Συνέντευξη στην εφημερίδα "Χρηματιστήριο" Ιδιαίτερα καυστικός για την πορεία του χρηματιστηρίου και για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης ο κ. Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, ο οποίος στη συνέντευξη που παραχώρησε στο «Χ», έκτιμά πως η Σοφοκλέους υστερεί σε δυναμισμό, λόγω του καχεκτικού οικονομικού κλίματος που επικρατεί. Παράλληλα ο τομεάρχης ναυτιλίας της Νέας Δημοκρατίας εκθέτει τα λάθη που οδήγησαν τους έλληνες εφοπλιστές εκτός της χώρας και αυτά που καθιστούν αδύνατη την είσοδο των εταιρειών ποντοπότου ναυτηλίας στο Χ.Α Ο κ. Βαρβιτσιώτης σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στο Χρηματιστήριο Αξιών, δήλωσε ότι «Η κινητικότητα στη Σοφοκλέους, αυτό το διάστημα, δεν ανταποκρίνεται στη δυναμική την οποία θα έπρεπαι να έχει αναπτύξει το χρηματιστήριο αξιών εν όψει των Ολυμπιακών αγώνων και της ωρίμανσης της ελληνικής οικονομίας. Η αδυναμία λοιπόν της εγχώριας αγοράς είναι συνέπεια της γενικότερης καχεξίας της οικονομίας, η ανάπτυξη της οποίας βασίζεται σε συγκυριακούς παράγοντες, χωρίς να έχουν δημιουργηθεί οι απαραίτητες προϋποθέσεις για τη μετάβαση στο επόμενο στάδιο. Η αγορά λοιπόν υστερεί καθώς η κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει προοπτικές για τους επενδυτές. Αυτό φαίνεται άλλωστε και από τα κέρδη των επιχειρήσεων τα οποία φθίνουν, με εξαίρεση τον κλάδο των τραπεζών και μερικές ακόμα απονωμένες περιπτώσεις. Συνεπώς, η αδυναμία της αγοράς να κινηθεί με στους ρυθμούς των σημαντικών γεγονότων πηγάζει από δομικές αδυναμίες». Ιδιαίτερα καυστικός εμφανβίζεται ο κ. Βαρβιτσιώτης στις δηλώσεις του για τη μείωση των διεθνών επενδύσεων στην Ελλάδα καθώς και για το θεσμικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε για την εισαγωγή των εταιρειών ποντοπόρου ναυτιλίας στο χρηματιστήριο. Ο κ. Βαρβιτσιώτης θεωρεί ότι «η τρομακτική μείωση των διεθνών επενδύσεων στην ελλάδα στο «ιλλιγκιώδες» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ποσό των 55 εκατ. ευρώ είναι αποτέλεσμα της έλλειψης συνεπούς πολτκής της ελληνικής κυβέρνησης όσον αφορά την προσέλκυση επενδύσεων από το εξωτερικό. Χαρακτηριστικό είναι άλλωστε το παράδειγμα της ναυτιλίας όπου από τα 3500 ελληνόκητα πλοία μόνα τα 650 φέρουν την ελληνική σημαία, με αποτλεσμα το καθαρό συνάλλγμα που μένει στη χώρα να μειώνεται κατά την τελευταία τριετία, ενώ την αλυσίδα αυτή συμπληρώνει η μείωση της απασχόλησης του ναυτικού εργατικού δυναμικού, ήτοι σήμρα απασχολούνται περίπου 16-17 χιλ. ναυτικοί ενώ το 1980 απασχολούνταιν περίπου 80,000 ναυτικοί». «Η απουσία ναυπιγικής και ναυπιγοεπισκευαστικής ζώνης στην Ελλάδα λειτουργεί αρνητικά στην επιλογή λιμανιών και χώρας ναυπίγισης για τους εφοπλιστές». «Παράλληλα το πρόβλημα του περιορισμού της παρουσίας των εφοπλιστών στη χώρα μας σχετίζεται άμεσα με την ανυπαρξία θεσμικού και φορολογικού πλαισίου, καθώς και η αδυναμία ανάπτυξης ναυτασφαλιστικής αγοράς, στα πρότυπα της Αγγλίας και της Ολλανδίας». Παράλληλα ο κ. Βαρβιτσιώτης προτείνει επί της ουσίας μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης της ναυτιλίας με την εγχώρια οικονομία και παράλληλα στην προσέλκυση νέων επενδύσεων. «Η σταθερότητα στην ακολουθούμενη πολιτική, η αποφυγή των σπασμωδικών κινήσεων, όπως η φορολόγιση των ακινήτων που κατέχουν οι off-shore εταιρείες, αποτελούν κίνητρα που θα βοηθούσαν τους εφοπλιστές και εν γένει τους ξένους επιχειρηματίες να επανεξετάσουν τις επιλογές τους». Ενώ συνέχισε «Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα η η κυβερνητική πολιτική απέναντι σε αυτό μείζον θέμα αλλάζει διαρκώς με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σταθερότητα και αυξανει το επενδυτικό ρίσκο για τον πλοιοκτήτη». Όσον αφορά την εισαγωγή της ποντοόρου ναυτιλίας στο Χ.Α ο κ. Βρβιτσιώτης, εκτιμά ότι δεν αποτελεί πλέον θέμα μείζονος σημασίας, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι «το θεσμικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε για την εισαγωγή αυτών των εταιρειών στην εγχώρια χρηματιστηριακή αγορά στερείται της ευελιξίας και τις προσαρμοσιμότητας που απαιτείται βάσει των συνθηκών που επικρατούν στην ναυτιλιακή αγορά, όπου η αξία των πλοίων μεταβάλλεται με ταχείς ρυθμούς όπως άλλωστε και τα ναύλα. Συνεπώς η κατάσταση αυτή δεν επέτρεψε στις εταιρείες του χώρου να εισαχθούν στο Χ.Α, οι οποίες εν τέλει αναζήτησαν και βρήκαν άλλες λύσεις για την άντληση κεφαλαίων, βρίσκοντας παράλληλα και νέους τόπους για την επένδυσή τους».