Όλη Ευρώπη με έκπληξη και απογοήτευση παρακολούθησε την έκβαση του γαλλικού δημοψηφίσματος για το ευρωσύνταγμα. Ο πολιτικός αγώνας που διεξήχθει στη Γαλλία και συνεχίζεται στην υπόλοιπη Ευρώπη δεν αφορούσε αυτό καθαυτό το κείμενο του Συντάγματος. Αφορούσε και αφορά το μέλλον της Ευρώπης και την δυνατότητα της να παρέχει στους πολίτες της, τις δημοκρατικές αλλά και τις οικονομικές εγγυήσεις για μία καλύτερη ζωή. Η Ευρώπη περνά μια μεγάλη οικονομική κρίση. Η καθιέρωση του ευρώ στέρησε από τις κυβερνήσεις και τους λαούς την δυνατότητα να ενισχύσουν την οικονομική τους θέση μέσα από την νομισματική πολιτική. Οι ευρωπαϊκές εξαγωγές έχουν συρρικνωθεί και οι οικονομικοί γίγαντες της παραγωγής και της καινοτομίας βρίσκονται σε στασιμότητα. Μετά την Γερμανία, που αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υστέρησης στην ανάπτυξη και ραγδαίας αύξησης της ανεργίας (5 εκατομμύρια άνεργοι, αριθμός ανάλογο της τραγικής πενταετίας 1929-34), της Γαλλίας που βλέπει το κρατικοκεντρικό σύστημα της να κλονίζεται έρχεται η Ιταλία που μαστίζεται από σημαντική συρρίκνωση της παραγωγής και αντιμετωπίζει προβλήματα ανάλογα με αυτά της Ελλάδος όσον αφορά την τήρηση των όρων της ΟΝΕ. Πολλές ερμηνείες δίνονται για την στασιμότητα που αντιμετωπίζει η οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης. Γεγονός είναι ότι το σύμφωνο σταθερότητας δεν δίνει το δικαίωμα στις κυβερνήσεις να αντιμετωπίσουν με μεγαλύτερη ευελιξία τα δημόσια οικονομικά τους, ούτε να χρηματοδοτήσουν με την αύξηση των δημοσίων επενδύσεων τις οικονομίες τους. Η σθεναρή στάση που κρατά η Ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα έχει οδηγήσει στα ύψη το ευρώ με αποτέλεσμα την μείωση του συγκριτικού πλεονεκτήματος της Ευρώπης έναντι της Αμερικής. Παράλληλα η είσοδο της Κίνας στον ΠΟΕ με την διάθεση υπο-τιμολογημένων προϊόντων στην παγκόσμια αγορά έχει πλήξει καίριους τομείς της οικονομίας μας. Τέλος η ύπαρξη πολλών και διαφορετικών περιορισμών, υγιεινής, ασφάλειας και περιβάλλοντος έχουν κάνει την ευρωπαϊκή παραγωγή ιδιαίτερα κοστοβόρα σε σχέση με αυτή της Ανατολής ή των ΗΠΑ. Σε αυτό το περιβάλλον η συνθήκη της Λισαβόνας όρισε το πλαίσιο για την πορεία της Ευρωπαϊκής οικονομία και την τόνωση της ανταγωνιστικότητας της. Σε αυτό το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον η χώρα μας έχει και άλλα προβλήματα να αντιμετωπίσει. Ο μεγάλος κρατικός τομέας που παράγει γραφειοκρατία, διαφθορά και ελλείμματα, η μικρή παραγωγικότητα παρά τις αυξανόμενες ώρες εργασίας του ιδρωτικού τομέα, η περιοδικότητα του τουρισμού και η συρρίκνωση του αγροτικού εισοδήματος είναι μερικά μόνο από τα διαρθρωτικά προβλήματα μας. Αναμφίβολα ένα από τα κεντρικά προβλήματα της οικονομίας μας είναι η χαμηλή ανταγωνιστικότητά της. Αποτέλεσμα αυτής της έλλειψης δεν είναι μόνο η διόγκωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου, λόγω της καθίζησης των Ελληνικών προϊόντων στις ξένες αγορές, αλλά και η σταθερή αποβιομηχάνιση της χώρας, η απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας και η γεωμετρική αύξηση των καταναλωτικών εξόδων που ροκανίζει τα εισοδήματα των καταναλωτών. Για να μην μακρηγορώ όλοι γνωρίζουμε σε αυτήν την αίθουσα ότι η καταπολέμηση της ακρίβειας αποτελεί το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα για την Ελληνική κοινωνία. Όχι μόνοι γιατί 6 στους 10 πολίτες το θέτουν ως το πρώτο ζητούμενο, αλλά κυρίως για το γεγονός ότι η διεθνής οικονομική δραστηριότητα εξαρτάται πλέον από τις επιδόσεις των χωρών στον κλάδο της ανταγωνιστικότητας. Είναι σαφές λοιπόν ότι χωρίς μια πολιτική για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας ούτε τα εισοδήματα των εργαζομένων θα μπορέσουμε να προστατεύσουμε ούτε να προσελκύσουμε σοβαρές ξένες επενδύσεις που θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας. Σύμφωνα με τον Δείκτη Παγκόσμιας Ανταγωνιστικότητας (WEF 2004) η Ελλάδα κατατάσσεται στην 51η θέση μεταξύ 104 χωρών. Η θέση της μάλιστα έχει επιδεινωθεί τα τελευταία δύο χρόνια. Ζητούμενο πρώτο λοιπόν, η βελτίωση στην παγκόσμια κατάταξη. Και αυτός ο στόχος δεν είναι ανέφικτος καθώς αρκεί μικρή βελτίωση σε αρκετούς δείκτες προκειμένου να κερδίσουμε αρκετές θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της «Ειδικής Γραμματείας Ανταγωνιστικότητας» οι δείκτες στους οποίους παρουσιάζουμε την μεγαλύτερη υστέρηση είναι αυτοί της Αδιαφάνειας, όπου η Ελλάδα καταλαμβάνει την προτελευταία θέση μεταξύ των χωρών μελών της Ε.Ε. και στον Δείκτη Αντιληπτής Διαφθοράς. όπου η χώρα μας έρχεται τελευταία μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε. Έτσι λοιπόν μετά τα μέτρα που προώθησε η κυβέρνηση σχετικά με την απλοποίηση των διαδικασιών ίδρυσης μιας επιχείρησης, που αυτόματα συνεπάγεται και την μείωση του σχετικού κόστους, αλλά και την σύσταση του Εθνικού Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας και Ανάπτυξης, ερχόμαστε σήμερα να ασχοληθούμε με μια ακόμη κεντρική προεκλογική δέσμευση της Νέας Δημοκρατίας για την «ενίσχυση της λειτουργίας του Ανταγωνισμού». Με το νομοσχέδιο που εισάγεται στην επιτροπή γίνεται ένα καθοριστικό βήμα για την ομαλή λειτουργία της αγοράς μέσα από την βελτίωση της λειτουργίας των εποπτικών μηχανισμών του κράτους. Η επιτροπή ανταγωνισμού ιδρύθηκε από την κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1977 ενόψει της εισόδου μας στην τότε ΕΟΚ. Έκτοτε το νομοθετικό πλαίσιο που την διέπει έχει αλλάξει πολλές φορές χωρίς όμως οι αλλαγές που έγιναν να δώσουν τα επιθυμητά αποτελέσματα και αυτό γιατί τα σοβαρά αυτά ζητήματα δεν αντιμετωπιστήκαν με την δέουσα σοβαρότητα. Αρκεί να αναφέρω ότι η τελευταία τροποποίηση του νομοθετικού πλαισίου έγινε το 2000 όπου με την μορφή πολυνομοσχεδίου που κατατέθηκε ως επείγον ενώ ουσιαστικά αποτελούσε συρραφή τροπολογιών για διάφορα θέματα και ανάμεσα στα άλλα συμπεριελαμβάνοντο διάταξης για την απορρόφηση της σμυρίδας της Νάξου, καταργήθηκε το πολύ κρίσιμο άρθρο 2α του νόμου του 1977 και το οποίο σήμερα επαναφέρουμε. Στο ιστορικό της επιτροπής αξίζει να αναφέρουμε την αποτυχία που επέδειξε το 1999 – 2000 γιατί δεν ασχολήθηκε με την υπερσυγκέντρωση στα χέρια μίας εταιρείας όλων σχεδόν των ακτοπλοϊκών συνδέσεων του Αιγαίου. Αντίθετα το τελευταίο διάστημα με την προσήλωση και εμπιστοσύνη που έχει δείξει η κυβέρνηση στις ανεξάρτητες αρχές αλλά και η ηγεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης στο να πατάξει φαινόμενα κερδοσκοπίας και πλαστότητας του ανταγωνισμού στην αγορά αποτελεί τεράστια επιτυχία ό τρόπος με τον οποίο ανέδειξε και απέδειξε τις εναρμονισμένες πρακτικές στα σούπερ μάρκετ φέτος οδηγώντας στην καταδίκη τους με βαριά πρόστιμα. Και ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι οι θεσμικοί και κοινωνικοί εταίροι στο πλαίσιο του διαλόγου που προηγήθηκε αξιολογούν θετικά αυτή τη νομοθετική πρωτοβουλία ανεξάρτητα από τις επιμέρους παρατηρήσεις, σχόλια και ορισμένες που όπως ήταν φυσιολογικό διατύπωσαν. Το αίτημα αυτό, για τον έλεγχο της αγοράς, δεν αφορά αποκλειστικά την χώρα μας. Αυτή τη στιγμή σε όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε. βρίσκονται σε εξέλιξη διαδικασίες για την αναμόρφωση ή την θεσμοθέτηση αντίστοιχων επιτροπών, πάντοτε υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανταγωνισμού. Και θα ήθελα στο σημείο αυτό να επισημάνω ότι αυτή η νομοθετική παρέμβαση κατέστη αντικείμενο ευρείας διαβούλευσης με τον αρμόδιο Κοινοτικό Γραφείο το οποίο αναφέρει ότι «οι υπηρεσίες του δεν επισήμαναν στο Σχέδιο Νόμου κάποια σημαντική έλλειψη ή αντίθεση με τον Κανονισμό 1/2003»!!! Η παρουσιαζόμενη σήμερα νομοθετική παρέμβαση προσδιορίζεται λοιπόν από την ανάγκη προσαρμογής της εθνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις και στο πνεύμα του κανονισμού του Συμβουλίου της 16ης Δεκ 2002: «για την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής κοινότητας». Οι κυριότερες αλλαγές, οι οποίες επέρχονται στον νόμο 703/77 «Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού» με το κατατεθέν νομοσχέδιο, είναι οι εξής: 1) Αναβαθμίζεται η Επιτροπή Ανταγωνισμού σε επίπεδο θεσμού, αρμοδιοτήτων, ελεγκτικών εξουσιών και κανονιστικών παρεμβάσεων. Η αναβάθμιση και η ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Επιτροπής Ανταγωνισμού επιτυγχάνονται με τους εξής τρόπους: Με την επιλογή του Προέδρου της από το Υπουργικό Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του υπουργού Ανάπτυξης και γνώμη της αρμόδιας Επιτροπής της Βουλής. Με την αύξηση του αριθμού των μελών της, από 9 σε 11, που επιτρέπει την ευέλικτη, ταχεία και παραγωγική λειτουργία αυτής σε 2 πενταμελή Τμήματα, με κρίσιμη, πάντα, την παρέμβαση της Ολομέλειας, σε θέματα μείζονος σπουδαιότητας και ενδιαφέροντος. Με την αύξηση, στο διπλάσιο σχεδόν, των οργανικών θέσεων του προσωπικού της (από 80 στις 150) και η επαρκής στελέχωση της Γραμματείας της Επιτροπής Ανταγωνισμού με ειδικό επιστημονικό προσωπικό (νομικούς, οικονομολόγους, κοστολόγους και στατιστικολόγους) αυξημένων τυπικών προσόντων, με υψηλό επίπεδο γνώσεων και εμπειρίας, γεγονός που θα της επιτρέψει, να διεκπεραιώνει επιτυχώς και με ταχύτητα το σύνθετο έργο της. Με τις νέες αρμοδιότητες προληπτικού και κατασταλτικού ελέγχου συμπράξεων και καταχρηστικών πρακτικών, τις νέες αρμοδιότητες επιβολής μέτρων συμπεριφοράς και διαρθρωτικού χαρακτήρα, αλλά και τις νέες ελεγκτικές και ερευνητικές εξουσίες της Γραμματείας, κατά το πρότυπο των συναφών αρμοδιοτήτων και εξουσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. 2) Υλοποιούνται σε εθνικό επίπεδο οι στόχοι του κοινοτικού Κανονισμού 1/2003 για την αποκεντρωμένη εφαρμογή των κανόνων 81 και 82 της Συνθήκης. Συγκεκριμένα, εδραιώνεται σύμφωνα με τις επιταγές του ως άνω Κανονισμού σε εθνικό επίπεδο ένα πλαίσιο μόνιμης και ουσιαστικής συνεργασίας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, τόσο με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις Αρχές Ανταγωνισμού των άλλων κρατών-μελών, όσο και με τα εθνικά δικαστήρια κάθε δικαιοδοσίας, για θέματα εφαρμογής της κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Με αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή Ανταγωνισμού θα συμμετέχει ισότιμα και θα συμβάλλει θετικά στο κοινοτικό γίγνεσθαι, τόσο με την ενιαία και ομοιόμορφη εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού, όσο και με τη διαμόρφωση της νομολογίας των εθνικών δικαστηρίων, σε θέματα ανταγωνισμού. 3) Με την εισαγωγή του νέου άρθρου 5 στον νόμο 703/77 που προβλέπει την «Κανονιστική παρέμβαση σε κλάδους της οικονομίας», θεσμοθετούνται κανονιστικές αρμοδιότητες της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με τις οποίες καθιερώνεται ένα σύστημα παρεμβάσεων, ιδιαίτερα χρήσιμο για ευαίσθητους κλάδους της εθνικής οικονομίας. Το εν λόγω σύστημα λειτουργεί συμπληρωματικά με τα άλλα μέτρα παρέμβασης της Επιτροπής, σε περίπτωση που αυτά δεν αποδίδουν ενόψει των ειδικών συνθηκών που επικρατούν στον συγκεκριμένο κλάδο της εθνικής οικονομίας και με βάση γενικά αντικειμενικά και απρόσωπα κριτήρια. 4) Με την επαναφορά του άρθρου 2α για την «Απαγόρευση καταχρηστικής εκμετάλλευσης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης» παρέχεται αποτελεσματική προστασία στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που είναι ευάλωτες σε σχέσεις εξάρτησης από επιχειρήσεις οι οποίες, λόγω του επιχειρηματικού τους εύρους και της δυναμικότητας, μπορούν να επιβάλλουν καταχρηστικούς όρους συναλλαγών. 5) Αλλάζει ριζικά ο τρόπος προληπτικού ελέγχου συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων από την Επιτροπή Ανταγωνισμού κατά τα πρότυπα του Κοινοτικού Δικαίου. Το νέο σύστημα διευκολύνει τις συνενώσεις μεταξύ επιχειρήσεων, διότι επιτρέπει την ολοκλήρωση της ελεγκτικής διαδικασίας σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ειδικότερα, εισάγεται σύστημα ελέγχου των γνωστοποιούμενων σύμφωνα με το άρθρο 4β συγκεντρώσεων σε δύο φάσεις, το οποίο επιτρέπει αφενός μεν οι μη προβληματικές συγκεντρώσεις να εγκρίνονται εντός ενός μηνός από την προσήκουσα γνωστοποίησή τους, αφετέρου δε να εισάγονται σε δεύτερη φάση ελέγχου μόνον οι συγκεντρώσεις που εγείρουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητά τους να περιορίσουν σημαντικά τον ανταγωνισμό. Επίσης μετά την παρέλευση 90 ημερών από την προσήκουσα γνωστοποίηση, χωρίς την έκδοση απόφασης από την ΕΑ, αίρεται η απαγόρευση της πρόωρης πραγματοποίησης συγκέντρωσης σύμφωνα με το άρθρο 4ε παρ. 1, τα μέρη δηλαδή μπορούν να προχωρήσουν στην πραγματοποίηση της συγκέντρωσης, χωρίς ωστόσο η ΕΑ να χάνει τη δυνατότητα απαγόρευσής της εκ των υστέρων. 6) Εισάγεται δικονομική ρύθμιση προκαταβολής του 20% των αναλογούντων προστίμων και χρηματικών ποινών ώστε να αποφεύγεται η άσκηση αδικαιολόγητων ή καταχρηστικών ενδίκων μέσων. 7) Τέλος, με το άρθρο 16 παρ. 3 του Σχεδίου Νόμου παρέχεται στην Επιτροπή Ανταγωνισμού η νομοθετική εξουσιοδότηση για τη ρύθμιση προγράμματος επιείκειας κατά τα πρότυπα του Κοινοτικού Δικαίου. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή Ανταγωνισμού θα δύναται να καθορίζει με απόφασή της τους ειδικότερους όρους, τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία απαλλαγής από τα πρόστιμα ή μείωσης των προστίμων που προβλέπονται σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 του παρόντος νόμου για τις επιχειρήσεις που συμβάλλουν στην αποκάλυψη ή τη διερεύνηση παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 του παρόντος νόμου ή/και του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ. 8) Επίσης σημαντική καινοτομία αποτελούν οι διατάξεις περί επιεικείας που εισάγονται. Αυτές οι διατάξεις αποτελούν το μόνο ουσιαστικά όπλο για την καταπολέμηση των συμπράξεων που συνιστούν το πιο επιζήμιο για την ελεύθερη αγορά περιορισμό του ανταγωνισμού. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι και ο αρμόδιος διευθυντής της ΕΕ έσπευσε να συγχαρεί την ηγεσία του υπουργείου για αυτή την πρωτοβουλία την οποία άλλωστε έχουν υιοθετήσει 17 από τα 25 κράτη μέλη της ΕΕ. Επίσης θα ήθελα να αναφερθώ και σε ορισμένα σχόλια που διατυπώθηκαν επί του νομοσχεδίου. Καταρχήν για την σύνθεση της επιτροπής έχει διατυπωθεί η άποψη (από τη ΓΣΕΕ αλλά και η ΟΚΕ ) ότι θα έπρεπε να ορίζεται ο πρόεδρος της από την Διάσκεψη των Προέδρων και όχι από τον εκάστοτε υπουργό Ανάπτυξης. Αυτό δεν μπορεί να γίνει. Η επιτροπή Ανταγωνισμού δεν είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη όπως η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, ο Συνήγορος του Πολίτη, το ΑΣΕΠ και το ΕΣΡ. Όπως δε έχει αποφανθεί το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής επ’ ευκαιρία της συζήτησης για τον Συνήγορο του Καταναλωτή (μια άλλη ανεξάρτητη διοικητική αρχή που θεσμοθετήθηκε πρόσφατα) είναι αντισυνταγματική η θέσπιση των κριτηρίων που ισχύουν για τις συνταγματοποιημένες ανεξάρτητες αρχές σε οποιαδήποτε άλλη. Συνεπώς όσα ακούστηκαν περί εξάρτησης και αφερεγγυότητας δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα γιατί σε αυτήν την περίπτωση η ηγεσία του Υπουργείου ανάπτυξης όχι μόνο τηρεί πιστά το γράμμα του νόμου, αλλά για την τοποθέτηση του Προέδρου της επιτροπής ζητά και την γνώμη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής Επίσης υπάρχει το αίτημα της ΓΣΕΕ για συμμετοχή τριών εκπροσώπων της στην Αρχή. Αυτή η εκπροσώπηση δεν είναι δυνατόν να υπάρξει. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού κατέχει ειδικές δικαστικές εξουσίες και δεν είναι δυνατόν να μετατραπεί σε πεδίο αντεγκλήσεων εργοδοτών και εργαζομένων. Αντίθετα η συμμετοχή της ΓΣΕΕ αλλά και των άλλων κοινωνικών εταίρων καλύπτεται από την συμμετοχή της ΟΚΕ που είναι και ο βασικός σύμβουλος του κράτους στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Τέλος θα ήθελα να συγχαρώ την ηγεσία του υπουργείου Ανάπτυξης καθώς και τους επιτελείς του για την νομοτεχνική αρτιότητα του σχεδίου νόμου. Είναι σημαντικό βήμα για τον πολιτικό και νομοθετικό μας πολιτισμός τέτοιου είδους σοβαρά νομοθετήματα να διακρίνονται για την αρτιότητα τους που δεν θα επιφέρει προβλήματα στην εφαρμογή τους.