Μετά από μια δύσκολη χρονιά παρατεταμένης κλιμάκωσης στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο, οι πρώτοι μήνες του 2021 βρίσκουν τις σχέσεις μας με την Τουρκία ενταγμένες σε ένα αρκετά διαφορετικό πλαίσιο. Οι δίαυλοι επικοινωνίας έχουν ανοίξει, δύο νέοι γύροι διερευνητικών εντολών έχουν λάβει χώρα και, εφόσον υπάρξουν οι προϋποθέσεις, η συνεννόηση μπορεί να επεκταθεί και σε πολιτικό επίπεδο. Αυτή η επανεκκίνηση του διαλόγου είναι σαφώς ένα πρώτο θετικό βήμα και την καλωσορίζουμε.

Από την πλευρά της, η Ελλάδα ποτέ δε φοβήθηκε τον διάλογο και διαχρονικά επιδίωκε την ειρηνική διευθέτηση της μοναδικής διαφοράς της με την Τουρκία στη βάση του διεθνούς δικαίου. Είναι, λοιπόν, σημαντικό ότι, παρά τις δυσκολίες, μιλάμε ξανά με τους γείτονές μας, κάτι που, όμως, δε θα είχε γίνει αν δεν επιμέναμε για έμπρακτη και συνεπή αποκλιμάκωση εκ μέρους της Τουρκίας. Καθοριστική ήταν επίσης η πίεση που της άσκησε η Ευρωπαϊκή Ένωση, δείχνοντας ότι εκλαμβάνει την προκλητικότητά της απέναντι στην Ελλάδα ως απειλή για την ασφάλεια της Ευρώπης συνολικά και καλώντας τη να διαλέξει ανάμεσα στην απομόνωση ή τη συνεργασία με τους 27.

Ωστόσο, δεν τρέφουμε αυταπάτες. Η επανάληψη των διερευνητικών επαφών δεν μπορεί να αποτελεί μια ευκαιρία απλού κατευνασμού της Ελλάδας ενόψει της Συνόδου Κορυφής του Μαρτίου ούτε μπορεί να διαγράψει την πολεμική ρητορική των τελευταίων μηνών, που δημιούργησε ένα έντονο κλίμα καχυποψίας προς τους γείτονές μας. Για να εδραιωθεί και πάλι η εμπιστοσύνη, η Τουρκία πρέπει να συνεχίσει να ακολουθεί το δρόμο της διπλωματίας και να συμμορφωθεί με το Διεθνές Δίκαιο. Όχι πρόσκαιρα, αλλά με συνέπεια και διάρκεια. Με καλή πίστη και απτές πράξεις. Δεν αρκούν μόνο τα λόγια ή τα ευχολόγια. Ούτε βοηθούν οι απειλές και η επέκταση της ατζέντας σε θέματα, που η Ελλάδα δεν πρόκειται να θέσει σε διαπραγμάτευση, γιατί αγγίζουν τον πυρήνα της κυριαρχίας της.

Το επικείμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είναι ευκαιρία να αναθεωρηθούν εποικοδομητικά οι σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρώπη. Μπροστά σε αυτή την προοπτική, η Ελλάδα είναι ανοιχτή στο να εξεταστούν τα σημεία μιας θετικής ατζέντας, αλλά μόνο εφόσον η Τουρκία συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει- όπως η πιστή εφαρμογή της Κοινής Δήλωσης για τη διαχείριση του μεταναστευτικού. Και, αντίστροφα, θα επιμείνει να διατηρηθεί η προοπτική λήψης μέτρων εις βάρος της, εφόσον επιστρέψει στην παραβατική συμπεριφορά.

Οι Έλληνες πιστεύουμε στην Ευρώπη και στη δύναμή της να δίνει λύσεις, έστω και αν κάποιες φορές καθυστερεί. Έτσι και τώρα, πιστεύουμε ότι μπορεί να βρεθεί κοινός τόπος και να δοθεί η διπλωματική λύση που επιζητούμε μέσα στον θεσμικό χώρο που  εδώ και 40 χρόνια θωρακίζει τη γεωπολιτική μας ασφάλεια. Μένει να δούμε αν θα ανταποκριθεί και η Τουρκία σε αυτό το κάλεσμα.