Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Eίναι πραγματικότητα ότι ζούμε σε μία περιοχή και σε μία εποχή που την χαρακτηρίζει η ανασφάλεια και οι νέες προκλήσεις. Αυτή η εποχή είναι μία εποχή αβεβαιότητας. Αβεβαιότητας, γιατί χτίζεται γύρω μας ένα καινούργιο σκηνικό. Υπάρχει μία αυξημένη αστάθεια στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Υπάρχουν εξελίξεις που έχουν να κάνουν με την κρίση της ταυτότητας του ΝΑΤΟ. Με την αμφισβήτηση των παραδοσιακών σχέσεων ατλαντικού χαρακτήρα που οικοδομήθηκε όλο το περιβάλλον ασφάλειας, μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ίδια η Ευρώπη κλυδωνίζεται από μία περίοδο μεγάλων ανακατατάξεων. Ήδη, το Brexit συντελείται μέσα στις επόμενες εβδομάδες, μετά την πανηγυρική εκλογή του Boris Johnson και των Συντηρητικών. Και, βέβαια, το μεταναστευτικό προκαλεί αναταράξεις σε όλες τις πρωτεύουσες και σε όλες τις κοινωνίες της Ευρώπης.

Παράλληλα, οι ασύμμετρες απειλές έχουν καταστεί καθημερινότητα. Με τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στους προεκλογικούς αγώνες είτε με την ασφάλεια που παρέχουν τα δίκτυα της τέταρτης και πέμπτης γενιάς επικοινωνιών. Σε αυτό το περιβάλλον, η ίδια η Ευρώπη βασανίζεται από διλήμματα τα οποία μέχρι πριν από μερικά χρόνια θα ήταν ξεχασμένα και θα έμεναν στα χρονοντούλαπα της Ιστορίας.

Και ενώ η ίδια η Ευρώπη γεννήθηκε ως ένας συνασπισμός κρατών που αποφασισμένα να τελειώσουν τις παραδοσιακές έχθρες βάζοντας πίσω τους εθνικισμούς και εθνικούς σχεδιασμούς, οργάνωναν ένα καινούργιο περιβάλλον συμβίωσης, σήμερα, το βλέπουμε σε όλα τα επίπεδα, ότι οι εθνικοί σχεδιασμοί επανέρχονται. Γι’ αυτό και βλέπουμε αδυναμία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά την αντίθετη εντολή των πολιτών της στις περασμένες Ευρωεκλογές, που οι περισσότεροι πολίτες ζήτησαν περισσότερη Ευρώπη από τις ηγεσίες τους ψηφίζοντας κόμματα που στηρίζουν τον ευρωπαϊκό δρόμο.

Παρόλα αυτά, βλέπουμε διαφωνίες που οδηγούν τις Συνόδους Κορυφής σε μη-αποτελέσματα. Δε βρήκαμε συμφωνία για το κλίμα. Δεν κατορθώσαμε να ομονοήσουμε για την διεύρυνση. Δεν βρίσκουμε κοινό τόπο, για τον προϋπολογισμό της Ένωσης, από τον οποίο ζητούνται να γίνουν δύο πράγματα: Να πληρώσουμε λιγότερα και να παράξουμε περισσότερα αποτελέσματα, πράγμα το οποίο είναι αδύνατο. Σε όλο αυτό το δυσχερές περιβάλλον, η Ελλάδα κατόρθωσε, ιδιαίτερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, γι’ αυτό είναι ακόμα πιο σημαντική αυτή η επιτυχία, κατόρθωσε την ομοφωνία στην στήριξη των θέσεών της.

Και αυτό είναι μια εθνική κατάκτηση, στην οποία δεν μπορούμε να βάλουμε ούτε αμφισβήτηση ούτε αστερίσκους. Γιατί δεν μπήκαν αστερίσκοι στις Βρυξέλλες, δεν μπήκαν αστερίσκοι στην προχθεσινή απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που δήλωνε δύο ξεκάθαρα πράγματα: Ότι το μνημόνιο μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τρίτες χώρες και, δεύτερον, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση στέκεται αλληλέγγυα στην Κύπρο και την Ελλάδα.

Παρόλα αυτά, το περιβάλλον αστάθειας παραμένει. Και γι’ αυτό οφείλουμε και σε αυτή την αίθουσα, αλλά και έξω από αυτήν την αίθουσα να οικοδομούμε με υπευθυνότητα, ένα πλαίσιο εθνικής ομοφωνίας. Απέναντι στις υπαρκτές τουρκικές απειλές, οι Έλληνες στεκόμαστε όρθιοι και στεκόμαστε ενωμένοι. Και αυτό νομίζω ότι πρέπει να είναι η μόνιμη επωδός όλων των πολιτικών κομμάτων και όλων των πολιτικών αρχηγών. Σε κάθε τους τοποθέτηση. Γιατί, ακριβώς, το καινούργιο σκηνικό απαιτεί από εμάς να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι αλήθεια ότι σε αυτό το περιβάλλον, το καινούργιο, η Ελλάδα οφείλει να πρωταγωνιστήσει με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Ο πρώτος είναι η ανάκαμψη της οικονομίας της, ότι η Ελλάδα φεύγει από τη θέση του επαίτη, ότι σήμερα δανείζεται με ανταγωνιστικό επιτόκιο, ότι προδιαγράφονται στον προϋπολογισμό τον οποίο συζητάμε υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, αύξηση της απασχόλησης, υπάρχει ζωντανό επενδυτικό ενδιαφέρον από μεγάλους παίκτες του παγκόσμιου συστήματος για να έρθουν να τοποθετηθούν στη χώρα, αυτό σαφέστατα μας καθιστά πιο ισχυρούς.

Παράλληλα, συνεχίζουμε το επίπεδο διαβουλεύσεων και στη γειτονιά μας, αλλά και την ευρύτερη Μεσόγειο. Αλλά, παράλληλα, ανοίγουμε και τις πόρτες πέρα από τη γειτονιά. Είτε βρίσκονται στην Αφρική, είτε βρίσκονται στην Ασία με χαρακτηριστική την πόρτα της Κίνας. Οφείλουμε να κάνουμε αυτήν την πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, γιατί μας το επιβάλλει και το μέγεθος μας, αλλά και η γεωγραφική μας θέση πάνω απ’ όλα. Και μας το επιβάλλει και η Ιστορία μας. Ότι πάντοτε η Ελλάδα παρά το μικρό της δέμας, είχε τη δυνατότητα να συνομιλεί με όλους τους εταίρους και με όλους τους διεθνείς παράγοντες.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, εγώ θέλω να σας πω ότι στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τομέα με τον οποίο έχω επιφορτιστεί, έχουμε καταφέρει να αποκτήσουμε αξιόπιστους συνομιλητές και πάνω απ’ όλα να χτίσουμε συμμαχίες, οι οποίες βασίζονται πάνω σε δύο άξονες. Πάνω στον άξονα το αμοιβαίου σεβασμού, αλλά και τον σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο και στις αρχές του. Γιατί χωρίς αυτό δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στην εποχή της ζούγκλας, δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στην εποχή ότι δίκαιο είναι αυτό που επιθυμεί ο ισχυρότερος. Δίκαιο είναι αυτό που προδιαγράφεται από τις διεθνείς συνθήκες και αυτές εφαρμόζουμε.

Κλείνοντας, θέλω να κάνω ένα σχόλιο σχετικά με ένα θέμα που και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο έχει προκαλέσει πολλές ανησυχίες. Και αυτό είναι το μεταναστευτικό. Κύριε Πρόεδρε, εσείς έχετε ιδιαίτερη ευαισθησία λόγω του νησιού από το οποίο προέρχεσθε και το οποίο μαστίζεται από αυτό το πρόβλημα. Θέλω να ξέρετε δυο πράγματα. Ότι αυτό το μήνυμα το οποίο μεταφέρουμε στους Ευρωπαίους εταίρους μας είναι ότι η Ελλάδα αλλάζοντας τις διαδικασίες του ασύλου, θωρακίζοντας τα σύνορα της κάνει αυτό που πρέπει. Εφαρμόζοντας ευρωπαϊκές οδηγίες, ευρωπαϊκούς κανονισμούς σε όλα τα επίπεδα είτε πρόκειται για την διαδικασία ασύλου είτε για τις διαδικασίες φιλοξενίας. Παράλληλα, ζητάμε η Ευρώπη να μην φοβάται και να μην εκφράζεται φοβικά απέναντι σε αυτό το φαινόμενο που ήρθε για να μείνει. Αλλά να εκφράζεται με έναν τρόπο δημιουργικό, δημιουργώντας επιτέλους τις δομές και τις διαδικασίες για να το αντιμετωπίσουμε. Δεν πρόκειται να τελειώσουν τα προβλήματα που αφορούν την παράνομη μετανάστευση στους φράκτες του Έβρου, ούτε στην ενίσχυση της φύλαξης των θαλάσσιων μας συνόρων, πράγμα το οποίο κάνουμε και το κάνουμε συστηματικά και θα φέρει αποτελέσματα. Θα πετύχουμε να αντιμετωπίσουμε αυτή την πρόκληση όταν όλες οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αποφασίσουμε ένα πράγμα: Ότι θα το διαχειριστούμε μεταφέροντας το βάρος στο σύνολο της Ευρώπης και όχι καταδικάζοντας τις χώρες της πρώτης υποδοχής και ακόμα περισσότερο τα νησιά του Αιγαίου, στα οποία είμαστε αλληλέγγυοι.

Κλείνοντας, θέλω να πω ότι με τον σημερινό προϋπολογισμό η Ελλάδα καθίσταται ισχυρότερη,  γιατί η οικονομική της προοπτική καθίσταται πολύ πιο αισιόδοξη. Και αυτό είναι ένα όπλο, το οποίο μπορούμε να το χρησιμοποιούμε σε κάθε διεθνή μας επαφή. Γιατί μία χώρα, η οποία δεν βρίσκεται και δεν στέκεται σταθερά στα πόδια της και δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα ζωτικά τις οικονομικά προβλήματα, δυστυχώς έχει αδύναμη φωνή.

Σήμερα, με τον προϋπολογισμό που ψηφίζουμε, επιτέλους αποκτούμε αυτό που χρειαζόταν τόσα χρόνια η χώρα: Ένα θετικό μήνυμα για την πορεία της οικονομίας, με ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, με βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος, με μείωση των φορολογικών συντελεστών. Για να μπορούμε να πούμε ότι συμμετέχουμε και στα οφέλη της κοινής οικονομικής πολιτικής, έτσι όπως την χαράζουμε στην Ευρώπη.

Σας ευχαριστώ πολύ.