Ως πολιτικός επιστήμων και ιδίως ως ιστορικός, αισθάνομαι ότι έχω υποχρέωση να προσεγγίσω το ζήτημα από την ανάλογη οπτική γωνία, που θα είναι φοβάμαι αρκετά διαφορετική από τις οπτικές γωνίες των προλαλησάντων. Αρχίζω με δύο προκαταρκτικά ερωτήματα που με προβλημάτισαν πολύ τις τελευταίες μέρες. Τι είναι διαφορετικό σε σύγκριση με άλλες χώρες. Τι είναι διαφορετικό σε σύγκριση με το δικό μας παρελθόν; Ως προς το πρώτο ερώτημα, της σύγκρισης δηλαδή με άλλες χώρες, θα μπορούσα να πω ότι σκάνδαλα δικαστικά και εκκλησιαστικά ασφαλώς ξεσπούν και σε άλλες δημοκρατίες. Εκεί όμως έχεις κάθε φορά την εντύπωση πρώτον ότι το φαινόμενο είναι περιορισμένο ή πάντως εντοπισμένο, δεύτερον ότι η κατάσταση είναι υπό έλεγχο, δηλαδή ότι θα υπάρξει εκκαθάριση σε εύλογο διάστημα από τα αρμόδια όργανα. Κατά τη γνώμη μου στη χώρα μας σήμερα φαίνεται ότι δεν ισχύει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Γι’ αυτό και δεν δέχομαι ότι είναι απλώς θέμα προσώπων και δεν υπάρχει κρίση θεσμών. Υπάρχει κρίση θεσμών στο μέτρο ακριβώς που η εντύπωση, τουλάχιστον μέχρι τώρα, είναι ότι οι θεσμοί δεν είναι σε θέση σε εύλογο διάστημα να εκκαθαρίσουν τα προβλήματα τα γνωστά. Στο τέλος της κρίσης ενδεχομένως να δικαιολογείται κάποιος να ισχυριστεί ότι δεν ήταν κρίση θεσμών αλλά μόνο προσώπων. Αυτή τη στιγμή η αίσθηση που έχουμε, οι εντυπώσεις που έχουμε και οι προβλέψεις που μπορούμε να κάνουμε, ακόμα και σήμερα το βράδυ μετά το δελτίο του «ALPHA» είναι ότι θεσμοί δεν φαίνονται ικανοί να διεκπεραιώσουν, να εκκαθαρίσουν τα γνωστά προβλήματα. Ως προς το δεύτερο ερώτημα, τη σύγκριση δηλαδή με το δικό μας παρελθόν, υπήρξαν ασφαλώς δικαστικά σκάνδαλα στο παρελθόν στο μέτρο που υπήρχε κομματικός ή γενικότερα πολιτικός επηρεασμός της δικαιοσύνης, παρεμβάσεις κυβερνητικές, παρεμβάσεις του παλατιού παλιότερα κ.ο.κ. Σήμερα όμως αναδύεται μια εικόνα διάχυτης διαφθοράς και ακραίας εξαχρείωσης του δικαστικού ήθους. Αυτό νομίζω είναι πρωτόγνωρο. Αρκεί να σας θυμίσω τις φυσιογνωμίες που είδαμε τις τελευταίες μέρες. Αν τις συναντούσαμε έξω από ένα δικαστήριο θα φανταζόμασταν μάλλον ότι είναι κατηγορούμενοι παρά ότι είναι δικαστές. Αρκεί να θυμίσω επίσης τις δικαιολογίες που ακούσαμε από αυτά τα πρόσωπα. Για μένα αυτές τις δικαιολογίες είναι η τρανότερη απόδειξη της εξαχρείωσης. Ότι βρήκα την επιταγή στην πυλωτή, ότι πήγα από περιέργεια να δω στην τράπεζα, ότι η Αστυνομία δεν έχει καμία αρμοδιότητα για απολεσθέντα αντικείμενα, αυτά τα λέει ο Πρόεδρος Πρωτοδικών, ότι δεν ξέρω ποιοι καταθέτουν λεφτά στον λογαριασμό μου, ότι αυτό είναι εκδίκηση του εραστή μου που τον εγκατέλειψα. Αυτά νομίζω πέρα από τις ίδιες τις πράξεις, αυτό το ύφος, μαρτυρεί ακραία εξαχρείωση. Δεν ξέρω πόσα χρόνια ήταν στο δικαστικό σώμα το καθένα από αυτά τα πρόσωπα, αλλά ασφαλώς δεν ήταν νεοεισελθέντα. Όσο για την Εκκλησία, οικονομικά και ροζ σκάνδαλα διατρέχουν την ιστορία της από αιώνες όπως και άλλων Εκκλησιών. Γι’ αυτό υπάρχει μια λογική σ’ αυτό που λέει σχεδόν 40% των πολιτών, που πιστεύει ότι η διαφθορά στην Εκκλησία είναι σήμερα όπως ήταν πάντα. Η πλειοψηφία βέβαια θεωρεί ότι είναι μεγαλύτερη. Εκείνο όμως που είναι καινούριο σήμερα είναι ότι η Εκκλησία χάνει την αξιοπιστία της, τη στιγμή ακριβώς που επιχείρησε με επικεφαλής τον σημερινό Αρχιεπίσκοπο να ξέρει σημαντικότερο ρόλο από πριν και ιδίως να μας επιβληθεί ως κιβωτός και θεματοφύλακας τάχα της εθνικής μας ταυτότητας και υπόστασης. Νομίζω ότι στο πεδίο ακριβώς αυτό εκδηλώνεται σήμερα η μεγαλύτερη αποστροφή. Πάρα πολλοί το πίστεψαν, πάρα πολλοί ακολούθησαν τον Αρχιεπίσκοπο στην κατεύθυνση αυτή και νομίζω ότι σ’ αυτό το πεδίο σήμερα μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού των πολιτών αισθάνεται προδομένη όχι στο επίπεδο της ηθικής ή έστω το καθαρά θρησκευτικό. Ακριβώς στο μέτρο που η Εκκλησία επιθετικότερα απ’ ότι στο παρελθόν θέλησε να μας επιβληθεί ως ο εγκυρότερος θεματοφύλακας της εθνικής ταυτότητας και υπόστασης, ακριβώς στο μέτρο αυτό η σημερινή κρίση προκαλεί κλυδωνισμό γενικότερα στην κοινωνία μας. Αντιλαμβανόμαστε ξαφνικά ότι είναι αυτοκτονία να εμπιστευθούμε τα πολύτιμα αυτά αγαθά σε κάποιους εντελώς διεφθαρμένους ή τουλάχιστον εντελώς απερίσκεπτους, σε κάποιους που ψεύδονται ασύστολα. Από την πλευρά της η Πολιτεία πρώτη φορά αφήνει τόσο απροστάτευτη την Εκκλησία από τις εναντίον της επιθέσεις. Δεν νομίζω ότι το ζήτημα περιορίζεται στη Νέα Δημοκρατία και στις σχέσεις της προσωπικά με τον Χριστόδουλο. Πιστεύω ότι είναι γενικότερο. Έχω την αίσθηση ότι το δημοκρατικό μας κράτος αντιλαμβάνεται επιτέλους ότι δεν χρειάζεται πλέον την Εκκλησία όπως τη χρειαζόταν στο παρελθόν. Αντίθετα μάλιστα η ταύτιση μαζί της υπονομεύει πλέον και την δική του νομιμότητα. Αυτή την έννοια έχει για μένα η γνωστή πρόταση για την ανορθόδοξη όρκιση του Καρόλου Παπούλια ως νέου Προέδρου της Δημοκρατίας. Ένα ακόμη πρωτοφανές στοιχείο είναι οι νέες μας ευαισθησίες για το απόρρητο των προσωπικών δεδομένων, για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, για το παραδεκτό ή μη ορισμένων αποδείξεων. Νομίζω ότι όλα αυτά χρειάζεται να τα ξανασκεφτούμε και ενδεχομένως να τα αναοριοθετήσουμε. Είναι τάχα απόρρητο προσωπικό δεδομένο η μισθοδοσία κάποιου από το Δημόσιο; Αυτό ισχύει στην αρμόδια αρχή προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Τι μπορεί να σημαίνει ιδιωτική ζωή για έναν κληρικό; Είναι κάτι ομοταγές, παρόμοιο με την ιδιωτική ζωή του καθενός από μας; Μπορεί ο Επίσκοπος ή ο Αρχιμανδρίτης να ζητήσει προστασία της ιδιωτικής του ζωής όπως μπορεί ο παπουτσής ή ο ιδιωτικός υπάλληλος; Τι μπορεί να σημαίνει ιδιωτική ζωή για έναν δικαστή; Είναι η ιδιωτική ζωή ενός δικαστή εξίσου προστατευμένη και αδιαπέραστη με την ιδιωτική ζωή των απλών πολιτών; Καλύπτει τα κότερα, καλύπτει τους έρωτες με τους δικηγόρους κλπ.; Μπορεί μια εξαχρειωμένη δικαστίνα να μας λέει ότι οι αποδείξεις σε βάρος της μολονότι αληθινές δεν είναι νόμιμες; Γι’ αυτό νομίζω ότι ορισμένες από αυτές τις καινοφανείς μας βεβαιότητες και ευαισθησίες θα έπρεπε ίσως να τις ξαναδούμε. Αξίζει βέβαια να αναρωτηθεί κανείς πως φτάσαμε εδώ ή καλύτερα πως καταντήσαμε έτσι. Κατά τη γνώμη μου χρειάζεται και αρκεί να ανατρέξουμε στη δικτατορία. Η δικτατορία χρεοκόπησε κάθε συντηρητική αξία ή ακριβέστερα κάθε αξία που μπορούσε να παρουσιαστεί σαν συντηρητική. Ακολούθησε μετά από λίγα χρόνια η επέλαση του δήθεν εκδημοκρατισμού επί ΠΑΣΟΚ. Στην πράξη εκδημοκρατισμός σήμαινε υπονόμευση αν όχι και ανατροπή της ιεραρχίας, της κάθε ιεραρχίας, κατάργηση των ελέγχων, κατάργηση των περιορισμών, τελικά ισότοπες στην ασυδοσία. Θυμίζω μόνο δύο μνημειώδεις φράσεις του τότε Πρωθυπουργού. Η μια αναφέρθηκε ήδη, προσθέτω όμως και το ποσό. «Είπαμε να κάνει ένα δώρο στον εαυτό του αλλά όχι και 500 εκ.». Ήταν για τον τότε Διοικητή της ΔΕΗ. Σε δραχμές φυσικά κύριε συνάδελφε. Η άλλη φράση όμως είναι ακόμα καταλυτικότερη και αφορά ιδιαίτερα τη δικαιοσύνη. Με αφορμή τη δικαιοσύνη ειπώθηκε. «Δεν υπάρχουν θεσμοί, μόνο ο λαός». Στη δικαιοσύνη οι συνέπειες του δήθεν εκδημοκρατισμού ήσαν καταλυτικές. Με τη χούντα είχε χρεοκοπήσει το συντηρητικό κατεστημένο της δικαιοσύνης, που ενσάρκωνε προπαντός ο περιβόητος Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Κόλλιας. Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία ανασυστάθηκε σε νέες βάσεις η περίφημη Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων με θεμελιώδη αρχή την ισότητα όλων των δικαστών, δηλαδή την άρνηση της ιεραρχίας. Και ακολούθησε μια ακατάσχετη συνδικαλιστική παραμόρφωση του δικαστικού σώματος. Πέρα από το γνωστό ζήτημα των αποδοχών, της μισθοδοσίας δηλαδή, επισημαίνω δύο ακραία δείγματα αυτής της παραμόρφωσης. Το 1984 οι πρωτοδίκες του Πρωτοδικείου Αθηνών έφτασαν στο σημείο να απορρίψουν σαν διασπαστική την αίτηση των Εισαγγελέων για τη σύσταση δικού τους Σωματείου. Η Ένωση Εισαγγελέων αναγνωρίστηκε τελικά μόνο με απόφαση των Εφετών. Το 1985 πριν 20 ακριβώς χρόνια, 1η Μαρτίου 1985, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων κήρυξε την πρώτη της απεργία παραβιάζοντας τη ρητή συνταγματική απαγόρευση. Η παραβίαση του Συντάγματος από απεργούς δικαστές επαναλήφτηκε έκτοτε αρκετές φορές και πρόσφατα. Η συνδικαλιστική παραμόρφωση συμπληρώθηκε με την αυτοδιαχείριση αν θυμάστε αυτόν τον όρο, δηλαδή με την εκλογή των οργάνων διοίκησης Πρωτοδικείων και Εφετείων. Αρκεί να επισημάνω εδώ επειδή είναι πρόσφατη η είδηση την επίσκεψη των 14 δικαστικών στον Χριστόδουλο. Το ζήτημα δεν είναι βέβαια μόνο ο ρόλος του Γιοσάκη και θα έλεγα ότι δεν είναι κυρίως ο ρόλος του Γιοσάκη. Το ζήτημα είναι ότι 14 δικαστές θεώρησαν απαραίτητο να πάνε να πάρουν την υποστήριξη του Αρχιεπισκόπου προκειμένου να εκλεγούν σ’ αυτό το τρομερά δοξασμένο αξίωμα που είναι η διοίκηση του Πρωτοδικείου και του Εφετείου. Και νομίζω στο πλαίσιο αυτό γίνεται κατανοητό γιατί χαλάρωσε σε τέτοιο βαθμό ο έλεγχος εκτρέφοντας μια νοοτροπία πλήρους ασυδοσίας και φυσιογνωμίας σαν κι αυτές που γνωρίσαμε τον τελευταίο καιρό. Πρέπει να επισημάνω επίσης ότι στις πρόσφατες προχθεσινές επισκέψεις τους στον ¶ρειο Πάγο και στον Υπουργό Δικαιοσύνης οι δικαστικές Ενώσεις όπως ονομάζονται από τα ΜΜΕ φαίνεται πως ανησυχούν όχι για την ταχύτερη ολοκλήρωση της κάθαρσης, αλλά για την έκταση της. Για την Εκκλησία τα πράγματα παρουσιάζονται διαφορετικά. Με τις τότε πρωτοβουλίες της η χούντα υπονόμευσε και χρεοκόπησε την ίδια την ιδέα της κάθαρσης στην Εκκλησία με κρατική επέμβαση. Στη συνέχεια η σύγκρουση Ιερωνυμικών και Σεραφειμικών επέτρεψε να γίνουν αποδιοπομπαίοι τράγοι μόνο οι χαρακτηρισμένοι ως Ιερωνυμικοί και να μείνει η υπόλοιπη Εκκλησία αλώβητη το 1974 μολονότι τότε επιβαλλόταν από τα πράγματα μια συνολική επανεξέταση του ρόλου της άσχετα από πρόσωπα. Ακολούθησαν οι επανειλημμένες υποχωρήσεις της Πολιτείας τόσο επί Νέας Δημοκρατίας όσο και επί ΠΑΣΟΚ. Ακολούθησε τέλος η πολύπλευρη ενθάρρυνση του Χριστόδουλου και από τη Νέα Δημοκρατία ως αντιπολίτευση. Πέρα από τα πρόσωπα νομίζω ότι αυτή η πρόσφατη ιστορική διαδρομή εξέθρεψε μια υπερχειλίζουσα αυτοπεποίθηση, αλαζονεία και τελικά ασυδοσία. Τα χαρακτηριστικά αυτά αποτυπώνονται όχι στα γεγονότα που αποκαλύπτονται αυτές τις μέρες, αλλά και στους χειρισμούς και τις δηλώσεις που γίνονται γι’ αυτά μέχρι σήμερα. Συμφωνώ με τον Πρόεδρο του Ιδρύματος και σεβαστό Γιάννη Βαρβιτσιώτη ότι το ζωτικότερο πρόβλημα για μια δημοκρατία είναι η δικαιοσύνη. Κατά ένα τρόπο είναι και το απλούστερο πρόβλημα. Ας ελπίσουμε μόνο ότι υπάρχουν αρκετοί ακέραιοι δικαστές, αρκετά αποφασισμένοι να απαλλαγούν από τους άλλους. Εδώ να σημειώσω ένα δείγμα που ίσως δείχνει τη συνέχιση μιας υπερβολικής ανοχής. Η περίφημη πρωτοδίκης, η οποία από πολλά χρόνια δεν είχε καταθέσει δήλωση του πόθεν έσχες, πήρε τρεις φορές προθεσμία για να απολογηθεί. Και αναρωτιέμαι εγώ ως πολίτης: γιατί χρειάζεται ένας δικαστικός λειτουργός τρεις φορές να πάρει προθεσμία για να ανακαλύψει μια δικαιολογία για ένα τόσο τυπικό έγκλημα; Στον τομέα της δικαιοσύνης κατά την ταπεινή μου γνώμη θα έπρεπε να καταργηθεί αμέσως η αυτοδιαχείριση. Θα έπρεπε αμέσως να υπάρξει μηδενική ανοχή για αντισυνταγματικές απεργίες των δικαστών, θα έπρεπε να υπάρξει αναδιοργάνωση της επιθεώρησης. Μολονότι δεν γνωρίζω λεπτομέρειες, αντιλαμβάνομαι τις τελευταίες μέρες ότι οι δικαστές που αναλαμβάνουν καθήκοντα επιθεώρησης δεν απαλλάσσονται από τα υπόλοιπα καθήκοντα τους. Αυτό είναι προφανές ότι δυσκολεύει την απόδοση τους. Ενδεχομένως θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τη χρησιμοποίηση συνταξιούχων δικαστικών, οι οποίοι θα έχουν οπωσδήποτε μεγαλύτερη ανεξαρτησία και μεγαλύτερη αποστασιοποίηση από τις πιέσεις και την κακώς εννοούμενη συναδελφική αλληλεγγύη. Για την Εκκλησία τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα και μάλιστα αντιφατικά. Όπως ακούγεται και γράφεται από πολλές πλευρές υπάρχουν πάρα πολλά τα οποία μπορούν να γίνουν τώρα αμέσως. Πράγματα τα οποία μέχρι τώρα ματαιώνονταν από την αντίδραση της Εκκλησίας, σήμερα πια μπορούν να γίνουν χωρίς να αξίζει κανείς να υπολογίζει σ’ αυτή την αντίσταση. Ένα παράδειγμα το οποίο είναι ιδιαιτέρως απλό είναι η καύση των νεκρών και η θέσπιση ενός μη εκκλησιαστικού τρόπου κήδευσης. Ο χωρισμός ωστόσο είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο και προβληματικό. Ο αρμόδιος συνάδελφος ήδη υπαινίχθηκε. Εγώ θα ήθελα να προσθέσω μερικές ακόμα νύξεις. Σε ορισμένους ενδεχομένως υπάρχει η εντύπωση ότι ο χωρισμός της Εκκλησίας από το κράτος είναι η τιμωρία για τα αίσχη στην Εκκλησία και ότι τα αίσχη αυτά θα σταματήσουν όταν τιμωρηθούν οι κληρικοί συνολικά με τον χωρισμό. Αυτό είναι νομίζω μια τελείως αφελής αντίληψη. Σκάνδαλα εκκλησιαστικά ασφαλώς θα υπάρχουν και μετά τον χωρισμό. Το πιο σκανδαλώδες παράδειγμα είναι η παιδεραστία των καθολικών ιερέων στις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία έχει απασχολήσει τη χώρα και τα δικαστήρια της τα τελευταία χρόνια. Και είναι βέβαιο ότι ροζ ιδίως σκάνδαλα κληρικών πρόκειται πάντα να είναι για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης πάρα πολύ επιθυμητό υλικό. Κατά συνέπεια ο χωρισμός δεν πρέπει κανείς να τον φαντάζεται ως μια συνταγή η οποία ξαφνικά θα μας απαλλάξει στο διηνεκές από εκκλησιαστικά σκάνδαλα. Υπάρχει μετά ένα ζήτημα χρονικής σειράς. Πέρα από τα συνταγματικά εμπόδια, μπορεί κανείς να διανοηθεί χωρισμό χωρίς κάθαρση ή λογικά θα έπρεπε πρώτα να υπάρξει μια κάθαρση με επέμβαση του κράτους αφού η αυτοκάθαρση δεν φαίνεται πλέον να πείθει κανέναν και μετά ο χωρισμός; Ο χωρισμός επίσης, όπως έχει γράψει και όπως υπαινίχθηκε ξανά ο αρμόδιος συνάδελφος μου, θα έχει επιπτώσεις στην εξωτερική πολιτική του κράτους, επιπτώσεις που ενδεχομένως είναι καιρός πια να μελετήσουμε και να αφομοιώσουμε. Θα πρόσθετα δε και επειδή ο ίδιος ανέτρεξε στο αυτοκέφαλο, θα πρόσθετα και μια θρυαλλίδα στο τέλος. Ο χωρισμός της Εκκλησίας από το κράτος λογικά θα έθετε ζήτημα και για το αυτοκέφαλο. Διότι το αυτοκέφαλο θεσπίστηκε ορθότατα κατά τη γνώμη μου για την ανεξαρτησία μιας κρατικής Εκκλησίας. Μια Εκκλησία που θα έπαυε να είναι κρατική δεν θα χρειαζόταν πια και την προστασία αυτή από ξένες επιρροές. Για την πολιτική ηγεσία του τόπου μας νομίζω ότι η σημερινή κατάσταση αποτελεί μια ιστορική πρόκληση, αλλά και μια χρυσή ευκαιρία. Ωστόσο οι πολιτικοί αν θέλουν να παίξουν τον ρόλο τους, τον ρόλο που υπαινίχθηκε ο κ. Βαρβιτσιώτης στην αρχή, θα έπρεπε βέβαια να αρχίσουν από τον εαυτό τους. Και έχω εδώ ως παράδειγμα το περίφημο πόθεν έσχες, το πόθεν έσχες το οποίο απλώνεται ως συνταγή σε όλους τους θεσμούς, τώρα και στην Εκκλησία. Δεν χρειάζεται να σχολιάσω ότι η πρόσφατη δημοσίευση των δηλώσεων για το 2002 την υποδέχτηκαν τα ΜΜΕ δικαίως ως μια κωμωδία, ως έσχες χωρίς πόθεν κλπ. κλπ. Στη σημερινή εποχή είναι απλούστατο, άπαξ και έχει σπάσει το ταμπού της αποκάλυψης των στοιχείων νομίζω δεν υπάρχει κανένας πλέον λόγος να μην έχουμε για το πόθεν έσχες των πολιτικών ως πρώτο δείγμα γραφής μια πλήρη εικόνα και του πόθεν και μια εικόνα διαχρονικά ώστε να γνωρίζουμε από την εκλογή του ως βουλευτή μέχρι την άνοδο του στην Πρωθυπουργία τι απέκτησε ο καθένας και πως, πράγματα δηλαδή τα οποία εφόσον έχουμε το πόθεν έσχες είναι αυτονόητα. Διαφορετικά αυτό το πλασματικό και άνευ νοήματος πόθεν έσχες μόνο ζημιά μπορεί να προκαλεί για το κύρος και την αξιοπιστία των πολιτικών. Αν οι πολιτικοί αδράξουν την ευκαιρία, νομίζω ότι θα πρέπει να αποδείξουν, να εμπεδώσουν, την πρωτοκαθεδρία τους ως δημοκρατικά εκλεγμένων εκπροσώπων μας.