Η Ευρωπαϊκή Ένωση, στις αρχές της νέας δεκαετίας, βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, κρίσιμων αποφάσεων και μεγάλων διλημμάτων. Η εντολή των Ευρωπαίων πολιτών για περισσότερη Ευρώπη αποδεικνύεται δύσκολη στην πράξη. Η ομοφωνία στις μεγάλες ευρωπαϊκές αποφάσεις εξακολουθεί να είναι ζητούμενο. Τα Εθνικά Συμφέροντα συνεχίζουν να ιεραρχούνται ως σημαντικότερα από τα Κοινά Συμφέροντα και το ευρωπαϊκό μέλλον.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο νέος Ευρωπαϊκός Προϋπολογισμός για το 2021-27. Η σκληρή διαπραγμάτευση, που βρίσκεται πλέον στην τελική φάση, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα: Μπορεί να υπάρξει περισσότερη Ευρώπη με λιγότερους πόρους; Η Ευρώπη θα μεγαλώσει, πολιτικά και οικονομικά; Ή θα συνεχίσει να λειτουργεί λογιστικά, κοιτάζοντας φοβικά το μέλλον της;

Εκπροσωπώντας την Ελλάδα, στα Συμβούλια Γενικών Υποθέσεων της Ε.Ε, έχω διαπιστώσει τις διαφορετικές προσεγγίσεις μεταξύ των χωρών αλλά και τις κοινές αγωνίες για ένα καλύτερο  ευρωπαϊκό μέλλον. Η προσέγγιση στα μεγάλα ευρωπαϊκά ζητήματα, δεν μπορεί να αποφασίζεται διαρκώς στο ζύγι – κέρδη και ζημιές.

Σε μία εποχή διαρκών μεταβλητών, αναταράξεων και αβεβαιοτήτων, καθημερινών προκλήσεων αλλά και μεγάλων ευκαιριών, η Ευρώπη δεν θα έπρεπε να διχάζεται απέναντι στις μεγάλες αποφάσεις. Επιπλέον, η Ε.Ε – ως παγκόσμιος πολιτικός και οικονομικός γίγαντας - όφειλε να μην είναι φοβική απέναντι στις σημαντικές προκλήσεις, όπως είναι η Πολιτική Συνοχής, η Διεύρυνση, η Κλιματική Αλλαγή, η Ασφάλεια, το Μεταναστευτικό/Προσφυγικό.  Ο τρόπος με τον οποίο, η Ε.Ε διαχειρίστηκε τις σχέσεις της με το Ηνωμένο Βασιλείο, θα έπρεπε να αποτελέσει αφορμή για αυτοκριτική σχετικά με στρατηγικές επιλογές που έγιναν στο παρελθόν. Άλλωστε, το κόστος του Brexit, εκτιμάται σε 60 δις ευρώ, μικραίνοντας την πίτα του προϋπολογισμού.

Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα, σε αυτό το δυσκίνητο ευρωπαϊκό περιβάλλον, δίνει το δικό της παράδειγμα. Οι Έλληνες πολίτες, μετά από δέκα χρόνια κρίσης, με τη ψήφο τους στις εκλογές έδειξαν πως πιστεύουν στην ευρωπαϊκή προοπτική, κλείνοντας τα αφτιά στις σειρήνες του λαϊκισμού. Η Ελλάδα, έχοντας πλέον μπει σε μία περίοδο πολιτικής σταθερότητας με την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, παραμένει προσηλωμένη στην Ευρωπαϊκή προοπτική των κοινών συμμαχιών και αξιών.

Η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς πολιτικές συνοχής, που είναι έννοιες αναπόσπαστες και συνυφασμένες με το κοινό ευρωπαϊκό μέλλον. Ένα από τα βασικά συστατικά της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αποτελεί η δημοσιονομική αλληλεγγύη, ειδικά προς τα κράτη – μέλη, όπως η Ελλάδα που υπέστησαν μείωση κατά 25% του ΑΕΠ την περίοδο της κρίσης.

Σε μία εποχή, που τίποτα δεν είναι ίδιο σήμερα, όπως χθες, κι ενδεχομένως τίποτα να μην είναι ίδιο αύριο, όπως είναι σήμερα, η Ελλάδα διεκδικεί τη διατήρηση των κονδυλίων για την Πολιτική Συνοχής και την ΚΑΠ. Ταυτόχρονα, πρωτοπορεί, δείχνοντας τον δρόμο για νέες ευρωπαϊκές πολιτικές, στους τομείς της καινοτομίας, της ανταγωνιστικότητας, της μετανάστευσης, της άμυνας και βεβαίως της κλιματικής αλλαγής, διεκδικώντας πόρους από το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης.

Με το σχέδιο απολιγνιτοποίησης της χώρας έως το 2028, που έχει ανακοινώσει ο Πρωθυπουργός, θέλουμε να γίνουμε το θετικό παράδειγμα της Ευρώπης. Το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο δεν μπορεί να είναι ένα κείμενο προσθαφαίρεσης αριθμών, αλλά γενναίων - οραματικών πολιτικών με μετρήσιμα μεγέθη, που θα λειτουργούν προς όφελος των πολιτών της Ε.Ε.