Κύριε υπουργέ, το τελευταίο διάστημα η τουρκική προκλητικότητα έχει ενταθεί με νέες συνεχείς NAVTEX. Βλέπουμε πως ο Τούρκος Πρόεδρος κάθε φορά που ξεπερνά μια Σύνοδο Κορυφής συνεχίζει το ίδιο βιολί. Μέχρι που θα πάει αυτή η κατάσταση;

Η ελληνική πλευρά βρίσκεται σε επαγρύπνηση, και στο επιχειρησιακό πεδίο αλλά και στο διπλωματικό. Οι τουρκικές προκλήσεις δεν κατάφεραν σε καμία φάση να μας αποπροσανατολίσουν από τις πάγιες στοχεύσεις της εξωτερικής μας πολιτικής. Η επιλογή της κυβέρνησης να προβάλλει την ευρωπαϊκή διάσταση του προβλήματος αποδεικνύεται καταλυτική, έχοντας μεταφέρει τη συζήτηση περί Τουρκικής προκλητικότητας σε επίπεδο ΕΕ και μεταφέροντας την ευθύνη της ουσιαστικής αποκλιμάκωσης στην Άγκυρα. Στο τελευταίο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, η ΕΕ αποφάσισε να επανεκτιμήσει συνολικά τη σχέση της με την Τουρκία σε στρατηγικό ορίζοντα και με σαφές χρονοδιάγραμμα. Πλέον, αν η Τουρκία θέλει να προσβλέπει σε μια ειλικρινή και συνεπή σχέση με την ΕΕ, θα πρέπει να εγκαταλείψει τους προσχηματικούς τακτικισμούς και να προχωρήσει έμπρακτα σε αποκλιμάκωση της έντασης, που η ίδια άλλωστε έχει δημιουργήσει.

 

Την ίδια περίοδο βλέπουμε και μια στροφή Μακρόν προς την Μέρκελ, η οποία είναι εκείνη που δεν θέλει κυρώσεις στην Τουρκία, με συνέπεια η ΕΕ να μην μπορεί να αντιδράσει σθεναρά στις προκλήσεις.

Η ΕΕ σήμερα καλείται να επωμιστεί έναν νέο ρόλο ευθύνης που να ανταποκρίνεται στο σύστημα αρχών και αξιών της, αλλά και στις νέες ρευστές συνθήκες στην Ανατολική Μεσόγειο. Η τουρκική προκλητικότητα αποτελεί απειλή για την ασφάλεια στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και για την ίδια την αξιοπιστία της ΕΕ. Κι αυτό πλέον έχει γίνει αντιληπτό στους κόλπους της ΕΕ. Ο πρόεδρος Μακρόν έχει μιλήσει εδώ και καιρό για την ανάγκη εμβάθυνσης της «στρατηγικής αυτονομίας» της ΕΕ, ενώ η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν, είχε πρόσφατα δηλώσει ότι “η Τουρκία είναι κοντά μας στο χάρτη, αλλά συνεχώς απομακρύνεται”. Η διαχείριση των τουρκικών προκλήσεων εντός της ΕΕ, θα καθορίσει τους στρατηγικούς προσανατολισμούς της για το μέλλον. Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτήν την πορεία, όπως και για τον διάλογο που θα ξεκινήσει εντός του 2021 για το Μέλλον της Ευρώπης.

 

Η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση για υποχωρητικότητα. Τι απαντάτε;

Η πάγια θέση της Ελλάδας είναι ότι είμαστε ανοιχτοί σε διάλογο με βάση τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου για τη μία και μοναδική υφιστάμενη διαφορά μας με την Τουρκία: την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Βεβαίως, απαραίτητη προϋπόθεση για την έναρξη των όποιων διερευνητικών επαφών είναι η Τουρκία να αποδείξει έμπρακτα ότι επιθυμεί τον διάλογο, εγκαταλείποντας μόνιμα και όχι ευκαιριακά τις προκλητικές και παράνομες ενέργειές της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Οι εθνικές μας θέσεις είναι ξεκάθαρες και αδιαπραγμάτευτες. Στα θέματα εξωτερικής πολιτικής δεν χωρούν μικροκομματικοί τακτικισμοί για εσωτερική κατανάλωση. Η στάση του ΣΥΡΙΖΑ να μη ψηφίσει τις αμυντικές δαπάνες είναι εθνικά επιζήμια. Απέναντι στις διαρκείς προκλήσεις, απαιτείται εθνική ομοψυχία και αρραγές εθνικό μέτωπο.

 

Σας ανησυχεί μια νέα στρατηγική του Ερντογάν στο προσφυγικό;

Η εργαλειοποίηση μεταναστευτικών ροών από την Τουρκία στα σύνορα μας στον Έβρο τον Μάρτιο ήταν μια «υβριδική επίθεση» την οποία η κυβέρνηση αντιμετώπισε με επιτυχία και αποφασιστικότητα, κάτι το οποίο ακόμα αξιολογείται θετικά στην Ευρώπη. Η Ελλάδα έχει σημειώσει έκτοτε αντίστοιχη εξαιρετική επιτυχία στην επιτήρηση και των θαλάσσιων συνόρων της, σε συνεργασία με τη FRONTEX. Η συνεργασία εθνικών και ευρωπαϊκών υπηρεσιών στη φύλαξη των ελληνικών συνόρων το τελευταίο έτος, αποτελεί μία συνολική απάντηση σε μελλοντικές υβριδικές και πραγματικές απειλές.

 

Στο θέμα της πανδημίας οι χειρισμοί της κυβέρνησης είναι αυτοί που πρέπει;

Η διαχείριση της πανδημίας είναι ένα τιτάνιο έργο όχι μόνο σε εθνικό, αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ήδη έχει κάνει, συντονισμένα, όλες τις απαραίτητες ενέργειες σε όλα τα επίπεδα: για την προμήθεια των εμβολίων, την ενίσχυση του ΕΣΥ, τη στήριξη των επαγγελματιών που πλήττονται. Ακολουθούμε τις οδηγίες των ειδικών και εφαρμόζουμε τα καταλληλότερα μέτρα. Μέτρα αναγκαία, αναλογικά και κατά το δυνατόν στοχευμένα, για να αντιμετωπίσουμε το δεύτερο κύμα και να βγούμε με επιτυχία από αυτό, όπως συνέβη και με το πρώτο. Προφανώς η αντιμετώπιση του δεύτερου κύματος, που αποδεικνύεται πιο δυνατό, έκρυβε νέα δεδομένα που δοκιμάζουν τις αντοχές του συστήματος υγείας αλλά και των ίδιων των πολιτών. Η αύξηση των διασωληνωμένων στις ΜΕΘ αλλά και του αριθμού των θανάτων είναι κάτι που δεν μπορεί να το αγνοούμε. Φαίνεται, πάντως, από τα τελευταία στοιχεία να υπάρχει μία υποχώρηση των στατιστικών της πανδημίας που μας κάνει κάπως πιο αισιόδοξους για το μέλλον. Αρκεί τις εορταστικές αυτές ημέρες, να γιορτάσουμε με τις οικογένειες μας. Όσο πιο πολύ προσέξουμε σήμερα, τόσο πιο γρήγορα θα βγούμε αύριο. Θα ήθελα ακόμη να απευθύνω έκκληση προς τους πολίτες να εμβολιαστούν: Το εμβόλιο δεν σώζει από μόνο του τη ζωή, αλλά ο εμβολιασμός!

 

Τα σύνορα πάλι κλείνουν με τη Μεγάλη Βρετανία, λόγω της πανδημίας. Τι σημαίνει αυτό όταν μάλιστα υπάρχει ενόψει και το Brexit;

Η κατάσταση στη Μεγάλη Βρετανία δείχνει να είναι εξαιρετικά δύσκολη με τη μετάλλαξη του ιού. Αυτό, σε συνδυασμό με το Brexit, μπορεί να δημιουργήσει πολλαπλές αναταράξεις. Η κυβέρνηση από την πρώτη στιγμή έχει προετοιμαστεί νομοθετικά και διοικητικά για τη διασφάλιση των συμφερόντων της χώρας μας και των Ελλήνων πολιτών από τις επιπτώσεις του Brexit. Όσον αφορά την πανδημία, ήδη λάβαμε τα πρώτα μέτρα, με την επαύξηση της προληκτικής καραντίνας από 7 σε 10 ημέρες όσων εισέρχονται στη χώρα μας από το Ηνωμένο Βασίλειο, με τη διενέργεια παράλληλα rapid test. Δεν μπορούμε με κανένα τρόπο να διακινδυνεύσουμε τη δημόσια υγεία.

 

Αναμφίβολα η πανδημία αλλάζει τα πάντα στις ζωές μας. Η αντιμετώπιση της χρειάζεται μετά το εμβόλιο που ελπίζουμε όλοι μας να έχει θετικό αποτύπωμα να γίνει από μηδενική βάση με ένα restart της κυβέρνησης με νωπή εντολή ;

Το μείζον αυτή τη στιγμή είναι να νικήσουμε τον ιό. Να βγάλουμε τους Έλληνες υγιείς και δυνατούς από αυτή την περιπέτεια, ώστε ως χώρα την επομένη κιόλας την πανδημίας να μπορέσουμε να κάνουμε μια γενναία επανεκκίνηση. Σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Αυτή είναι η ουσιαστική επανεκκίνηση που χρειάζεται η Ελλάδα και σε αυτή πρέπει να εστιάσουμε. Άλλωστε, η χώρα έχει στα χέρια της ένα πολύτιμο εργαλείο για να κάνει restart, κι αυτό είναι το Ταμείο Ανάκαμψης των 72 δις ευρώ. Νωπή εντολή δεν απαιτείται. Η εντολή είναι μία, από τις εκλογές του 2019, και μάλιστα διαρκής. Προτεραιότητα έχει η χώρα! Υπάρχει άλλωστε μία σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κυβέρνηση, και κυρίως τον ίδιο τον Πρωθυπουργό με τον ελληνικό λαό. Και αυτή την εμπιστοσύνη δεν πρόκειται να την προδώσουμε.