Τα 2.959 χιλιόμετρα που χωρίζουν στον χάρτη την Αθήνα με τη Μόσχα δεν αποτέλεσαν ποτέ εμπόδιο στις σχέσεις Ελλάδας – Ρωσίας. Με τη Ρωσία άλλωστε μας συνδέουν πολλά. Ιστορικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά.

Ωστόσο, το σύγχρονο πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί στις ελληνορωσικές σχέσεις διέπεται από ένα διαφορετικό πολυεπίπεδο πλαίσιο συνεργασίας. Πολιτικό, επενδυτικό και, όπως διαπίστωσα πηγαίνοντας στη Ρωσική πρωτεύουσα – , και μορφωτικό.   

Έχοντας επισκεφθεί πολλές φορές τη Μόσχα στην πολιτική μου διαδρομή, αυτή τη φορά πηγαίνοντας ως επικεφαλής κυβερνητικής αποστολής υπήρχε μια βαριά ευθύνη. Η ελληνική αποστολή να γυρίσει έχοντας στις αποσκευές της μια σειρά συμφωνιών σε  τομείς αμοιβαίου ενδιαφέροντος.  

Και ο στόχος αυτός επετεύχθη.

Και επετεύχθη, λίγες ημέρες πριν από την επίσκεψη του Πρωθυπουργού στη Ρωσία και τη συνάντηση με τον πρόεδρο Πούτιν στο Σότσι, στις 8 Δεκεμβρίου.

Μετά από μήνες εντατικών εργασιών και συντονισμού ελληνικών και ρωσικών υπουργείων, σε ένα ταξίδι γεμάτο συναντήσεις και διαβουλεύσεις, δείξαμε ότι η Ελλάδα θέλει πραγματικά να προωθήσει τη σύσφιξη των σχέσεών της με τη Ρωσία.

Το Πρωτόκολλο Συνεργασίας που υπογράψαμε με τον συμπρόεδρό μου Υπουργό Μεταφορών της Ρωσικής Ομοσπονδίας Βιτάλι Σαβέλιεφ αποτελεί ένα νέο βήμα στις ελληνορωσικές σχέσεις.

Τελειώνοντας τις εργασίες της 13ης Μικτής Διυπουργικής Επιτροπής, δώσαμε λύσεις σε προβλήματα που εκκρεμούσαν. Ολοκληρώσαμε διαπραγματεύσεις που χρόνιζαν. Εμπλουτίσαμε και άλλο το Συμβατικό Πλαίσιο των διμερών επαφών μας.

Η Ρωσία μπορεί να μην είναι ένας εύκολος συνομιλητής, είναι όμως βασικός παράγοντας της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας, με λόγο στα περιφερειακά ζητήματα, στην Ανατολική Μεσόγειο, στο Κυπριακό. Γι’ αυτό, προσβλέπουμε σε μία λειτουργική και δυναμική σχέση μαζί της. Βεβαίως, μας προβληματίζει η επιδείνωση των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, των οποίων η Ελλάδα είναι μέλος. Όμως, οι δίαυλοι επικοινωνίας θα πρέπει να μένουν ανοιχτοί, ώστε να οικοδομηθεί μια σχέση βασισμένη στην ειλικρίνεια, την καλή πίστη και τον σεβασμό αρχών του Διεθνούς Δικαίου.

Ακρογωνιαίος λίθος της συνεργασίας μας είναι όμως η οικονομία. Γι΄ αυτό, σε μια περίοδο που η ελληνική οικονομία καλπάζει με ρυθμούς ανάπτυξης 8%, πρέπει να προσελκύσουμε ρωσικές επενδύσεις και να ενδυναμώσουμε τις οικονομικές και εμπορικές μας σχέσεις.

Τα αντίμετρα της ρωσικής κυβέρνησης έχουν πλήξει δυσανάλογα τις ελληνικές εξαγωγές από το 2014. Οι Έλληνες επιχειρηματίες που συνάντησα προσωπικά στη Μόσχα, αλλά και πολλοί άλλοι, είναι οι άξιοι πρεσβευτές της ελληνικής επιχειρηματικότητας, που με το δαιμόνιο και τις ικανότητές τους μπορούν να μεγαλώσουν το διμερές εμπόριο και τις επενδύσεις.

Στον τομέα της ενέργειας, πρέπει να συνεχιστεί η απρόσκοπτη παροχή αερίου στη χώρα μας σε ανταγωνιστικές τιμές. Στις αεροπορικές μεταφορές, ζητάμε να επιστρέψουμε στην προ-COVID εποχή με την απελευθέρωση των πτήσεων transit. Στον τουρισμό μπορούμε να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες στρατηγικής συνεργασίας.

Στο ταξίδι μου στη Μόσχα, ανακάλυψα όπως και μια «ελληνική» παροικία, από Ρώσους φοιτητές που σπουδάζουν σε ελληνόγλωσσα τμήματα Πανεπιστημίων της Μόσχας. Άκουσα νέα παιδιά, που δεν έχουν επισκεφθεί ποτέ τη χώρα μας, τόσες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα να μιλάνε άπταιστα ελληνικά. Χρέος μας λοιπόν είναι να ισχυροποιήσουμε τους μορφωτικούς δεσμούς Ελλάδας – Ρωσίας.

«Σας περιμένουμε στην Ελλάδα» τους είπα.

Είναι μία πρόσκληση ανοικτή, τόσο στους φιλέλληνες Ρώσους σπουδαστές όσο και στους επενδυτές.