδατε τη συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Σκοπίων για το όνομα και τα υπόλοιπα θέματα που βρέθηκε κοινός τόπος μετά από σχεδόν 25 χρόνια διαφωνίας.

«Το ζητούμενο, κ. Γιακουμή, σε μία διαπραγμάτευση για ένα εθνικό ζήτημα δεν είναι να υπάρξει συμφωνία μόνο στο εξωτερικό. Αλλά, κυρίως, και στο εσωτερικό. Να βρεθεί, δηλαδή, κοινός τόπος όχι μόνο με τα συμφέροντα της άλλης χώρας, αλλά και με τα συμφέροντα της Ελλάδας.

Με την ιστορία της και τις διαχρονικές της διεκδικήσεις. Με τις παγιωμένες εθνικές της θέσεις. Και. κυρίως, να διασφαλίζεται, ότι το περιεχόμενο της συμφωνίας δε θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα εκείνων που κάθισαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αλλά και των επόμενων γενεών. Η ελληνική Κυβέρνηση, δυστυχώς, από την πρώτη κιόλας στιγμή, επέλεξε να διαπραγματευτεί εν κρυπτώ. Χωρίς, δηλαδή, να ενημερώσει τα κόμματα της αντιπολίτευσης και τον ελληνικό λαό. Αγνοώντας τη δική τους αρωγή και τις δικές τους απόψεις. Και το χειρότερο: Επιδιώκοντας να πείσει για την ορθότητα της και για τα δήθεν πλεονεκτήματα που φέρνει. Η Κυβέρνηση, δυστυχώς, επέλεξε μέσα από το Σκοπιανό να “κλείσει” το μέτωπο της διαφωνίας με τους Σκοπιανούς και να υποκύψει στις διαχρονικές  διεθνείς πιέσεις. Αναπόφευκτα, όμως, έχει “ανοίξει” νέο μέτωπο διαφωνίας, αυτή τη φορά με τον ελληνικό λαό».

Ο κ. Τσίπρας κατά τη γνώμη σας πιστώνεται πολιτικά την εξέλιξη τη συγκεκριμένη και επομένως μπορεί να υποστηρίζει ότι κέρδισε η χώρα και ο ίδιος στη διαπραγμάτευση με τον Σκοπιανό ομόλογό του;

«Ο κ. Τσίπρας δεν πρέπει να πανηγυρίζει. Άλλωστε, είναι σαφές ότι προσήλθε στις διαπραγματεύσεις όχι με γνώμονα να υπηρετήσει το συμφέρον της χώρας, αλλά το προσωπικό του προφίλ.

Δυστυχώς, για εκείνον, όμως -και, το λέω με λύπη μου, γιατί μιλάμε για τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας- επιχειρεί να βάλει φαρδιά πλατιά την υπογραφή του σε μια ταπεινωτική και επιζήμια συμφωνία για τους Έλληνες, Θυμίζω ότι η η αναγνώριση της μακεδονικής γλώσσας και ιθαγένειας είναι όροι που ουδέποτε διανοήθηκε κάποιος από τους προκατόχους του να τους θέσει καν στο τραπέζι. Θυμίζω, επίσης, ότι η Νέα Δημοκρατία διαχρονικά αντιτάχθηκε στις ξένες πιέσεις, πληρώνοντας ακριβά το τίμημα. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, τον πόλεμο που δέχθηκαν, τόσο ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, όσο και ο Κώστας Καραμανλής που σήκωσαν το ανάστημα όχι μόνο μιας παράταξης, αλλά ενός ολόκληρου έθνους στα διεθνή fora. Είναι σαφές ότι ο Πρωθυπουργός, σήμερα, επιλέγει το συμβιβασμό με τους εξωτερικούς παράγοντες, επιλέγοντας, αναπόφευκτα, να συμβιβαστεί και με την παραχάραξη της ιστορίας του Έθνους μας».

Με βάση την εξέλιξη στο όνομα και τη συμφωνία,  εκλογές μπορεί να υπάρξουν ή πιστεύετε ότι τελικά θα διεξαχθούν τέλος της τετραετίας;

«Είναι δεδομένο ότι η κυβέρνηση δεν αξιολόγησε σωστά τις αντιδράσεις των πολιτών για τους χειρισμούς της στην διαπραγμάτευση με τα Σκόπια. Αγνόησε το γεγονός ότι ο ψυχισμός του Έλληνα είναι πάντα ευαίσθητος σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με την εθνική μας ταυτότητα και με την ίδια μας την ιστορία. Και υποτίμησε το γεγονός ότι σε ένα λαό που έχει υποφέρει πολύ, τα τελευταία χρόνια, δε θα μπορέσει να επιβάλει “περικοπές” σε θέματα ιστορικής συνείδησης.

Σήμερα, εξάλλου,  ο Έλληνας ταυτίζει περισσότερο από ποτέ το όνομα της Μακεδονίας με την εθνική του υπερηφάνεια. Θεωρώ, επομένως, ότι τόσο οι χειρισμοί της Κυβέρνησης απέναντι στη διαπραγμάτευση, όσο και η μετέπειτα απόπειρα καταστρατήγησης κάθε κοινοβουλευτικής και συνταγματικής τάξης, για να την επιβάλει, είναι πολύ πιθανό να προκαλέσουν εκλογικό ατυχημα για την ίδια, που θα είναι, όμως, ευτύχημα για τη χώρα. Μετά και τη διαφοροποίηση των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, άλλωστε, είναι φανερό ότι έχει απολέσει την κοινοβουλευτική “δεδηλωμένη”. Και ότι η μόνη “δεδηλωμένη” που, πλέον, την συντηρεί, είναι η επιθυμία παραμονής των στελεχών της στην υπουργική καρέκλα».

Η ΝΔ εκτιμά ότι με τη συμφωνία για το όνομα των Σκοπίων υπάρχει εκτίμηση πως η κυβέρνηση θα κερδίσει το χρέος. Γίνεται υποστηρίζει μια ανταλλαγή. Το υιοθετείτε εσείς αυτό;

«Πρόκειται για μια προσέγγιση πλήρως ανιστόρητη και επικίνδυνη. Οι χρόνιες εθνικές διεκδικήσεις δεν έχουν καμία σχέση με την εκάστοτε δύσκολη οικονομική συγκυρία. Δεν μπαίνουν σε κανένα ζύγι, δεν συμψηφίζονται, δεν μπαίνουν “ως έναντι” σε καμία διαπραγμάτευση. Τελεία και παύλα. Προσωπικά, δεν διανοούμαι ότι θα υπάρξει Έλληνας Πρωθυπουργός που θα τολμήσει να πράξει κάτι άλλο από αυτό που σας περιγράφω. Διαφορετικά, δε θα μιλάγαμε για μια Ελλάδα ισότιμου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά για μια αποικιοκρατούμενη χώρα- πεδίο άσκησης ξένων συμφερόντων. Και χαίρομαι που, ανεξαρτήτως πολιτικών απόψεων, μέχρι στιγμής, δεν έχει κατατεθεί τέτοια πρόταση από οποιοδήποτε κόμμα. Για το ζήτημα του χρέους, άλλωστε, θυμίζω ότι οι δανειστές μας έχουν δεσμευθεί δημόσια. Και οφείλουν να αντιληφθούν ότι η επίλυση του αποτελεί, πλέον, και “χρέος” δικό τους».

Και μια που σας ρωτώ για το χρέος,  έχουμε μπροστά μας τα μέτρα με τις περικοπές συντάξεων και τη μείωση του αφορολόγητου. Αυτό πολιτικά το σηκώνει στους ώμους της η κυβέρνηση ή θα προσφύγει σε εκλογές για να αποφασίσει ο λαός τι θέλει.

«Η Κυβέρνηση, μέχρι στιγμής, δεν έχει δείξει κάποιο δείγμα πολιτικής ευσυνειδησίας. Όταν οι ίδιοι άνθρωποι δεν δίστασαν στο παρελθόν να προκαλέσουν ένα δημοψήφισμα και εν μια νυκτί να αγνοήσουν τη βούληση του λαού, δεν φοβήθηκαν να υπογράψουν την εκποίηση του εθνικού μας πλούτου για 99 χρόνια και τόλμησαν να εκχωρήσουν ολόκληρα τα τραπεζικά μας κεφάλαια -δηλαδή, το μόχθο και την περιουσία των Ελλήνων πολιτών-  στους δανειστές και να “φορτώσουν” στις πλάτες του ελληνικού λαού δύο νέα αχρείαστα μνημόνια, τότε δεν πρέπει να μας προκαλεί καμία απορία η απάθεια, με την οποία ψηφίζουν νέες περικοπές συντάξεων και μείωση του αφορολογήτου. Θεωρώ πως με τα νέα δυσβάσταχτα μέτρα επιχειρεί η Κυβέρνηση να “αγοράσει” χρόνο. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι το κάνει, απλώνοντας το χέρι στην τσέπη και το πενιχρό υστέρημα της τρίτης ηλικίας. Και κοινωνία που δε σέβεται τον ηλικιωμένο, δεν τιμά το παρελθόν της. Κάτι που για τον κ. Τσίπρα, δυστυχώς, αποτελεί συνήθεια».

Ένας ακόμη σκόπελος είναι και οι σχέσεις με την Τουρκία κ.  Βαρβιτσιώτη. Η ευθύνη ανήκει φυσικά στην άγκυρα η οποία προκαλεί συνεχώς την χώρα και απειλεί με ακραίες συμπεριφορές. Ποια είναι κατά τη γνώμη σας η πρακτική που πρέπει να χρησιμοποιήσει η ελληνική κυβέρνηση και τι πρέπει να κάνει για να κάμψει τη διαλλακτικότητα της.

«Η προκλητικότητα και η καλλιέργεια διμερούς έντασης αποτελεί, τα τελευταία χρόνια, μία επιλογή των γειτόνων μας, προκειμένου να συγκαλύψουν τα τεράστια προβλήματα στο εσωτερικό τους. Είναι σαφές ότι ο Ερντογάν, για μια ακόμη φορά, και με τις επικείμενες προεδρικές εκλογές να πλησιάζουν, “επιστρατεύει” την επεκτατική ρητορική στο δημόσιο λόγο του, για να επεκτείνει την επιρροή του στην τουρκική κοινωνία. Αυτή, ακριβώς, είναι η παγίδα που η ελληνική πλευρά οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να αποφύγει και να  μην ακολουθήσει την Τουρκία στην στρατηγική της έντονης πόλωσης. Κάτι που ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας, όμως, δεν φαίνεται να το έχει αντιληφθεί, συνεχίζοντας αμέριμνος να περιφέρεται με στρατιωτική περιβολή ανά το Αιγαίο και κάνοντας διαρκώς εμπρηστικές δηλώσεις προς ευχαρίστηση του ακροατηρίου του. Όταν, όμως, η στρατιωτικοποίηση υπερτερεί της διπλωματίας σε μια διμερή σχέση, τότε έχει ως αποτέλεσμα, αφενός μεν δύο αξιωματικοί μας να κρατούνται για πάνω από εκατό ημέρες, αφετέρου δε η χώρα μας να μην εμφανίζεται ως εγγυητής της σταθερότητας και των διεθνών συνθηκών στην ευρύτερη περιοχή, αλλά ως ένας “χρήσιμος σύμμαχος” της προεκλογικής εκστρατείας του Ερντογάν».

Ένα ακόμη θέμα είναι και η επόμενη ημέρα μετά τις εκλογές. Αν ο κ Μητσοτάκης είναι πρώτος στην επιλογή του ελληνικού λαού χωρίς ωστόσο να μπορεί να κάνει από μόνος του κυβέρνηση. Θα απευθυνθεί στη Φώφη Γεννηματά και στον Αλέξη Τσίπρα;

«Σήμερα, η Νέα Δημοκρατία δεν πορεύεται με γνώμονα τις μετεκλογικές συνεργασίες, αλλά τις κοινωνικές συνθέσεις. Ένα από τα πράγματα που ανέδειξε η κρίση, άλλωστε, είναι ότι οι κυβερνήσεις συνεργασίας δε φάνηκαν ικανές να βγάλουν τη χώρα από αυτήν. Η Ελλάδα, σήμερα, έχει ανάγκη από οικονομική σταθερότητα, εθνική ενότητα και πολιτική υπευθυνότητα. Τρίπτυχο που μόνο μία αυτοδύναμη, σταθερή και ισχυρή Κυβέρνηση μπορεί να υπηρετήσει».