Από το Νοέμβριο του 2004, ψάχνουμε να βρούμε εκπρόσωπο της Νέας Δημοκρατίας για να μας μιλήσει. Θέλω, λοιπόν, θερμά να ευχαριστήσω τον κ. Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη, ο οποίος ανταποκρίθηκε άμεσα. Είναι ένας νέος πολιτικός, ευγενής και με ενδιαφέρουσες απόψεις. Σήμερα, σαν Τομεάρχης Ανάπτυξης της Νέας Δημοκρατίας, ανάμεσα στα άλλα ενδιαφέροντα που μας είπε, μας ξεκαθάρισε που οδηγεί τη χώρα η Κυβέρνηση. Και το έκανε, μιλώντας απλά, χωρίς να αναλωθεί σε αναφορές στο παρελθόν και κυρίως δίνοντας με σαφήνεια το στίγμα της Νέας Διακυβέρνησης. Μακάρι, να ακολουθήσουν και τα κυβερνητικά στελέχη μια αντίστοιχη πολιτική καθαρού λόγου. Σαν νέος πολιτικός, θα θέλατε να δώσετε στον κόσμο ένα μικρό βιογραφικό σας; Γεννήθηκα το 1969 στην Αθήνα, σπούδασα στη Νομική Σχολή, έκανα τις Μεταπτυχιακές μου σπουδές στο Harvard στις Πολιτικές Επιστήμες, στις Διεθνείς Σχέσεις, δικηγόρησα στον Πειραιά και ασχολήθηκα με Ναυτιλιακή Δικηγορία. Με την πολιτική ασχολήθηκα από πολύ μικρός στην ΟΝΝΕΔ, μετά εξελέγην το 1997 στην Κεντρική Επιτροπή της Νέας Δημοκρατίας όταν βγήκε ο Καραμανλής και το 2000 ήμουν υποψήφιος στη Β’ Αθηνών που βγήκα Βουλευτής. Εγκατέλειψα τη δικηγορία πριν βγει το Ασυμβίβαστο γιατί θεωρούσα ότι πρέπει να ασχοληθώ και να δίνω όλη την ικμάδα μου σε αυτό για το οποίο οι συμπολίτες μου με ψήφισαν και όχι να βγάζω χρήματα με την «ταμπέλα» του βουλευτή. Ξεκίνησα, σαν υπεύθυνος του Τομέα Ναυτιλίας και τώρα είμαι υπεύθυνος του Τομέα Ανάπτυξης της Νέας Δημοκρατίας και συνεχίζω να πολιτεύομαι. Μια και είστε στον Τομέα Ανάπτυξης, νομίζω ότι έχετε άποψη για το θέμα και επίσης είναι σημαντικό που είστε νέος άνθρωπος, γιατί θέλουμε να πιστεύουμε ότι η νέα γενιά θα είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Πιστεύω ότι κάθε γενιά, επειδή η κοινωνία εξελίσσεται, είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Αλοίμονο, αν λέγαμε «κάθε πέρυσι και καλύτερα», τότε η ανθρωπότητα θα έμενε στάσιμη και δεν θα πήγαινε μπροστά. Πριν μερικές ημέρες, παρακολουθούσα τηλεόραση και σας είδα να μιλάτε στο βήμα της Βουλής για το Ευρωσύνταγμα. Επειδή κι εγώ όπως φαντάζομαι κι ο περισσότερος κόσμος, είμαστε μάλλον «βαθιά νυχτωμένοι», θα θέλατε με λίγα λόγια να μας βάλετε λίγο στο κλίμα; Το Ευρωσύνταγμα, κάνει τρία βασικά πράγματα: Το πρώτο είναι να απλοποιεί πάρα πολύ τις δαιδαλώδεις Ευρωπαϊκές διαδικασίες. Μέχρι τώρα, ας πούμε, είχαμε εφτά κέντρα λήψεως αποφάσεων, τα κάνει τρία, ξεχωρίζει αρμοδιότητες, φτιάχνει θεσμούς όπως Πρόεδρο, Υπουργό Εξωτερικών και οργανώνει το χάος των προηγούμενων συνθηκών. Το δεύτερο πράγμα που κάνει και αυτό ενδιαφέρει πάρα πολύ τους Έλληνες, είναι ότι δημιουργεί την εννιαία Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και ¶μυνας και βάζει αυτό που λέμε τη ρήτρα της Συνδρομής, κάτι που ήταν ο λόγος για τον οποίο μπήκαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πέρα από το οικονομικό. Ο Καραμανλής, έλεγε ότι θέλω να κάνω την Ελλάδα σίγουρη στα οικονομικά, για να μη νιώθει φτωχή χώρα και σίγουρη στα Εθνικά. Και αυτό το «σίγουρη στα Εθνικά», έρχεται με βούλα και υπογραφή να κατοχυρωθεί τώρα με το Ευρωσύνταγμα, 25 χρόνια μετά την ένταξή μας. ¶ρα, με απλά λόγια, αυτό σημαίνει ότι αν οι Τούρκοι παραβιάσουν τα σύνορα της Ελλάδας, επί της ουσίας παραβιάζουν πια τα σύνορα της Ευρώπης και σε αυτό έχουν πλέον λόγο όλοι οι Ερωπαίοι, άρα δεν μπορούν να παραμένουν ουδέτεροι. Ακριβώς. Υπάρχει η Ρήτρα της Αμοιβαίας Συνδρομής. Δε μπορεί να σου επιτεθεί κάποιος και οι υπόλοιποι να «σφυρίζουν» αδιάφορα. Και το τρίτο βασικό που κάνει το Ευρωσύνταγμα, είναι ότι ξεκαθαρίζει ποιοι είναι οι Τομείς αρμοδιότητας της Ένωσης. Ξεκαθαρίζει, δηλαδή, ότι στο Οικονομικό έχει την αποκλειστική και απόλυτη αρμοδιότητα η Ένωση, στον τομέα της Ελεύθερης Αγοράς. Πιο απλά, ότι οι κανόνες του Ανταγωνισμού που ορίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν μπορούν να αλλάξουν από τις μεμονωμένες χώρες. Υπάρχουν, βέβαια και άλλες πολιτικές στις οποίες μπορεί η Ένωση να παρεμβαίνει, όπως είναι αυτές του Τουρισμού, της Υγείας, της Κοινωνικής Πρόνοιας και υπάρχουν φυσικά και θέματα, όπως είναι οι Εργασιακές Σχέσεις, τα Ασφαλιστικά Ζητήματα και ούτω καθεξής, που αποτελούν αποκλειστική αρμοδιότητα του κάθε κράτους. Και μια τελευταία λέξη για το Ευρωσύνταγμα: Το Ευρωσύνταγμα, όπως και οτιδήποτε άλλο στην Ευρώπη, είναι προϊόν συμβιβασμού. ¶ρα, δεν είναι το μεγάλο, το γενναίο, το τρανό βήμα που θα μας πάει μπροστά. Είναι όμως, η αρχή για ένα ακόμα βήμα μέσα στο πλαίσιο των 25 πλέον κρατών και του μισού δισεκατομμυρίου ανθρώπων. Με αφορμή, λοιπόν, αυτό να σας κάνω μια ερώτηση: στους 15, είμασταν 14οι. Στους 25; Στους 25, είμαστε 20οι. Αν, δηλαδή, δείτε την Κύπρο, την Τσεχία, την Ουγγαρία, τη Σλοβενία, θα διαπιστώσετε ότι αυτοί μας έχουν ήδη ξεπεράσει. ¶ρα, καταλαβαίνετε ότι έχουμε μπροστά μας τη μεγαλύτερη οικονομική πρόκληση από όσες μπορούμε να φανταστούμε στη Μεταπολεμική Ελλάδα. Είναι πολύ πιο δύσκολο να δημιουργήσουμε ανάπτυξη σήμερα, σε σχέση με το χθες, είναι πολύ πιο δύσκολο να γίνουμε ελκυστικοί, είναι εξαιρετικά δύσκολο, έχοντας υιοθετήσει όλες αυτές τις πολιτικές του Ανταγωνισμού και της Ελεύθερης Αγοράς, να κάνουμε κρατικοδίαιτη οικονομική Ανάπτυξη. Μέσα, λοιπόν, σε αυτό το πλαίσιο που μας περιγράφετε, εμείς σα χώρα έχουμε ξεκαθαρίσει τι πουλάμε; Εμείς, σαν ηγεσία της χώρας, έχουμε ξεκαθαρίσει «πού θέλουμε να πάμε τη βάρκα». Η χώρα, λοιπόν, αναπτύσσεται σε ένα επίπεδο που λέγεται Τουρισμός, σε ένα δεύτερο επίπεδο που λέγεται θέσεις Τεχνογνωσίας και σε ένα τρίτο επίπεδο που λέει ότι θέλω στη χώρα επενδύσεις εντάσσεως Κεφαλαίου και όχι εντάσσεως εργατικού δυναμικού. Αυτά τα τρία είναι ξεκάθαρα. Το θέμα είναι ότι δεν έχει γίνει σαφές στον κόσμο προς τα που κατευθύνουμε τη χώρα. Και εκεί βρίσκεται και το δικό μας χρέος: Να πείσουμε και τους υπόλοιπους και τους κοινωνικούς εταίρους, αλλά και τον κόσμο, ότι προς τα εκεί κατευθυνόμαστε. Και φοβάμαι, ότι με τη λογική των ήπιων μεταρρυθμίσεων στην Οικονομία, δεν έχει γίνει αισθητή αυτή η αλλαγή πλέυσης, με αποτέλεσμα κάθε μέρα να φουσκώνει το διεκδικητικό πλαίσιο από τα «ρετιρέ» του Δημοσίου Τομέα και από την άλλη ο Μικρομεσαίος που πραγματικά συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη, να μένει άφωνος μπροστά στις εξελίξεις. Δεν θα πρέπει, όμως, με κάποιο τρόπο και αυτός ο τόσο σημαντικός τομέας της Οικονομίας που είναι οι Μικρομεσαίοι, να βρουν από κάπου γνώση και κατεύθυνση. Αναφερθήκατε, για παράδειγμα, στον Τουρισμό που όμως σήμερα ασκείται από ανθρώπους που δεν ξέρουν και με τρόπο τυχαίο. Υπάρχει, κάποιος για να βοηθήσει αυτούς τους ανθρώπους σε επίπεδο τουλάχιστον εκπαίδευσης και τεχνογνωσίας; Έχετε απόλυτο δίκιο. Ιδιαίτερα όμως στον τομέα του Τουρισμού, νομίζω ότι είναι από τους λίγους τομείς της Οικονομίας που βλέπουμε το κράτος να βοηθάει συστηματικά και ουσιαστικά, με τη Νέα Διακυβέρνηση. Και η βοήθεια συνίσταται στο να συντονίσει επιτέλους την Τουριστική Προβολή. Δηλαδή μέχρι τώρα, ο καθένας έβγαζε το εντυπάκι του, με τη φάτσα και την αισθητική του Κοινοτάρχη ή του Νομάρχη κι έλεγε ότι ξεκινάω και κάνω καμπάνια. Αυτές οι ενέργειες όχι μόνο δεν αποδίδουν, αλλά είναι μάλλον γελοίες. Η Κύβέρνηση, λοιπόν, προσπαθεί να κάνει πράξη τη συντονισμένη προβολή της χώρας, υπάρχουν όμως πολλά βήματα που πρέπει να γίνουν και εκεί εντάσσονται κυρίως τα θέματα της εκπαίδευσης. Είναι ντροπή, για παράδειγμα, σε μια χώρα που διεκδικεί Τουριστικό μέλλον, να μην υπάρχει Ανώτατη Σχολή ασχολούμενων με τον Τουρισμό. Είναι τρελό... Οι δημοσκοπήσεις τον τελευταίο καιρό, δείχνουν μια έντονη δυσαρέσκεια του κόσμου, με αιχμή του δόρατος την Οικονομία. Πιστεύετε ότι η κατάσταση αυτή είναι αναστρέψιμη; Έχουμε λόγο, και αναφέρομαι στους Μικρομεσαίους, να ελπίζουμε; Γιατί το να πηγαίνουν καλά δύο ή τρεις μεγάλες εταιρίες, δεν λύνει το πρόβλημα των πολλών. Καταρχήν να σας πω ότι εγώ δεν πιστεύω σε αυτό το διαχωρισμό των Πατρίκιων και των Πληβείων της Ιδιωτικής Οικονομίας. Εννοώ, ότι αν πάνε καλά οι «μεγάλοι», θα συμπαρασύρουν και ένα μεγάλο κομμάτι των Μικρών και των Μεσαίων. Και ανάποδα, αν πηγαίνουν καλά οι Μικρομεσαίοι, θα πηγαίνουν καλά και οι «μεγάλοι», από τους οποίους θα καταναλίσκουν. Είναι τόσο αλληλένδετα αυτά τα δύο πράγματα, που νομίζω ότι τα ξεχωρίζουμε μόνο και μόνο για να μην σταθούμε απέναντι σε μία νοοτροπία στην οποία γαλουχήθηκε χρόνια ο κόσμος και που έλεγε ότι η επιχειρηματικότητα και το κέρδος είναι κακά. Σε αυτή, λοιπόν, τη λογική φοβούμαστε να πούμε ότι πρέπει να έχουμε επιχειρήσεις που να κερδίζουν. Η Οικονομία μας βασίζεται σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Ναι, μόνο που το μεσαίες είναι σχετικό γιατί με τα μέτρα της Ευρώπης, οι μεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα είναι πολύ λίγες. Ναι, είναι για τα δικά μας μέτρα οι Κολοσσοί. ¶ρα, η πλειοψηφία των επιχειρήσεων στη χώρα μας είναι όλες μαζί σε μια βάρκα. Συνεπώς, το να ενθαρρύνουμε την επιχειρηματικότητα και να πούμε ότι αυτοί είναι οι κανόνες του παιχνιδιού και όποιος θέλει μπαίνει να παίξει και το κράτος θα τον βοηθήσει, πρέπει να είναι ο στόχος μας. Σίγουρα υπάρχουν πολλά που πρέπει να γίνουν, αλλά πιστεύω ότι είμαστε τη σωστή κατεύθυνση. Με αυτό που μου λέτε με οδηγείτε να σας πω ότι, δε μπορεί από τη μια να ψάχνουμε όλοι τη σταθερότητα για να μπορέσουμε να αναπτυχθούμε και από την άλλη να γίνονται κινήσεις όπως η κατάργηση του Αφορολόγητου Αποθεματικού, που ανέτρεψε το όποιο πλάνο μπορεί να είχαν κάνει οι Έλληνες επιχειρηματίες. Το Αφορολόγητο Αποθεματικό, ήταν μια λογική του επιχειρηματία να κρατήσω κάποια χρήματα απ’ έξω και να μη φορολογηθώ γι’ αυτά, τα οποία όμως δεν ήταν βέβαιο ότι θα ξαναπέσουν στην Οικονομία. Τώρα, λοιπόν, όταν κάνω οποιαδήποτε επένδυση, θα είναι απευθείας αφορολόγητη. Το αποτέλεσμα δεν είναι το ίδιο; Περίπου. Όμως το θέμα είναι ότι δε γίνεται μόνιμα να θέλει η κάθε κυβέρνηση να πετύχει το ίδιο πιθανά αποτέλεσμα με την προηγούμενη, αλλάζοντας όμως τους κανόνες, γιατί έτσι ταλαιπωρεί τον κόσμο και ταράζει την αγορά. Και με αυτές τις συνθήκες, κανείς δε νιώθει ασφαλής. Πάντως, στόχος της Κυβέρνησης είναι να στηρίξει και να ενδυναμώσει την Οικονομία με βάση τις ιδιωτικές επενδύσεις. Από μία κρατικοδίαιτη ανάπτυξη, βασισμένη στα Δημόσια έργα και στις Χρηματιστηριακές Αξίες του Δημοσίου, θέλουμε να πάμε σε μια ισχυρή ιδιωτική οικονομία. Και προσωπικά, με σταθερότητα θα πιέζω σε αυτήν την κατεύθυνση. Σαν νέος πολιτικός και βουλευτής του Κυβερνώντος Κόμματος, ένα χρόνο μετά τις εκλογές, είστε ικανοποιημένος από τη «Νέα Διακυβέρνηση»; Μπορούμε να πάμε και πολύ καλύτερα. Και αυτός, άλλωστε, είναι και ο στόχος όλων μας. Να πάμε πολύ καλύτερα. Πιστεύω, ωστόσο, ότι υπάρχει ένα πράγμα που πρέπει να αλλάξει άμεσα: Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε ψυχολογικά την Αγορά. Η κατάσταση της Οικονομίας, καλή ή κακή, αυτή είναι. Από εδώ και πέρα, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι όλοι να μιλάμε για την επόμενη καλύτερη μέρα. Γιατί αυτός είναι ο στόχος, αυτόν υπηρετούμε και όχι να φοβίζουμε τον κόσμο. Όταν βγαίνουν οι εργαζόμενοι μέσα από πρόταση της ΓΕΣΕΕ και λένε ότι πρέπει να ανοίξει το Ασφαλιστικό, σημαίνει ότι τα πράγματα σε αυτή τη χώρα μπορούν να αλλάξουν. Κύριε Βαρβιτσιώτη, σας ευχαριστώ πολύ. Κι εγώ σας ευχαριστώ.