«Η Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης είναι μία ζωντανή πρόσκληση προς τους νέους. Την αγωνία των νέων ανθρώπων θέλουμε να αφουγκραστούμε. Είναι η στιγμή που σταματάνε να μιλάνε οι Βρυξέλλες και οι εθνικές κυβερνήσεις και ακούνε τους πολίτες», είπε σήμερα ο Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης σε συνέντευξή του στην εκπομπή «Συμβαίνει στην Ευρώπη» της ΕΡΤ1 και στον δημοσιογράφο Γιώργο Συριόπουλο.

 

Ειδικότερα, ο Αναπληρωτής Υπουργός, αναφέρθηκε στις προτεραιότητες που έχει θέσει η Ελλάδα στο πλαίσιο του Διαλόγου και αφορούν την εμβάθυνση της ευρωζώνης, τον ψηφιακό και πράσινο μετασχηματισμό της οικονομίας, τη μετανάστευση, την ασφάλεια των συνόρων και το κοινωνικό κράτος. Υπενθύμισε, ότι η Ελλάδα έχει βγει μπροστά με την πρόταση για τη θέσπιση ενός Ελάχιστου Εγγυημένου Επιπέδου Διαβίωσης, πρόταση η οποία έχει ήδη αποκτήσει δυναμική και θετική ανταπόκριση μέσα στην ΕΕ.

 

Ο κ. Βαρβιτσιώτης σημείωσε ότι εκείνοι που αμφισβητούν την εμβάθυνση της ΕΕ και ζητούν λιγότερη και μικρότερη Ευρώπη βρίσκονται στο περιθώριο. «Στην καρδιά όλων των τοποθετήσεων είναι ότι ζητάμε περισσότερη Ευρώπη. Περισσότερη Ευρώπη στην ασφάλεια, την οικονομία, την υγεία, την εκπαίδευση» τόνισε, χωρίς όμως – όπως είπε - να είναι απαραίτητη η αλλαγή των Συνθηκών.

 

Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ο Αναπληρωτής Υπουργός εκτίμησε ότι η αλλαγή των Ευρωπαϊκών Συνθηκών είναι πολύ δύσκολη, καθώς δεν φαίνεται να υπάρχει η απαραίτητη συναίνεση μεταξύ των κρατών- μελών για να επιτευχθεί ένα τόσο μεγάλο εγχείρημα. Επισήμανε ακόμη ότι και η Ελλάδα θα αντιμετώπιζε με επιφύλαξη την αλλαγή των Συνθηκών, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ομοφωνία στα θέματα εξωτερικής πολιτικής. "Η ευρωπαϊκή ομοφωνία είναι μια ασπίδα ασφαλείας για την Ελλάδα, εφόσον έχουμε έντονες, σταθερές πιέσεις από την πλευρά της Τουρκίας και χρειάζεται, για να πιέζουμε κι εμείς για την υιοθέτηση πολιτικών που αφορούν ζωτικά ζητήματα ασφάλειάς μας», σημείωσε.

 

Πρόσθεσε, όμως, ότι οι Ευρωπαϊκές Συνθήκες μας δίνουν την δυνατότητα να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η Ένωση, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη για περισσότερη δημοκρατία, λογοδοσία και διαφάνεια. Παράλληλα, εξήγησε ότι η Ευρωπαϊκή συνεργασία μπορεί να εμβαθύνει και χωρίς την πολύπλοκη και επίπονη διαδικασία αναθεώρησης των Συνθηκών, και κύρωσής τους μέσα από δημοψηφίσματα, φέρνοντας το παράδειγμα της συνεργασίας στα θέματα υγείας με αφορμή την πανδημία, αλλά και της ενέργειας, που βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο.