Οι αλλαγές στο διεθνές περιβάλλον έχουν δημιουργήσει ανασφάλεια για το μέλλον. Η έξαρση της παγκόσμιας τρομοκρατίας που αποδεικνύεται ως η ισχυρότερη σύγχρονη απειλή, η άσκηση μονομερούς πολιτικής από τις ΗΠΑ όπως η επέμβαση στο Ιράκ, αλλά, και το σχίσμα ανάμεσα στις χώρες της δύσης που εκδηλώθηκε μετά την 11 Σεπτεμβρίου 2001 είναι στοιχεία του παζλ που συνθέτουν αυτή την ανασφάλεια. Παράλληλα σε αυτά, σύγχρονες προκλήσεις στο οικονομικό τοπίο, όπως η άνοδος της τιμής του πετρελαίου και η ανάπτυξη της κινεζικής οικονομίας αλλά και το γεωπολιτικό τοπίο όπως η απόκτηση πυρηνικών δυνατοτήτων από το Ιράν, την Β. Κορέα και το Πακιστάν, επιφέρουν μεγαλύτερη ανισορροπία στο διεθνές σύστημα. Με περίπου τριάντα μέρες να μας χωρίζουν από τις Αμερικανικές εκλογές κανείς δεν είναι σίγουρος ποια θα είναι η εξέλιξη σε αυτά τα μέτωπα. Θα συνεχίσει η Αμερική και το 2005 να ασκεί την ίδια μονομερή πολιτική που έχει ως στόχο την επιβολή ενός περιβάλλοντος αυξημένης ασφάλειας για την ίδια, ή θα επιστρέψει σε μια άσκηση πολυμερούς πολιτικής όπου οι παραδοσιακοί σύμμαχοι θα έχουν λόγο και ρόλο είναι ένα ερώτημα που παραμένει ανοιχτό. Είχα τη ευκαιρία να συμμετάσχω στην σύνοδο της Επιτροπής Πολικών και Αμυντικών Υποθέσεων της Συνέλευσης της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης στην Ουάσιγκτον πριν λίγες εβδομάδες. Η αίσθηση που αποκομίζει ο συνομιλητής της Αμερικανικής ηγεσίας είναι ότι δεν υπάρχει μια ξεκάθαρη αντίληψη της πολιτικής με την οποία οι ΗΠΑ θα αντιμετωπίσουν το μέλλον. Οι αντικρουόμενες απόψεις έχουν μεγάλη απόσταση μεταξύ τους. Από την μία στέκονται οι κριτικές προς την πολιτική Μπους απόψεις, που θεωρούν σημαντική την κατάκτηση της διεθνούς συνεννόησης και ιεραρχούν ψηλά τις σχέσεις με την Ευρώπη ενώ στον αντίποδα βρίσκονται οι οπαδοί του μονομερισμού που έχουν μεγάλη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις των ΗΠΑ και αδιαφορούν για τις παραδοσιακές συμμαχίες ακόμη και για το μέλλον του ΝΑΤΟ. Στο ενδιάμεσο υπάρχουν παραλλαγές των δύο απόψεων που ρίχνουν το βάρος τους προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση. Σίγουρα όμως σε ότι αφορά την Ευρώπη τρία είναι τα κοινά στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη και προβληματίζουν όλες τις πλευρές. 1. Ο διογκούμενος ευρωπαϊκός αντιαμερικανισμός που σε άλλους προκαλεί ανησυχία και άλλους οδηγεί στην αδιαφορία και απαξίωση των Ευρωπαίων συμμάχων. 2. Η αδυναμία της Ευρώπης να συνεννοηθεί μεταξύ της στα θέματα ασφάλεια ακόμα και αν αυτά βρίσκονται στην γειτονιά της όπως τα Βαλκάνια 3. Ο περιορισμός των στρατιωτικών προϋπολογισμών της Ευρώπης και η μικρή και απρόθυμη διάθεση σημαντικών στρατιωτικών δυνάμεων σε επιχειρήσεις. Αυτές οι επισημάνσεις συνδυασμένες με το γεγονός, ότι, ούτε στην κατάρτιση του Ευρωπαϊκού συντάγματος καταφέραμε να ξεπεράσουμε τις γενικόλογες προσεγγίσεις στα θέματα άμυνας, αλλά και στην αδυναμία της Ευρώπης να κινηθεί ενιαία σε κρίσιμες αποφάσεις όπως στο Ιράκ οδηγούν τους Αμερικανούς με μεγαλύτερη ένταση στην άσκηση μονομερούς πολιτικής. Τα αποτελέσματα των Αμερικανικών εκλογών σίγουρα μπορούν να επηρεάσουν την εξέλιξη των διμερών σχέσεων. Είναι δεδομένο ότι η Αμερική με τον Κέρρυ μπορεί να βρεθεί πιο κοντά στην Ευρώπη ενώ δεν πρέπει να αποκλείεται και μεταστροφή στην πολιτική του Μπούς αν, όπως δείχνουν οι μέχρι τώρα δημοσκοπήσεις, βρεθεί για άλλα τέσσερα χρόνια στο Λευκό Οίκο. Σίγουρα όμως όποιος και να βρεθεί στο τιμόνι της Αμερικής το 2005 δεν θα είναι διατεθειμένος να στηρίξει Ευρωπαϊκές πολιτικές με τον τρόπο που οι ευρωπαίοι εννοούν. Η Συνθήκη του Κιότο αλλά και η σύσταση του διεθνούς ποινικού δικαστηρίου θα παραπεμφθούν στις καλένδες όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα των εκλογών. ¶λλωστε και τα δύο απορρίφθηκαν με συντριπτική πλειοψηφία από το κογκρέσο. Τα άμεσα θέματα που θα τεθούν θα έχουν να κάνουν με την διατήρηση του εμπάργκο πώλησης οπλικών συστημάτων στην Κίνα, στην πίεση στο Ιράν να σταματήσει το πυρηνικό του πρόγραμμα αλλά και στην ενίσχυση των πιέσεων προς την Β. Κορέα. Η στάση της Ευρώπης σε αυτά τα τρία θα κρίνει την έκβαση των διμερών σχέσεων και θα τα χαρακτηρίσει ακόμα περισσότερο και από το Ιράκ. Σε κάθε περίπτωση η Ευρώπη θα πρέπει με μεγαλύτερη προσοχή να βαδίσει στην χάραξη μιας ενιαίας πολιτικής άμυνας και ασφάλειας. Αυτό δεν περιορίζεται μόνο στην δημιουργία των πολιτικών οργάνων που ορίζονται στο Ευρωπαϊκό σύνταγμα, αν αυτό υιοθετηθεί. Σημαίνει την εναρμόνιση των στρατιωτικών δυνάμεων της Ευρώπης και την κατανομή ρόλων στους επιμέρους στρατούς. Η δημιουργία της μονάδας χημικού πολέμου που για πρώτη φορά κινητοποιήθηκε σους Ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας είναι ένα λαμπρό παράδειγμα. Τέτοιου είδους πολυεθνικές δυνάμεις, υψηλών δυνατοτήτων και δυνατότητας άμεσου επεμβάσεως είναι κρίσιμες, σημαντικές και πάνω απ’ όλα υπολογίσιμες. Η Ευρώπη σήμερα διαθέτει πάνω από 1,5 εκατ. Στρατό τον οποίο όμως με πολύ μεγάλη δυσκολία μπορεί να κινητοποιήσει και άρα να αξιοποίηση. Στοίχημα λοιπόν είναι η δημιουργία προϋποθέσεων τουλάχιστον του 10% αυτών των δυνάμεων παράλληλα με την ενδυνάμωση των πολιτικών οργάνων που θα διαχειρίζονται αυτή την δύναμη. Αυτό που ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε στην διεθνή πολιτική είναι ότι όλα είναι προϊόν της ισορροπίας δυνάμεων. Όσο λοιπόν μεγαλύτερη δύναμη διαθέτουμε τόσο η άποψη μας βαρύνει περισσότερο. Στην Ευρώπη διαθέτουμε τι δυνάμεις αλλά σίγουρα δεν έχουμε βρει ούτε τη θέληση ούτε τον τρόπο να την αξιοποιήσουμε.