Η ανάγκη για την αναθεώρηση του Συντάγματος δεν προήλθε σήμερα, αλλά υπαγορεύεται έντονα από την έναρξη της κρίσης. Για αυτό και η αλλαγή του καταστατικού μας χάρτη οφείλει, πάνω από όλα, να απαντά σε ό,τι μας οδήγησε σε αυτήν. Να αποτρέπει τα λάθη που έγιναν και να κινητροδοτεί για αυτά που δεν έγιναν.

Να προστατεύει από υπερβάσεις του εθνικού προϋπολογισμού, από πολιτικές δημοσίων ελλειμμάτων, από μετάθεση δαπανών στις επόμενες γενεές, από υποθήκευση του μέλλοντός μας. Και, να ενθαρρύνει την ανάπτυξη στρατηγικών επενδύσεων, την τόνωση της επιχειρηματικότητας, την ενίσχυση της ιδιωτικής οικονομίας, τη διασφάλιση της ατομικής περιουσίας. Αν πρέπει, άλλωστε, να βγει ένα μήνυμα διεθνώς από την όλη διαδικασία, είναι αυτό της Ελλάδας που ξέρει και μπορεί να αναγνωρίζει τα λάθη της και να τα διορθώνει.

Δύο είναι για μένα εκείνα που προέχουν σε μια συνταγματική αναθεώρηση: Πρώτον, ο καταστατικός χάρτης της χώρας να προσαρμόζεται στη σύγχρονη εποχή, ώστε να ανοίγονται για τους πολίτες νέες προοπτικές δημοκρατίας και ευημερίας και, δεύτερον, να ενισχύεται η εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Είναι, επομένως, ευκαιρία μέσα από το διάλογο αυτόν να διαφανεί ποιοι πραγματικά θέλουν τις ουσιαστικές αλλαγές και ποιοι ανοίγουν ευκαιριακά τη συζήτηση, με σκοπό να αντλήσουν μικροπολιτικά οφέλη. Ειδικότερα, όταν αυτοί που μας συστήθηκαν ως «η κάθε λέξη του Συντάγματος» σήμερα έχουν καταγράψει σήμερα τις περισσότερες αντισυνταγματικές αποφάσεις.

Το σημερινό Σύνταγμα περιέχει αρκετές διατάξεις που δε συμβαδίζουν με τις απαιτήσεις των καιρών. Η ίδια η κρίση μας υπαγορεύει την ιστορική ανάγκη για βαθιές τομές. Μία από αυτές αποτελεί και το άρθρο 86, το λεγόμενο και περί ευθύνης Υπουργών. Θεωρώ ότι το εν λόγω άρθρο χρειάζεται τροποποίηση, ώστε η Βουλή να περιορίζεται μόνο στη λήψη απόφασης για την έγκριση της δίωξης. Και, από εκεί και πέρα, να αναλαμβάνουν μόνο οι δικαστές. Το ίδιο, βέβαια, ισχύει και με την κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας, του χρόνου, δηλαδή, παραγραφής που προβλέπεται για το εκάστοτε αδίκημα. Η δίωξη στα πολιτικά πρόσωπα θα πρέπει να ασκείται ανά πάσα στιγμή και όχι μόνο εντός των δύο τακτικών συνόδων που ορίζεται σήμερα. Είναι καιρός τα “παραθυράκια” αμνηστίας για τους Υπουργούς να κλείσουν μια και καλή.

Παράλληλα, το άρθρο 16 που καθιστά την παροχή ανώτατης εκπαίδευσης κρατικό μονοπώλιο, στέρησε διαχρονικά τη δυνατότητα στη χώρα μας να παρακολουθεί τις διεθνείς εξελίξεις στο χώρο της Παιδείας. Έχουμε χρέος απέναντι στη νέα γενιά να εναρμονιστούμε με τη σύγχρονη πραγματικότητα και να δώσουμε τη δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων. Με απαραίτητη προϋπόθεση την ψήφιση ιδρυτικού νόμου για τη δημιουργία του εκάστοτε ιδρύματος, ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια, ο σκοπός και ο τρόπος λειτουργίας του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πρότασης αποτελεί το Κολλέγιο Αθηνών. Ο ιδρυτικός νόμος του 1929 με την υπογραφή Βενιζέλου, ο οποίος καθόριζε τη λειτουργία του και αναγνώριζε την ισοτιμία του με τα δημόσια σχολεία, αποτέλεσε διαχρονικά το θεσμικό περίβλημα του Κολλεγίου απέναντι στις εκπαιδευτικές νομοθετικές λαίλαπες των κυβερνήσεων του ‘80.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνω και στην ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 24 για την προστασία των δασών το οποίο, συνδυαζόμενο με το άρθρο 117 οδηγεί πολλές φορές σε ανελαστικές παραδοχές σε ό,τι αφορά τις δασικές εκτάσεις της χώρας μας. Χρειάζεται μια διόρθωση στα συγκεκριμένα άρθρα.. Η χώρα μας τα τελευταία χρόνια, βασίζοντας τη δασική της απεικόνιση σε αεροφωτογραφίες του έτους 1940, ακυρώνει επενδύσεις στρατηγικής σημασίας, στερώντας από τη νέα γενιά θέσεις εργασίας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα οι περιπτώσεις επενδύσεων Costa Navarino στην Πύλο και στο Λοκρό Φθιώτιδας, αλλά και το γήπεδο του Παναθηναϊκού στο Βοτανικό. Είναι καιρός να σταματήσουμε να θεωρούμε δάση περιοχές που η βλάστηση τους, σήμερα, περιορίζεται μόνο σε ξερόχορτα και να προστατεύουμε μόνο τις εκτάσεις που αποτελούσαν αναμφισβήτητα δάση κατά τον Ιούνιο 1975, οπότε και τέθηκε σε ισχύ το Σύνταγμα.

Η επικείμενη αναθεώρηση αποτελεί για όλους μας -πολίτες και πολιτικούς- μια ευκαιρία. Γι αυτό οφείλουμε όλοι να την αντιμετωπίσουμε με υπευθυνότητα. Με τρόπο που θα μας αποδεσμεύει από τα στερεότυπα του χθες και θα κατανοεί τις απαιτήσεις των καιρών και τις επιταγές του αύριο. Να την αντιμετωπίσουμε, δηλαδή, ως ιστορική ευκαιρία και όχι ως ευκαιριακό όφελος, όπως επιχειρεί η Κυβέρνηση.