Το 2022 θα είναι μια χρονιά μεγάλων προκλήσεων για την Ευρώπη, καθώς θα κληθεί να δώσει απαντήσεις σε ζητήματα δύσκολα, αλλά θεμελιώδη για την ταυτότητά της. Ζητήματα ανοιχτά, που διχάζουν τα κράτη-μέλη και καθορίζουν τον πολιτικό, οικονομικό και γεωστρατηγικό της ρόλο.

Πρωταρχική και πλέον επείγουσα πρόκληση είναι η πανδημία, που δοκιμάζει ξανά την Ευρώπη. Μετά τον επιτυχημένο συντονισμό για την προμήθεια υγειονομικού υλικού και εμβολίων, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να συνεχίσει να βρίσκεται στην πρωτοπορία της επιστήμης, για να αντιμετωπίζει κάθε φορά τις νέες μεταλλάξεις. Τα κράτη-μέλη καλούνται να εναρμονιστούν, για να κρατήσουν τα εσωτερικά σύνορα ανοιχτά και τις διακρατικές μετακινήσεις ασφαλείς.

Στο δε πεδίο της οικονομίας, το μεγάλο στοίχημα είναι η μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Πυξίδα μας θα πρέπει να είναι η φιλοσοφία του Ταμείου Ανάκαμψης. Όπως το 2020 αποφασίσαμε να δανειστεί για πρώτη φορά η Ένωση για λογαριασμό των κρατών-μελών, έτσι και τώρα θα πρέπει να αξιοποιήσουμε καινοτόμα εργαλεία αναπτυξιακής λογικής. Την επομένη της πανδημίας, η Ευρώπη χρειάζεται μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, γενναία και ευέλικτη, που να υπηρετεί τους στόχους της Επιτροπής για τον Ψηφιακό Μετασχηματισμό και την Πράσινη Μετάβαση της Ευρώπης.

Η άλλη μεγάλη συζήτηση που πρέπει να ανοίξει άμεσα αφορά τη γεωπολιτική θέση της Ευρώπης. Οι παγκόσμιοι συσχετισμοί δυνάμεων μεταβάλλονται, οι μεταναστευτικές ροές στην Ανατολική Μεσόγειο εργαλειοποιούνται και θεμελιώδεις κανόνες Διεθνούς Δικαίου και καλής γειτονίας αμφισβητούνται ανοιχτά από χώρες, όπως η Τουρκία. 

Σε αυτή τη νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας, είναι ώρα η Ευρωπαϊκή Ένωση να αποκτήσει σαφή γεωπολιτική ταυτότητα και να εργαστεί για τη στρατηγική της αυτονομία. Να σταματήσει να συζητάει για τον εαυτό της και να στραφεί προς τα έξω, κυρίαρχα και όχι φοβικά. Να γίνει πυλώνας σταθερότητας και συνδιαμορφωτής των παγκόσμιων αποφάσεων. Και η τρέχουσα Γαλλική Προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αποτελεί το καταλληλότερο πλαίσιο, για να περάσει η Ένωση από τη ρητορεία στην έμπρακτη χάραξη μιας κοινής, λειτουργικής και αποτελεσματικής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας.

Πεδίο ευρωπαϊκής πολιτικής αντιπαράθεσης είναι οπωσδήποτε και οι τιμές ενέργειας. Με ορίζοντα τον στόχο της ΕΕ για κλιματική ουδετερότητα το 2050, τα κράτη-μέλη έχουν ήδη διχαστεί για τις μεταβατικές ανανεώσιμες μορφές ενέργειας, με το καθένα να προκρίνει εκείνη που συμπορεύεται με τα εθνικά του συμφέροντα.

Όμως, δεν πρέπει να χάσουμε τον κοινό στόχο, την Πράσινη Μετάβαση. Αυτό το στοίχημα πρέπει να το κερδίσουμε χθες. Ενωμένοι και χωρίς ψευτοδιλήμματα μεταξύ πράσινης και φθηνής ενέργειας- άλλωστε, οι ΑΠΕ είναι φθηνότερες από τα ορυκτά καύσιμα. Παράλληλα, στοχεύοντας στην ενεργειακή της αυτάρκεια και ασφάλεια, η Ευρώπη μπορεί να βρει στα κοιτάσματα της Νοτιοανατολικής Μεσογείου – συμπεριλαμβανομένων όσων έχουν εντοπιστεί στην Κύπρο- μια εναλλακτική πηγή ενέργειας ενώ, εμβαθύνοντας τις ενεργειακές της σχέσεις με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, μπορεί να πετύχει την απεμπλοκή της από μονοπωλιακές εξαρτήσεις. Από την πλευρά της, η Ελλάδα, στηριζόμενη στα συγκριτικά της πλεονεκτήματα (γεωγραφίας και κλίματος) και στις πολυμερείς συνεργασίες, μπορεί να γίνει διαμετακομιστικό κέντρο φθηνής καθαρής ενέργειας.

Το 2022 θα είναι πράγματι μια απαιτητική χρονιά για την Ευρώπη. Όμως, 72 χρόνια από την ίδρυσή της και 20 από την υιοθέτηση του ευρώ, έχει μάθει πια να προχωρά μέσα από τις κρίσεις. Συχνά αργά, αλλά πάντα μπροστά. Με το τέλος της πανδημίας, λοιπόν, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αποδειχθεί πιο ανταγωνιστική, αυτόνομη, συνεκτική. Και η Ελλάδα ενεργό μέλος της στο δρόμο προς τις επόμενες κατακτήσεις της.

Καλή Ευρωπαϊκή χρονιά!