Με αφορμή την έναρξη της καλοκαιρινής περιόδου, κλιμάκιο Βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας αποτελούμενο από τον Υπεύθυνο του Τομέα Ναυτιλίας Βουλευτή Β’ Αθηνών κ. Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη, τον αναπληρωτή του Τομέα, Βουλευτή Σερρών κ. Κωνσταντίνο Τσιπλάκη, και τους Βουλευτές Α’ Πειραιά κ. Πέτρο Μαντούβαλο και κ. Παναγιώτη Μελά επισκέφθηκαν σήμερα το λιμάνι του Πειραιά και τον Α’ Λιμενικό Σταθμό. Ο κ. Βαρβιτσιώτης μετά το τέλος της επίσκεψης κατά την οποία τα μέλη του κλιμακίου είχαν την ευκαιρία να συνομιλήσουν με εργαζόμενους, ναυτικούς, στελέχη του Λιμενικού Σώματος και Ναυτικούς πράκτορες, έκανε την ακόλουθη δήλωση: «Πριν από 14 μήνες η κυβέρνηση και η ηγεσία του ΥΕΝ διαβεβαίωνε ότι το καλοκαίρι του 2002 το λιμάνι του Πειραιά θα μεταμορφωνόταν σε επιβατηγό λιμάνι υψηλών προδιαγραφών. Για το 2003 είχε υποσχεθεί ότι θα εξελισσόταν σε ένα πρότυπο επιβατηγό λιμάνι. Ο καθένας όμως μπορεί να διαπιστώσει ότι το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας -και ένα από τα μεγαλύτερα του κόσμου καθώς εξυπηρετεί 12,5 εκατομμύρια επιβάτες ετησίως- έχει αφεθεί στην τύχη του. Η εκτέλεση των δρομολογίων πραγματοποιείται κανονικά χάρη στις φιλότιμες προσπάθειες των ανδρών του Λιμενικού Σώματος. Η πολιτεία αδιαφορεί πλήρως για το κυκλοφοριακό χάος που επικρατεί στους γύρω δρόμους, ακόμα και για την ασφάλεια των πεζών. Πριν από δύο χρόνια είχε εξαγγελθεί η υπόγεια σύνδεση του ΗΣΑΠ με το λιμάνι, αργότερα για λόγους οικονομίας μετετράπη σε υπέργεια και ακόμα και τώρα δεν έχει υλοποιηθεί με αποτέλεσμα να τίθεται σε κίνδυνο η ζωή των επισκεπτών. Η διακίνηση ανθρώπων και οχημάτων μέσα στον λιμένα είναι εξαιρετικά προβληματική και ειδικά σε ώρες αιχμής θυμίζει ανατολίτικο παζάρι. Η Ακτή Βασιλειάδη που τόσο διαφημίστηκε από την κυβέρνηση σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ένα σύγχρονο έργο υποδομής. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες πολλοί επιβάτες αναγκάζονται να περιμένουν στο λιμάνι είναι κυριολεκτικά απαράδεκτες. Κανένας κλιματιζόμενος χώρος δεν έχει δημιουργηθεί, απουσιάζουν τα στέγαστρα ακόμα και οι τουαλέτες. Για όλες αυτές τις παραλείψεις και την ολιγωρία που έχουν επιδείξει οι αρμόδιες υπηρεσίες, ο ΥΕΝ δεν έχει καμία δικαιολογία».