Αισθάνομαι μεγάλη χαρά που είμαι σήμερα εδώ, σ" αυτόν τον πανέμορφο χώρο, όπου μου δίνεται η ευκαιρία να μοιραστώ μαζί σας τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μου. Το ετήσιο φόρουμ του Wachau αποτελεί πλέον έναν δεκαετή θεσμό και θεωρώ πως πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα και γόνιμη πρωτοβουλία, που θα είναι πολύ χρήσιμο για όλους μας να συνεχιστεί. Έχουμε όλοι καθήκον να συνεχίσουμε να προβληματιζόμαστε και να καταθέτουμε τις ιδέες και τις προτάσεις μας για ένα καλύτερο Μέλλον της Ευρώπης, γιατί ακριβώς η Ευρώπη είναι το Μέλλον. Όλοι οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να νοιώθουμε περήφανοι για τη μακρά και πλούσια ιστορία και κληρονομιά, των οποίων είμαστε κοινωνοί. Μέσα από τις περιπέτειες και τα λάθη μας, αλλά και μέσα από ιστορικά επιτεύγματα για τον ανθρώπινο πολιτισμό, έχουμε διδαχθεί και έχουμε πετύχει πολλά. Διδαχθήκαμε και πετύχαμε να εργαζόμαστε μαζί. Διδαχθήκαμε και πετύχαμε τη συναίνεση και τη σύνθεση. Οι διαφορετικές απόψεις που έχουν κατά καιρούς εκφραστεί και οι τυχόν αντιπαλότητες αποτελούν μέρος της ευρωπαϊκής μετεξέλιξης. Με αυτήν, πρωτίστως, την οπτική θα πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε και όχι ως απειλή απέναντι στην ευρωπαϊκή συνοχή. Αλλά, η ιστορική γοητεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν περιορίζεται στην υπόσχεσή της να σταματήσει για πάντα τους ευρωπαϊκούς πολέμους του παρελθόντος. Η ΕΕ αποτελεί και μια μοναδική ευκαιρία για τη δημιουργία ενός εντελώς καινούργιου συστήματος πολιτικής συνύπαρξης. Ενός συστήματος που παρουσιάζει τεράστιες δυνατότητες προόδου, ευημερίας, ασφάλειας, ίσων ευκαιριών και συμμετοχής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διανύει σήμερα μία περίοδο καθοριστικής σημασίας για το μέλλον της. Έχει πραγματοποιηθεί η μεγαλύτερη διεύρυνση στην ιστορία της. Η προσχώρησή των νέων μελών την ισχυροποιεί και οδηγεί στην ουσιαστική επανένωση της Ηπείρου μας. Καλωσορίζουμε όλα τα νέα μέλη, όλους τους λαούς που αποφάσισαν να πορευτούν μαζί μας προς μια νέα εποχή. Η διεύρυνση, όμως, έφερε στο προσκήνιο, με τρόπο ακόμη πιο επιτακτικό, και ζητήματα που αφορούν στην καλύτερη συνεννόηση, τη σύνθεση απόψεων, τη συνένωση προσπαθειών, αλλά και την πολιτική συνοχή της Ένωσης. Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται πλέον σε όλους μας, αν θέλουμε να προχωρήσουμε μπροστά, είναι ποιά Ευρώπη θέλουμε από εδώ και πέρα. Προς ποιά κατεύθυνση θέλουμε να πορευτούμε. Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο, όπου η βούληση για πρόοδο και εξέλιξη δεν αρκεί από μόνη της. Χρειαζόμαστε ένα νέο όραμα, μια κοινά αποφασισμένη κατεύθυνση προς την οποία θα ενώσουμε όλοι τις δυνάμεις μας. Είναι πεποίθησή μου ότι πολιτική χωρίς ιδέες και οράματα δεν γίνεται. Η ανάγκη, όμως, για προβληματισμό και όραμα στην πολιτική γίνεται ακόμη επιτακτικότερη, σε εποχές κομβικής σημασίας, όπως είναι η σημερινή για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πορεία και η εξέλιξη του ευρωπαϊκού οικοδομήματος από την ΕΟΚ, στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, στη Νομισματική Ενοποίηση και, τώρα, στην προσπάθεια για την υιοθέτηση της πρώτης Συνταγματικής Συνθήκης, το πρώτο Σύνταγμα της Ένωσης, διασφαλίστηκε μέσα από τις συνεχείς προσπάθειες ανθρώπων που οραματίστηκαν και εργάστηκαν για μία Ευρώπη που να μοιράζεται κοινές αξίες, κοινούς στόχους και με την προοπτική να μοιράζεται και ένα κοινό μέλλον. Η Ευρώπη αυτή αποτελεί το όραμά μας. Το όραμα της ενιαίας, κοινής εστίας όλων μας, που οφείλουμε να ισχυροποιούμε με διαρκή προσπάθεια και που κατακτούμε όλοι μαζί ακολουθώντας πορεία σύγκλισης των επιμέρους επιδιώξεών μας. Η πολιτισμική και ιστορική πορεία της Ηπείρου μας, σηματοδοτείται, πρωτίστως, από τις έννοιες της ελευθερίας, της δημοκρατίας και του ανθρωπισμού. Αυτές ακριβώς οι έννοιες πρέπει να ορίζουν και τη βάση της νέας Ευρώπης, που οικοδομούμε. Αυτές οι έννοιες θα αποτελέσουν και την ισχύ της και την προσφορά της στον κόσμο, αλλά και την αξιοπιστία της. Η Ευρώπη έχει ιστορικό καθήκον να μην καταλήξει ως μία ένωση κρατών που θα κυβερνάται από λίγους και ισχυρούς και θα παραμελεί τα συμφέροντα και τις ελπίδες των πολλών. Τέτοιες σκέψεις αποκλίνουν από τις θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης. Πρέπει να οικοδομήσουμε μια Ευρώπη για όλους. Μια Ευρώπη, όπου θα λαμβάνονται υπόψη τα ζωτικά συμφέροντα όλων των κρατών μελών και θα δίνονται απαντήσεις στις αγωνίες όλων των λαών της Ένωσης μέσα σε πνεύμα αλληλεγγύης. Αυτό είναι απόλυτα συμβατό με το πρωταρχικό ευρωπαϊκό όραμα. Η ιδέα της ΕΕ εδράζεται στην επιδίωξη μιας Ευρώπης δυνατής, μέσα από τη σύνθεση όλων των επιμέρους δυνάμεών της, και όχι στη μεμονωμένη δύναμη ορισμένων κρατών. Παραμένει βαθειά πεποίθησή μας πως τα επιτεύγματα σε αυτό το μέτωπο θα καθορίσουν την επιτυχία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος στο σύνολό του. Το αντίθετο, θα έβλαπτε και τη συνοχή και την αξιοπιστία και τη λειτουργία της Ένωσης. Προς το σκοπό αυτό, χρειάζεται να καθορίσουμε μια συγκεκριμένη θεσμική αρχιτεκτονική. Ανάμεσα στο θεμελιώδες δίλημμα μεταξύ διακυβερνητικής συνεργασίας και κοινοτικής προσέγγισης, η απάντηση για μένα δεν μπορεί παρά να βρίσκεται σε ακόμη πιο ουσιαστική και πιο βαθειά κοινοτική προσέγγιση. Η Ένωση πρέπει να υιοθετεί ενιαίες πολιτικές, που να εξασφαλίζουν έναν κοινό χώρο ευημερίας, δικαιοσύνης, ασφάλειας και ανάπτυξης ίσων ευκαιριών. Θέλουμε μια Ευρώπη στενότερης συνεργασίας, μια Ευρώπη που θα γίνεται ισχυρή μέσα από την ενότητα, αλλά και που θα σέβεται, παράλληλα, τις ιδιαιτερότητες, την ταυτότητα, τη γλώσσα, τη θρησκευτική πίστη κάθε εθνικής οντότητας. Μια Ευρώπη πιο πολιτική, πιο δημοκρατική και πιο αποτελεσματική. Η δέσμευση σ" ένα ευρωπαϊκό ομοσπονδιακό όραμα μπορεί ν" αποτελεί έναν ασφαλή άξονα πορείας. Και το πρώτο βήμα είναι ασφαλώς οι θεσμικές αλλαγές, που τώρα προετοιμάζονται. Το τρίπτυχο Επιτροπή-Κοινοβούλιο-Συμβούλιο αποτελεί μία κατάκτηση. Μένει, να ξεκαθαριστούν, τώρα, με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια, οι αρμοδιότητες, τόσο μεταξύ των οργάνων της Ένωσης, όσο και μεταξύ αυτής και των κρατών μελών της. Μπορούμε να ενδυναμώσουμε ακόμη περισσότερο τις κοινοτικές διαδικασίες, να ενισχύσουμε την αποτελεσματικότητα της Ένωσης και να επιταχύνουμε τα βήματά μας. Να δώσουμε στην Ευρώπη ουσιαστική δημοκρατική νομιμοποίηση, διαφάνεια στη λειτουργία της και να την κάνουμε προσιτή σε όλους τους πολίτες. Η ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά και η στενότερη συνεργασία με τα εθνικά κοινοβούλια αποτελούν βασικές προϋποθέσεις. Πιο συγκεκριμένα, το αποτέλεσμα της Διακυβερνητικής Διάσκεψης για την υιοθέτηση της Συνταγματικής Συνθήκης θα πρέπει να αποβεί προς όφελος όλων. Πρέπει να επιδιώξουμε θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα καταστήσουν την Ένωση πιο λειτουργική, αλλά και που θα εγγυηθούν την ισότητα των κρατών μελών. Επιδιώκουμε εκείνη τη σύνθεση και ισορροπία που θα εξασφαλίζει, από τη μια, την αποτελεσματικότητα, και, από την άλλη, τα βασικά συμφέροντα κάθε κράτους μέλους, αλλά και του συνόλου της Ένωσης. Στηρίζουμε έναν ισχυρό Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε μια Επιτροπή που θα εγγυάται την ενίσχυση της κοινοτικής μεθόδου. Η ύπαρξη ενός Επιτρόπου ανά κράτος μέλος με ίσα δικαιώματα ψήφου θα προσφέρει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή νομιμοποίηση και δημόσια αποδοχή. Ως προς το θέμα της ειδικής πλειοψηφίας, θεωρούμε ότι η ιδέα της διπλής πλειοψηφίας αποτελεί την πιο δημοκρατική, κατανοητή και αποτελεσματική εκδοχή. Θέλουμε μια ειδική πλειοψηφία, η οποία να σέβεται την ισότητα των κρατών μελών και να είναι πιο κατανοητή στους πολίτες. Ενθαρρύνουμε, ταυτόχρονα, μια πιο ευρεία υιοθέτησή της, προκειμένου να επιτύχουμε μια λειτουργική διαδικασία λήψης αποφάσεων σε μια διευρυμένη Ένωση. Θεωρούμε θετική τη θέσπιση ενός κατώτατου ορίου εκπροσώπησης κάθε κράτους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με 5 Ευρωβουλευτές. Υποστηρίζουμε τη δημιουργία ενός Υπουργού Εξωτερικών της Ένωσης. Η Ελλάδα υποστηρίζει, τέλος, τη συμπερίληψη μιας αναφοράς στη χριστιανική κληρονομιά της Ευρώπης στο Προοίμιο της Συνταγματικής Συνθήκης ως ζήτημα που αφορά τις ιστορικές μας καταβολές και όχι ως μια θρησκευτική δήλωση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει, παράλληλα, να επιτύχει ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης. Να μπορεί να αντεπεξέρχεται σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται ολοένα και πιο απαιτητικό, ολοένα και πιο ανταγωνιστικό. Πρέπει η ίδια να γίνει ανταγωνιστική και κατ" επέκταση να δημιουργεί περισσότερες θέσεις εργασίας. Πρέπει, όμως, να έχει και κοινωνικό πρόσωπο, να είναι ικανή να προστατεύει αυτούς που υστερούν, να παρέχει νέες και περισσότερες ευκαιρίες, να διατηρεί βιώσιμα συστήματα κοινωνικής προστασίας. Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, θέλουμε αναδιανεμητικές πολιτικές συνοχής και συνεχείς προσπάθειες γεφύρωσης των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων. Η διαδικασία της Λισσαβόνας έχει κινητοποιήσει μια σειρά από ευρωπαϊκές δυνάμεις προς την κατεύθυνση μεγαλύτερων οικονομικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Η κινητοποίηση, όμως, αυτή είναι απαραίτητο να γίνει με ταχύτερους ρυθμούς και να εξαπλωθεί στο σύνολο των δυνάμεων αυτών. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αντιμετώπιση του ευρωπαϊκού ελλείμματος στην εκπαίδευση, την έρευνα και την τεχνολογία. Η Ευρώπη οφείλει να επενδύσει περισσότερο στους κρίσιμους αυτούς τομείς, προκειμένου να εξασφαλίσει μία οικονομία δυναμική που να εγγυάται εργασία σε όλους. Για να διαφυλάξουμε, ωστόσο, τα αγαθά που μας παρέχει η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να την προφυλάξουμε από εξωτερικές απειλές. Έχουμε σε μεγάλο βαθμό πετύχει να γκρεμίσουμε τείχη προκαταλήψεων, τείχη απομόνωσης. Χρειάζεται, όμως, να παραμείνει η Ευρώπη υπεύθυνος συνέταιρος για τους συμμάχους της και εγγυητής της ασφάλειας για όλους τους πολίτες της. Απαιτείται ο συντονισμός των προσπαθειών μας για τη μετανάστευση, το άσυλο, το οργανωμένο έγκλημα και τον από κοινού έλεγχο των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ. Χρειάζεται μια συνολική πολιτική. Γνωρίζουμε και υφιστάμεθα περισσότερο από κάθε άλλη χώρα της Ευρώπης το πρόβλημα. Η Ελλάδα διαθέτει μια από τις μεγαλύτερες ακτογραμμές σε ολόκληρο τον κόσμο. Βρίσκεται, ταυτόχρονα, κοντά σε περιοχές από τις οποίες περνούν τα μεγάλα κύματα των οικονομικών προσφύγων. Το πρόβλημα, όμως, όπως αποδεικνύει η κοινή ευρωπαϊκή εμπειρία, μας αφορά όλους. Επιμένουμε στη σημασία του κοινού ελέγχου των εξωτερικών ευρωπαϊκών συνόρων και στη δημιουργία Κοινής Ευρωπαϊκής Ακτοφυλακής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση που οραματιζόμαστε θα πρέπει να έχει μόνιμη και ισχυρή διεθνή παρουσία και να μιλά με μια φωνή. Και πρέπει η φωνή αυτή να μετράει. Να είναι αξιόπιστη και αποτελεσματική. Και για να γίνει αυτό, η δύναμη της φωνής της, πρέπει να στηρίζεται σε αδιάσπαστη εσωτερική αλληλεγγύη. Αυτή η Ευρώπη θα είναι ικανή να προστατεύει τον εαυτό της. Να προστατεύει τα κοινά σύνορά της. Να προστατεύει όλους τους πολίτες της από συμβατικούς και μη συμβατικούς κινδύνους. Να εγγυάται την ασφάλεια, την ευνομία και την ευημερία όλων. Η διεύρυνση της ΕΕ, ταυτόχρονα με όλα τα θετικά που συνεπάγεται, θα κάνει τα πράγματα πιο δύσκολα. Γινόμαστε πια πολλοί, χωρίς απαραίτητα να γινόμαστε πιο αποτελεσματικοί. Γινόμαστε πολλοί και οι αποφάσεις γίνονται πιο δύσκολες. Γινόμαστε πολλοί και οι μεγάλες χώρες θα κουράζονται όταν πρέπει να πείσουν τόσους άλλους. Οι διευρύνσεις αυτές λογικά θα χαλαρώσουν τη συνοχή και τη δυνατότητα σύγκλισης και θα οξύνουν ακόμα πιο πολύ τις διατλαντικές σχέσεις. Παρά το ότι η Ευρώπη προσέγγισε έως σήμερα με επιτυχία πολλούς από τους πιο σημαντικούς στόχους της, υπάρχει σοβαρή υστέρηση σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Κοινής Πολιτικής Ασφαλείας και ¶μυνας. Όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι η εκδήλωση διαφορετικών απόψεων δεν πρόκειται να σταματήσει ποτέ. Κάτι τέτοιο είναι έξω από την πραγματικότητα, είναι αδύνατο εκεί που υπάρχει ελευθερία και Δημοκρατία. Σίγουρα, όμως, είναι ανάγκη να συζητάμε τα προβλήματα περισσότερο, να συμφωνήσουμε εκ των προτέρων σε βασικές παραμέτρους που θα κατευθύνουν τις πολιτικές μας στο μέλλον, να συνεννοούμαστε πιο αποτελεσματικά, να διαμορφώνουμε ενιαία πολιτική, ενιαία στρατηγική, ενιαία φωνή στα μεγάλα και τα σπουδαία ζητήματα, που αφορούν όλους τους λαούς. Η Ευρώπη πρέπει να αποκτήσει τους θεσμούς και τους μηχανισμούς που απαιτούνται, για να διασφαλίσει την ασφάλεια και το αίσθημα ασφάλειας σε όλους ανεξαίρετα τους Ευρωπαίους πολίτες. Και το υπογραμμίζω αυτό, γιατί ο πόλεμος μπορεί να έχει γίνει αδιανόητος στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά τα ευεργετήματα της ειρήνης δεν έχουν φτάσει σε κάθε γωνιά της. Θα έπρεπε η παράγραφος του Ευρωπαϊκού Συντάγματος που προβλέπει την κοινή αλληλεγγύη να περιλαμβάνει και κάθε είδους εξωτερική απειλή. Χρειαζόμαστε μια πραγματική ρήτρα αμυντικής αλληλεγγύης. Μια Ευρώπη, όπως αυτή που οραματιζόμαστε, θα αποτελεί, ταυτόχρονα, πόλο ειρήνης, ασφάλειας και δημοκρατίας, ακόμη και για τους λαούς που βρίσκονται πέρα από τα όρια της. Μπορεί και πρέπει να συμβάλει στη διεθνή σταθερότητα και τις δημοκρατικές εξελίξεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Ευρώπη αυτή θα εξάγει ειρήνη και σταθερότητα στην περιφέρειά της και στον κόσμο διευρύνοντας και αναβαθμίζοντας τη συνεργασία, ενθαρρύνοντας τις δημοκρατικές και αναπτυξιακές μεταρρυθμίσεις, συμβάλλοντας ώστε να αλλάξει ο πλανήτης μας προς το καλύτερο. Η Ευρώπη που οραματιζόμαστε θα ικανοποιεί τους πολίτες της, θα εμπνέει τους γείτονές της και θα αποτελεί υπόδειγμα για τις τρίτες χώρες. Μπορεί και πρέπει να διασφαλίζει αρμονικές και ορθολογικότερες διατλαντικές σχέσεις, στη βάση των κοινών αξιών του Δυτικού Πολιτισμού. Να είναι και να αισθάνεται ισότιμος σύμμαχος των ΗΠΑ. Κι αυτό πρέπει να το συνειδητοποιήσει, πρωτ" απ" όλα, η ίδια η Ευρώπη. Η Ευρώπη είναι οικοδομημένη σε σταθερές αξίες και είναι ζήτημα μείζονος σημασίας για όλους να διαδοθούν οι αξίες αυτές, κατά πρώτο λόγο, στην περιφέρειά της. Για όσες ευρωπαϊκές χώρες ασπάζονται αυτές τις αξίες, εξαρτάται από τις ίδιες εάν και πότε θα πραγματοποιήσουν τις μεταρρυθμίσεις που οδηγούν στον εναρμονισμό τους με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Παρά το μεγάλο επίτευγμα της πρόσφατης διεύρυνσης, δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να ξεχάσουν ότι πολλά ακόμα κράτη στα νοτιοανατολικά της ΕΕ βρίσκονται ακόμη σε μεγάλη απόσταση από το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Η χρηστή διακυβέρνηση, η διαφάνεια στις σχέσεις της εξουσίας με τον πολίτη, ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι δημοκρατικές αρχές, η ανοιχτή οικονομία και η κοινωνία των πολιτών συνθέτουν ένα πλαίσιο αναγκαίων προσαρμογών για κάθε κράτος που θέλει να είναι ευρωπαϊκό. Το κλίμα αβεβαιότητας, η καθυστέρηση που παρατηρείται στην υιοθέτηση των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων, οι παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου, όλα αυτά πρέπει, αντί να μας αποθαρρύνουν, να μας ωθούν να ενθαρρύνουμε με ακόμη μεγαλύτερο πείσμα την προσέγγιση με τη δική μας ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Αυτή είναι υπόθεση που μας αφορά όλους. Εμάς, που βρισκόμαστε στη γειτονιά αυτή, αλλά και ολόκληρη την ΕΕ που επηρεάζεται άμεσα από την αστάθεια στα νοτιοανατολικά της. Εδώ να θυμίσω τη στήριξη που έχει παράσχει η χώρα μου στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Ο βαθμός, ωστόσο, του ευρωπαϊκού βηματισμού της Τουρκίας -όπως και όλων των άλλων γειτόνων μας- εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την ίδια. Θα ήθελα εδώ να επισημάνω κάτι. Η πρόσφατη διεύρυνση δίνει ιδιαίτερη χαρά σε μας και για τον πρόσθετο λόγο ότι στα νέα κράτη μέλη συμπεριλαμβάνεται και η Κύπρος. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι επαναπαυόμαστε και ότι δεν συνεχίζουμε τις προσπάθειές μας για την επανένωση της νήσου. Θέλουμε να διατηρήσουμε τη δυναμική και το ενδιαφέρον για επίλυση του προβλήματος, προκειμένου τα οφέλη της ένταξης να φτάσουν σε ολόκληρο το νησί και να μπορούν να τα απολαμβάνουν Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι μαζί. Για γειτονικές μας χώρες με μεγάλο πληθυσμιακό μέγεθος και ιστορικά ιδιότυπες σχέσεις με την Ευρώπη θα πρέπει να ακολουθήσουμε μια πολιτική εμπλουτισμού των δεσμών της Ένωσης με αυτές. Αυτό το υιοθετεί και το άρθρο 42 του προτεινόμενου Συντάγματος της ΕΕ. Αυτό έχει αρχικά προταθεί από την ίδια την πολιτική οικογένειά μας, το ΕΛΚ, που έκανε λόγο για ένα Ευρωπαϊκό Συνεταιρισμό με τις χώρες αυτές, αντί της πλήρους ένταξης στην ΕΕ. Οι προτάσεις αυτές απεικονίζουν τη θέλησή μας για μια Ευρώπη, που δεν θα υψώνει τείχη, αλλά θα κτίζει ολοένα και πιο πλατειές γέφυρες συνεργασίας για την ανάπτυξη και την ευημερία όλων, για τη σταθερότητα και την ειρήνη σε ολόκληρη την περιοχή. Τα κράτη, οι λαοί, οι πολίτες της νέας Ευρώπης θα πρέπει να βρεθούμε ακόμη πιο κοντά. Η υιοθέτηση του κοινού νομίσματος, αποτέλεσε ένα ισχυρό παράδειγμα ότι μορφές στενότερης πολιτικής συνεργασίας μπορούν να αποτελέσουν ένα μοναδικό συνεκτικό δεσμό μεταξύ των λαών και έδωσε υπόσταση στο αίσθημα ένταξης σε ένα κοινό χώρο. Με την προώθηση και ενδυνάμωση και άλλων μορφών στενότερης πολιτικής συνεργασίας μπορούμε να δημιουργήσουμε το κατάλληλο περιβάλλον, ώστε να γίνει πραγματικότητα μια ακόμα μεγαλύτερη προσέγγιση μεταξύ των λαών μας. Κάθε μορφή τέτοιας συνεργασίας φέρνει τα κράτη και τους πολίτες πιο κοντά, δημιουργεί το αίσθημα ότι μοιράζονται κοινές εμπειρίες. Για τη νέα Ευρώπη στην οποία προσβλέπουμε, η δέσμευση και όχι το μέγεθος, θα πρέπει να είναι το κριτήριο της πολιτικής της μετεξέλιξης. Αν ορισμένες χώρες δεν θέλουν ή δεν μπορούν να ανταποκριθούν, τότε δεν μπορούμε παρά να κινηθούμε μέσα από σχήματα ενισχυμένης συνεργασίας. Σε μια τέτοια Ευρώπη, η Ελλάδα -όπως άλλωστε και η Αυστρία- οφείλει και μπορεί να αποκτήσει έναν ισχυρό ρόλο. Από πλευράς μας, είμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της οικονομίας μας, την ενδυνάμωση της συνοχής της κοινωνίας μας, την ισχυροποίηση της θέση μας στον κόσμο που έρχεται. Έχουμε ένα όραμα για την Ελλάδα του 21ου αιώνα. Σχεδιάζουμε τη μελλοντική Ελλάδα με την προοπτική να δημιουργήσουμε έναν τόπο στην καρδιά της Ευρώπης, ένα τόπο σε μια γειτονιά σταθερότητας, ασφάλειας, ειρήνης, ένα τόπο κοντά στην πρωτοπορία της καινοτομίας και της ανάπτυξης, που θα επενδύει στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Σκοπεύουμε να αξιοποιήσουμε τα μεγάλα συγκριτικά πλεονεκτήματα της πατρίδας μας, τους κοινοτικούς πόρους, τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Έχουμε την πεποίθηση ότι το μέγεθος δεν είναι πάντοτε καθοριστικό για την ανάληψη πρωταγωνιστικού ρόλου στο πλαίσιο της ΕΕ. Σημασία έχει το ενδιαφέρον για τα μεγάλα ευρωπαϊκά θέματα, η ανάληψη πρωτοβουλιών και η ανάδειξη νέων προτάσεων. Σήμερα ελπίζουμε πως δεν θα υπάρξει διαφορά ανάμεσα στην Ευρώπη που ζητήσαμε, ανάμεσα στην Ευρώπη που θέλουν οι πολίτες της και σ" εκείνη που τείνει να διαμορφωθεί. Επιδιώκουμε και ελπίζουμε να βρεθεί τρόπος, ώστε να καταλήξουμε και να υπογράψουμε στο επόμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ένα κείμενο που να σημαίνει περισσότερα, για πιο πολλούς. Θέλουμε ένα κείμενο ισορροπημένο, όχι μόνο ανάμεσα στις απόψεις των μεγάλων, αλλά ανάμεσα στις προσδοκίες όλων των κρατών και όλων των λαών. Θέλουμε να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών στη βούλησή μας να επιδιώξουμε τους στόχους αυτούς, αλλά και στις δυνατότητες που προσφέρει το όραμά μας για πρόοδο. Πολλά θα απομένουν, βέβαια, να γίνουν. Δεν περιμένουμε ασφαλώς ότι το κείμενο αυτό θα καλύψει όλα τα κενά. Είναι, όμως, σαφές ότι θα αποτελέσει ένα βήμα περισσότερο στο μακρύ δρόμο που έχουμε ήδη διανύσει και που απομένει ακόμη μπροστά μας. Ο δρόμος που έχει διανύσει η Ένωσή μας μέχρι σήμερα, δεν είναι μικρός. Η πορεία της έχει ξεπεράσει, πολλές φορές, τις παλιές προσδοκίες. Διέψευσε όλους εκείνους που είχαν πιστέψει πως δεν πάει πουθενά. Δικαίωσε τους μεγάλους οραματιστές της. Σήμερα, όμως, πρέπει να οραματιστούμε και να παλέψουμε για πολύ περισσότερα. Σήμερα, έχουμε τη δυνατότητα να φέρουμε την Ευρώπη ενεργά στο παγκόσμιο προσκήνιο. Για αυτό χαιρετίζουμε με ικανοποίηση το έργο που έχει συντελεστεί για τη σύνταξη κοινού Ευρωπαϊκού Συντάγματος. Γι" αυτό συμμετέχουμε ενεργά στον κοινό προβληματισμό και την προσπάθεια για την Ευρώπη του κοινού μέλλοντος. Πιστεύουμε ότι μπορούμε να οικοδομήσουμε μία Ευρώπη που θα βασίζεται σε κοινά οράματα, αλλά και με τόλμη, με φιλοδοξία και όχι μινιμαλιστικές και μίζερες προσεγγίσεις. Για το λόγο αυτό χρειάζονται πρωτοβουλίες και όχι μοιρολατρεία. Η μέχρι τώρα πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα όσα έχουν επιτευχθεί μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα σε σχέση με το βάθος του ιστορικού χρόνου, αποδεικνύουν ότι οι δυνατότητες είναι απεριόριστες. Φτάνει να μην χάσουμε τη ικανότητα να οραματιζόμαστε. Αυτή αποτελεί και τη δύναμή μας. Τη δύναμη που κάνει την Ευρωπαϊκή Ένωση να κινείται και να προχωρά μπροστά όλα αυτά τα χρόνια.