Αρθρο στην εφημερίδα "Αποψη". H Νέα κυβέρνηση με την καθαρή εντολή που έλαβε από τον ελληνικό λαό στις εκλογές της 7ης Μαρτίου έχει μπροστά της ένα μεγάλο στοίχημα. Να ασκήσει μια αναδιανεμητική οικονομική πολιτική που θα αποβεί σε όφελος των πολλών και παράλληλα να τονώσει την αναπτυξιακή διαδικασία που σήμερα προέρχεται από τις αθρόες κοινοτικές χρηματοδοτήσεις και περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στον κλάδο των κατασκευών. Στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης – οι οποίες χαρακτηρίσθηκαν από την απόλυτη σύμπλευση τους με τις προεκλογικές δεσμεύσεις της Ν.Δ.– δεσμευθήκαμε για την διατήρηση του υψηλού ρυθμού ανάπτυξης των τελευταίων ετών. Το εγχείρημα αυτό δεν είναι ούτε απλό ούτε εύκολο. Στην εαρινή έκθεση της ευρωπαϊκής επιτροπής που πρόκειται να δημοσιευθεί την μεγάλη εβδομάδα, τα στοιχεία που περιλαμβάνονται για την πορεία της Ελληνικής οικονομίας καταγράφονται μεγάλα δημοσιονομικά προβλήματα που αφορούν το έλλειμμα και το δημόσιο χρέος. Το πραγματικό έλλειμμα του προϋπολογισμού του 2003 θα προσεγγίζει το 3% ως ποσοστό του Α.Ε.Π. έναντι 1,4% που ψευδεπίγραφα είχε ανακοινώσει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Σύμφωνα με προσωρινά στοιχεία οι δανειακές ανάγκες του δημοσίου για το έτος 2003 διαμορφώθηκαν στα 10.535 εκ Ευρώ έναντι 7.102 εκατ. Ευρώ το 2002. Η διαφορά αυτή καταδεικνύει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι η δημοσιονομική πολιτική που ακολουθήθηκε τα τελευταία χρόνια απέτυχε παταγωδώς. Και ο κύριος λόγος αυτής της αποτυχίας έγκειται στην απροθυμία του κράτους να ελέγξει τις σπατάλες του δημόσιου τομέα.Για να αποκτήσουμε λοιπόν μια οικονομική πολιτική με δίκαιη και ισομερή ανάπτυξη θα πρέπει να υπερβούμε τις παγιωμένες αντιλήψεις και να βάλουμε ένα τέλος στην υπερδιόγκωση των αναγκών του δημόσιου τομέα. Η πρόθεση του οικονομικού επιτελείου να ψαλιδίσει τους προκλητικά παχυλούς μισθούς των διοικητών των ΔΕΚΟ δείχνει σαφέστατα την πρόθεση της κυβέρνησης ότι ξεκινά η προσπάθεια για να μπει ένα τέλος στις σπατάλες του δημοσίου. Η πολιτική αυτή, σε συνδυασμό με την απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει σε γενναία μείωση των φορολογικών συντελεστών των επιχειρήσεων, δείχνει σαφέστατα την πρόθεση μας να απεγκλωβίσουμε το παραγωγικό δυναμικό της χώρας.Σύμφωνα με πρόσφατη έρεύνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής οι Έλληνες καταλαμβάνουν μια αξιοζήλευτη θέση στα επιχειρηματικά ρίσκα που αναλαμβάνουν. Το ποσοστό τους ανέρχεται στο 12% όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη το ποσοστό των πολιτών που αναλαμβάνει επιχειρηματικούς κινδύνους ανέρχεται στο 4%. Είναι λοιπόν χρέος όλων των πολιτών να στηρίξουν αυτές τις δημιουργικές προσπάθειες. Γιατί μόνο έτσι θα ενισχυθούν αποτελεσματικά και θα ανθίσουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αποτελούν τον στυλοβάτη της Ελληνικής οικονομίας. Μόνο έτσι θα δημιουργηθούν νέες σταθερές θέσεις εργασίας και θα αναπτυχθούν σοβαρές επιχειρηματικές δράσεις στην ύπαιθρο που δοκιμάστηκε από την εγκατάλειψη και την αδιαφορία.