Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους συναδέλφους μου πήραν το λόγο, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων στήριξε την νομοθετική πρωτοβουλία που ουσιαστικά θωρακίζει την χώρα μας απέναντι στο ενδεχόμενο ενός άτακτού Βrexit, ενός Βrexit χωρίς συμφωνία ή ακόμα και ενός τακτικού Βrexit. Είναι σίγουρο ότι αυτή η διαδικασία, που έχει ξεκινήσει από το δημοψήφισμα της Μεγάλης Βρετανίας και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, είναι μία διαδικασία  η οποία θα κρατήσει πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Παρά το γεγονός ότι όντως η προηγούμενη κυβέρνηση είχε νομοθετήσει προς αυτή την κατεύθυνση και ορθά, σήμερα με την πρόταση μας επεκτείνουμε και τα όρια και τον χώρο, τον οποίο καλύπτουν οι νομοθετικές ρυθμίσεις για άτακτο ή τακτικό Brexit.

Σε κάθε περίπτωση, θα σας πω ότι δεν είμαι και πολύ αισιόδοξος για τον τρόπο με τον οποίο θα συνεχιστούν όλες αυτές οι διαπραγματεύσεις,  όπου φαίνεται ότι εμμένει ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας κ. Johnson, στο ότι θα πρέπει να ολοκληρωθούν αυτές οι διαδικασίες μέχρι το τέλος του 2020. Πράγμα το οποίο δε φαίνεται από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ιδιαίτερα από τον διαπραγματευτή της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον κ. Barnier,   ότι μπορεί μέχρι το τέλος του 2020 να έχουμε καταρτίσει με την Μεγάλη Βρετανία μια εμπορική συμφωνία, η οποία να καλύπτει όλες αυτές τις πτυχές των θεμάτων.

Η Μεγάλη Βρετανία δεν αποτελεί, όπως πολύ σωστά αναφέρθηκε,  απλά μία χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι μία χώρα που αντιπροσωπεύει το 13% του πληθυσμού της ΕΕ, το 16% του προϋπολογισμού της ΕΕ, είναι η παλαιότερη κοινοβουλευτική Δημοκρατία, μια χώρα με ισχυρό νομικό υπόβαθρο, με αυτοκρατορικές καταβολές και παρουσία σε όλες τις ηπείρους και μία αγορά, η οποία σε στρατιωτικό επίπεδο είναι μία από τις κραταιές πυρηνικές δυνάμεις, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και βέβαια ένας από τους πυλώνες της αμυντικής πολιτικής του ΝΑΤΟ. Άρα, δεν απλά χάνει απλά η Ευρώπη ένα μέλος της, αλλά χάνει ουσιαστικά μία υπερδύναμη και αυτό κάτι είναι κάτι το οποίο πρέπει να μας προβληματίσει. Και πρέπει να μας προβληματίσει σε βάθος το γιατί η Ευρώπη απέτυχε στο να ενσωματώσει την Μεγάλη Βρετανία, μία χώρα με τις πολιτικές της ιδιαιτερότητες. Συμβάλλοντας στον διάλογο που άνοιξε, θα έλεγα πως ένα πολύ καλό βιβλίο της εποχής είναι αυτό του Τζόναθαν Κόου «η Μέση Αγγλία» που περιγράφει ακριβώς τις ανησυχίες των μέσων πολιτών της μεγάλης Βρετανίας για το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης. 

Τώρα, θέλω να πω δύο θέματα τα οποία φάνηκαν να προβληματίζουν τα μέλη της επιτροπής. Το θέμα των προσλήψεων και των μετατάξεων. Είμαι σίγουρος ότι ο κ. Πιτσιλής αύριο θα πει πολύ περισσότερα από εμένα, αλλά για να φύγουν οι οποιασδήποτε παρεξηγήσεις, εδώ μιλάμε για 190 μετατάξεις, οι οποίες γίνονται προς την ΑΑΔΕ για την ενίσχυση των υπηρεσιών της. Στην περίπτωση του άτακτου Brexit,  και μόνο, συζητάμε για 420 προσλήψεις νέου προσωπικού για να καλύψουν ανάγκες που θα προκύψουν στην περίπτωση που δεν θα υπάρχει εμπορική συμφωνία μεταξύ ΕΕ και Ηνωμένου Βασιλείου. Οι προσλήψεις αυτές θα είναι κατ’ εξαίρεση βεβαίως από τους γενικούς κανόνες και το σχεδιασμό της κυβέρνησης και μόνο στην περίπτωση ενός άτακτου Βrexit. Έχουν στόχο την ενίσχυση των τελωνειακών μας αρχών. Άλλες χώρες έχουν ήδη προβεί σε αυτές τις προσλήψεις. Για παράδειγμα η Γαλλία έχει, ήδη, προσλάβει 900 καινούργιους τελωνειακούς υπαλλήλους για να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα. Άρα νομίζω δεν χρειάζεται καμιά παραπάνω συζήτηση για τον σχεδιασμό, είναι για να προβλέπουμε στην περίπτωση της έκτακτης και δύσκολης υπόθεσης του άτακτου Brexit στο τέλος του 2020 χωρίς εμπορική συμφωνία, ώστε να καλύψουμε τις ανάγκες μας. Και μάλιστα χωρίς νέο διαγωνισμό, αλλά με πρόσληψη επιλαχόντων από διαγωνισμούς οι οποίοι ήδη έχουν γίνει ακριβώς για να είναι άμεση η εφαρμογή αυτών των προσλήψεων.

Τώρα,  επειδή δεν είδα σημαντικές διαφωνίες, ιδιαίτερα από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σε σχέση με το νομοσχέδιο και δεν άκουσα και συγκεκριμένη κριτική,  θεωρώ ότι μάλλον βρισκόμαστε στη σωστή κατεύθυνση. Βεβαίως, στην κατ’ άρθρον συζήτηση είμαστε ανοιχτοί να ακούσουμε τις οποιεσδήποτε παρατηρήσεις και να προβούμε στις οποιεσδήποτε βελτιώσεις.  Άλλωστε, αυτός είναι και ο στόχος του κοινοβουλευτικού διαλόγου που γίνεται. Θέλω να σας πω ότι αυτό το οποίο βάζουμε και θα είναι η κορωνίδα στην οποιαδήποτε διαπραγμάτευσή μας την επόμενη μέρα, είναι η αρχή της αμοιβαιότητας. Θεωρούμε ότι οι προβλέψεις τις οποίες κάνουμε και για τους Βρετανούς πολίτες, θα πρέπει να είναι προβλέψεις οι οποίες θα καλύπτονται από την αρχή της αμοιβαιότητας για τους Έλληνες που μένουν στη Μεγάλη Βρετανία,  παρότι ο στρατηγικός μας στόχος είναι οι αδιατάρακτες οι σχέσεις μετά το Brexit,  να μην δυσκολέψουμε τη ζωή των 50.000 περίπου Βρετανών που μένουν στη χώρα μας και να μπορέσουμε να εμβαθύνουμε τις εμπορικές μας, οικονομικές και πολιτικές σχέσεις με την Μεγάλη Βρετανία,  σε τέτοιο βαθμό,  ώστε να τις καταστήσουμε την επόμενη μέρα του Brexit ακόμα καλύτερες από ό,τι είναι σήμερα.

Θα ήθελα να κάνω ένα σχόλιο σε σχέση με την κριτική, η οποία έγινε για την επίσκεψη του Πρωθυπουργού στην Ουάσινγκτον. Ο Κ. Μητσοτάκης, σε μία δύσκολη περίοδο για τα εθνικά μας θέματα και για την ευρύτερη περιοχή, νομίζω ότι χθες με τη στάση του απέδειξε ότι έχει και λόγο και ρόλο. Έχει λόγο, γιατί θέτει με παρρησία, παρότι είχε κατηγορηθεί στο παρελθόν ότι δεν υπερασπίζεται τα κυριαρχικά μας δικαιώματα- έχουμε ακούσει και αυτή την κριτική από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, ότι στην πρώτη του συνάντηση με τον Πρόεδρο Ερντογάν δεν έθεσε το θέμα της υπεράσπισης των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων- φαίνεται ότι υπερασπίζεται τα κυριαρχικά μας δικαιώματα σε κάθε επίπεδο και με κάθε δυνατό τρόπο και, δεύτερον, ότι έχει πλέον καταστεί και ο ίδιος, όπως έχει καταστεί και η χώρα ένας αξιόπιστος εταίρος και για τους υπερατλαντικούς μας φίλους, όπως και για τους Ευρωπαίους εταίρους μας.

Δεν είμαστε στη φάση, όπου ο Έλληνας Πρωθυπουργός βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση, όπως βρέθηκε στο παρελθόν ο Αλέξης Τσίπρας, να δηλώνει μεταμέλεια για προηγούμενες του δηλώσεις για τον πρόεδρο Trump, όπως είχαμε δει στην προηγούμενη επίσκεψη στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αντιθέτως, είμαστε σε μία περίοδο, στην οποία η προάσπιση των εθνικών κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, η ανάδειξη του ρόλου της Ελλάδας ως πυλώνα σταθερότητας στην περιοχή, η καλλιέργεια πολυμερών σχέσεων με όλες τις χώρες της περιοχής και, βέβαια, η σταθερότητα, με την οποία υπηρετούμε τις στρατηγικές μας σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι βασικοί άξονες της εξωτερικής μας πολιτικής. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα χθες. Σε όσους περίμεναν θεαματικά αποτελέσματα ή θεαματική ανατροπή του παγκόσμιου σκηνικού από μία επίσκεψη στο Λευκό Οίκο θα έλεγα ότι μάλλον καλλιεργούσαν φρούδες ελπίδες.

Αυτό το οποίο έχει πολύ μεγάλη σημασία είναι μία σχέση, έτσι όπως περιγράφηκε από τον Πρόεδρο Trump, που βρίσκεται στο καλύτερο δυνατό επίπεδο των τελευταίων ετών και μία σχέση η οποία είναι στρατηγική και πολυεπίπεδη πώς θα γίνει πιο ισχυρή, πιο βαθιά, πιο ουσιαστική, παράλληλα με την εμβάθυνση όλων των υπολοίπων σχέσεων της χώρας μας. Είναι ξεκάθαρο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ρόλο στην περιοχή. Συμμετέχουν μέσα από το σχήμα 3 + 1 στον άξονα Ελλάδος- Κύπρου- Αιγύπτου και, βεβαίως, έχουν, με τις δηλώσεις τους, εκδηλώσει την υποστήριξή τους προς τη Συμφωνία του East Med. Δεν περιμέναμε από τον Πρόεδρο Trump να πει κάτι διαφορετικό από αυτά που είπε ο εκπρόσωπος του StateDepartment την προηγούμενη εβδομάδα, όταν χαιρέτισε την υπογραφή του East Med και, βεβαίως, να πει κάτι διαφορετικό από τον Υπουργό των Εξωτερικών, ο οποίος συμμετείχε στην προηγούμενη Σύνοδο της τριμερούς στο Κάιρο.

Άρα, νομίζω ότι όσοι θέλουν σήμερα να δημιουργήσουν την εικόνα ότι ήταν μία επίσκεψη κατώτερη των προσδοκιών ξεχνούν τρία βασικά πράγματα: ξεχνούν την αστάθεια που επικρατεί στην περιοχή, ξεχνούν το γεγονός ότι δεν είναι απομονωμένη από το διεθνές σκηνικό αυτή η επίσκεψη, αλλά εντάσσεται σε ένα διπλωματικό μαραθώνιο, στον οποίο έχει επιδοθεί η χώρα μας και το τρίτο, το οποίο ξεχνούν και κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια ενδεχομένως, για εμάς η στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι ένα καινούργιο στοιχείο στη δικιά μας πολιτική, αλλά υπήρξε πάντοτε για αυτή την παράταξη ακρογωνιαίος λίθος της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Και χαιρόμαστε, διότι όσοι πολέμησαν αυτή την στρατηγική σχέση σήμερα την υποστηρίζουν. Θεωρούμε ότι η χώρα πρέπει να έχει αυτή την εθνική στρατηγική και, βεβαίως, με οποιονδήποτε και αν είναι ο ένοικος του Λευκού Οίκου να διατηρούμε άμεσα ανοιχτές σχέσεις επικοινωνίας, μέσα σε ένα πνεύμα ειλικρίνειας, αμοιβαιότητας και, πάνω απ’ όλα, καλλιέργειας της εμβάθυνσης αυτής της διμερούς σχέσης, η οποία δεν ξεκινάει και τελειώνει σε μία επίσκεψη, αλλά χαρακτηρίζεται από ένα πολύ μεγάλο πλέγμα σχέσεων που ξεκινάνε από την  ομογένεια, πηγαίνουν στην άμυνα και σήμερα εξελίσσονται στις διμερείς οικονοικές σχέσεις.

Κλείνοντας, θέλω να πω ότι πραγματικά χαίρομαι, γιατί η πλειοψηφία- δεν ξέρω, απ’ ό,τι κατάλαβα-  των κομμάτων τάσσεται υπέρ των ρυθμίσεων, θα ακούσουμε και την ψήφο τους- θεωρώ πάντως ότι η χώρα μας πρέπει να αντιμετωπίσει την πρόκληση του Brexit με αισιοδοξία, όχι φοβικά και μεμψίμοιρα, σαν μια Ευρώπη που ταλανίζεται από τις εσωτερικές τις αντιφάσεις και αντιθέσεις, αλλά να την αντιμετωπίσει έχοντας την ιστορική διάσταση, δηλαδή ότι με τη Μεγάλη Βρετανία έχουμε μια παραδοσιακή ιστορική σχέση, είναι ένας από τους μεγαλύτερους εμπορικούς, οικονομικούς και τουριστικούς εταίρους, έχουμε παραδοσιακά ισχυρή θέση, έχουμε τεράστιο πλέγμα πολιτιστικών σχέσεων και αυτές τις σχέσεις πρέπει την επομένη της εξόδου να τις αναγεννήσουμε μέσα από την καλλιέργεια των διμερών επαφών.