Σε ακόμη μια διεθνή κρίση και μάλιστα στη γειτονιά της, στην Ουκρανία, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτυγχάνει να διαδραματίσει πρωτεύοντα γεωπολιτικό ρόλο. Πώς είναι εφικτό να ισορροπήσει η ελληνική εξωτερική πολιτική ανάμεσα στη συστράτευση με τους συμμάχους μας στο ΝΑΤΟ και την πολιτική ανοικτών διαύλων με τη Ρωσία;

 

Όπως είπε και ο Πρωθυπουργός προσερχόμενος στην έκτακτη Σύνοδο των ηγετών για την Ουκρανία, ελπίζουμε για το καλύτερο αλλά προετοιμαζόμαστε και για το χειρότερο.

Η Ελλάδα ξέρει ποια είναι η θέση της στο διεθνές σύστημα και έχει κάνει την ουσιαστική επιλογή να συνομιλεί με όλους. Είμαστε στρατηγικός σύμμαχος με τις ΗΠΑ, και μάλιστα στο πλαίσιο μιας αναβαθμισμένης πλέον σχέσης και χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Παράλληλα, έχουμε ανοιχτούς διαύλους με τη Ρωσία, και αυτό φαίνεται και από τη χθεσινή συνάντηση των Υπουργών Εξωτερικών Δένδια - Λαβρόφ στη Μόσχα. Η Ελλάδα άλλωστε έχει ένα επιπλέον ενδιαφέρον για την Ουκρανία λόγω της παρουσίας των χιλιάδων Ελλήνων ομογενών στη Μαριούπολη.

Στις Βρυξέλλες, επαναβεβαιώσαμε την απόλυτη ενότητά μας, τη στήριξή μας στην εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας και την αποφασιστικότητά μας να αντιδράσουμε συντονισμένα και σε συνεννόηση με τους ευρω-ατλαντικούς συμμάχους μας σε περίπτωση που υπάρξει μια εισβολή από πλευράς Ρωσίας στην Ουκρανία.

Πρόκειται για μια κρίση που εκτυλίσσεται στην αυλή της Ευρώπης και αποτελεί αφορμή για να σκεφτούμε ευρύτερα τον ρόλο της Ευρώπης στα μεγάλα γεωπολιτικά ζητήματα. Η ΕΕ πρέπει να ενισχύσει τον πρωταγωνιστικό της ρόλο. Αυτό θα συμβεί εφόσον προχωρήσει αποφασιστικά προς την επίτευξη της στρατηγικής της αυτονομίας, θέμα το οποίο η Ελλάδα έχει βάλει στο επίκεντρο του Διαλόγου για το Μέλλον της Ευρώπης και βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα της Γαλλικής Προεδρίας.

 

Αποτέλεσμα της ρωσοουκρανικής έντασης είναι η εκτόξευση των τιμών σε ενέργεια και βασικά αγαθά, που δοκιμάζει εκ των πραγμάτων την κοινωνική συνοχή. Ανησυχείτε για διόγκωση της κοινωνικής αντίδρασης και πως είναι κατά την γνώμη σας εφικτό να συνεχίσετε τις παρεμβάσεις οικονομικής στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων την ώρα, που επανέρχεται δριμύτερος ο κανόνας της δημοσιονομικής ισορροπίας;

 

Η ανησυχία μας είναι οι ανάγκες των πολιτών και όχι το πολιτικό κόστος. Το καμπανάκι για τη δική μας κινητοποίηση είναι τα ίδια τα προβλήματα και όχι ο φόβος της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Και αυτό πιστεύω ότι οι πολίτες το αντιλαμβάνονται στο τέλος της μέρας.

Σε αντίθεση με την αντιπολίτευση που επιδίδεται σε μια ακατάσχετη παροχολογία χωρίς αντίκρισμα, η κυβέρνηση έχει προχωρήσει και θα συνεχίζει να στηρίζει τους κοινωνικά ευάλωτους και όσους πλήττονται από την ακρίβεια, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική ισορροπία της χώρας. Το αποδείξαμε αυτό με την κρίση της πανδημίας, κατά την οποία προστατεύσαμε τις θέσεις εργασίας, το αποδεικνύουμε και με την ενεργειακή κρίση, ενισχύοντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο τώρα, η θέση μας είναι ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να επιστρέψει σε δημοσιονομικούς κανόνες που αντιστοιχούσαν σε μια άλλη εποχή και που στις σημερινές συνθήκες θα ήταν μια δημοσιονομική μέγγενη. Διότι σήμερα οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Κι αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να μας απασχολήσει στη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας.

 

Ανησυχείτε ότι η κλιμάκωση της εμπρηστικής ρητορικής από την πλευρά της Τουρκίας κατά της χώρας μας μπορεί να λάβει τη μορφή ενός «θερμού» επεισοδίου στο Αιγαίο ή την Ανατολική Μεσόγειο; Είστε ικανοποιημένος από τη στάση των Ευρωπαίων εταίρων μας τόσο έναντι της τουρκικής επιθετικότητας, όσο και στο πεδίο του Μεταναστευτικού;

 

Η Ελλάδα είναι ταγμένη με την πλευρά της ειρήνης, της συνεργασίας, του διεθνούς δικαίου. Παράλληλα, διαθέτει την αποφασιστικότητα, το φρόνημα και τη δύναμη του πυρός να απαντήσει σε οποιαδήποτε απειλή. Η ετοιμότητά μας αυτή δεν αποτελεί μόνο εγγύηση ότι οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια εναντίον μας θα πέσει στο κενό, αλλά αποτελεί και αποτελεσματικό μέσο αποτροπής μιας τέτοιας ενέργειας.

Είναι φανερό πως η αναβάθμιση της αμυντικής ισχύος της χώρας και η διπλωματική μας κινητικότητα σε όλα τα επίπεδα έχουν προκαλέσει εκνευρισμό στην Τουρκία. Η πρόσφατη αμφισβήτηση της κυριαρχίας των ελληνικών νησιών από την Άγκυρα συνάντησε την ηχηρή αποδοκιμασία των συμμάχων και εταίρων μας, των ΗΠΑ και της ΕΕ αλλά και του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι ισχυρισμοί της Τουρκίας είναι προκλητικοί, παράλογοι και ανιστόρητοι. Η Τουρκία οφείλει να αντιληφθεί ότι στον σύγχρονο κόσμο δεν γίνονται δεκτές συμπεριφορές και πρακτικές που παραπέμπουν σε προηγούμενους αιώνες και σε κράτη-πειρατές. Είμαστε η μόνη χώρα στον κόσμο, μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, που αντιμετωπίζουμε απειλή πολέμου - casus belli. Τα νησιά μας δεν απειλούν, αντίθετα απειλούνται. Δεν μπορεί να αποστρατιωτικοποιηθεί κάτι το οποίο απειλείται. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η κυβέρνηση Μητσοτάκη ήταν εκείνη που πέτυχε να μετατρέψει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε ευρωτουρκικό ζήτημα. Η Ευρώπη βρέθηκε στο πλευρό της Ελλάδας τόσο στον Έβρο όσο και στην κρίση του καλοκαιριού του 2020 στο Αιγαίο.

Στο θέμα του μεταναστευτικού, η Ελλάδα κατάφερε να μειώσει τις ροές κατά 90% και να αποσυμφορήσει τα νησιά. Ως χώρα, έχουμε βάλει στο ευρωπαϊκό τραπέζι του διαλόγου την ανάγκη δημιουργίας ενός ισχυρού πλαισίου κυρώσεων σε όποιον επιχειρεί να εκβιάσει την Ευρώπη μέσω της εργαλειοποίησης ανθρώπων. Κι αυτό το ισχυρό μήνυμα πρέπει να στείλει η ΕΕ σε όσους επιβουλεύονται την ασφάλεια και τη συνοχή της.

 

Πως αξιολογείτε τη στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης και δη του ΣΥΡΙΖΑ κατά τη ψήφιση στη Βουλή του νομοσχεδίου για την απόκτηση ακόμη 6 μαχητικών αεροσκαφών τύπου Rafale, καθώς και της προμήθειας των φρεγατών τύπου Belharra και των τορπιλών για τα υποβρύχια;

 

Τα τελευταία δύο χρόνια υπάρχει αναβάθμιση της τουρκικής απειλής. Αυτό φαίνεται να μην το αντιλαμβάνεται ο ΣΥΡΙΖΑ γεγονός άκρως προβληματικό, τόσο πολιτικά όσο και εθνικά, καθώς το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δείχνει να μην κατανοεί τον βαθμό της τουρκικής απειλής, όπως αυτή έχει εκφραστεί μέσω της «Γαλάζιας Πατρίδας», του τουρκολυβικού μνημονίου αλλά και της πρόσφατης αμφισβήτησης των Διεθνών Συνθηκών που αφορούν τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Η αξιωματική αντιπολίτευση συμπεριφέρεται ανεξήγητα πολιτικά και επικίνδυνα εθνικά. Απέναντι στη συνεχώς αναβαθμιζόμενη τουρκική απειλή, ο ΣΥΡΙΖΑ επιλέγει να είναι «απών» από την εθνική συστράτευση. Το εθνικό μέτωπο απαιτεί ενότητα, ομοψυχία και ομοθυμία. Η άμυνα της χώρας είναι ο υπέρτατος αυτοσκοπός. Είναι το ύψιστο καθήκον. Η πατρίδα για εμας είναι πάνω απ’ όλα.

 

Προ μιας εβδομάδος συντονίσατε από το Καστελόριζο την εκδήλωση «Η νησιωτικότητα ως προτεραιότητα για το Μέλλον της Ευρώπης». Ποια κατά τη γνώμη σας τα μηνύματα από μία τέτοια εκδήλωση σε ένα νησί με υψηλό σε κάθε περίπτωση συμβολισμό;

 

Η εκδήλωση στο Καστελόριζο έστειλε μια σειρά από ηχηρά μηνύματα τόσο προς την Ευρώπη όσο και προς την Τουρκία. Όσον αφορά την Ευρώπη, στείλαμε το μήνυμα ότι οι Βρυξέλλες πρέπει ακούσουν τη φωνή των νησιωτών και ότι χρειάζονται ευρωπαϊκές πολιτικές ενίσχυσης της νησιωτικότητας, ειδικά των ακριτικών νησιών. Η συμμετοχή τριών Υπουργών Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων των τριών νησιωτικών κρατών (της Ιρλανδίας, της Κύπρου και της Μάλτας) αποτέλεσε μια ισχυρή απάντηση ότι τα ακριτικά μας νησιά αποτελούν ευρωπαϊκό έδαφος. Παράλληλα, στείλαμε και ένα ξεκάθαρο μήνυμα σεβασμού του διεθνούς δικαίου, σεβασμού των συνόρων και των αρχών καλής γειτονίας. Νομίζω, ότι έγινε κατανοητό προς όλους ότι εκεί, στην εσχατιά της χώρας, χτυπά δυνατά η καρδιά όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης. Επίσης, είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ το στρατιωτικό φυλάκιο της Ρω και να διαπιστώσω και από κοντά την αποφασιστικότητα και ετοιμότητα των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων να υπερασπιστούν την πατρίδα μας απέναντι σε κάθε απειλή.