ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, λυπάμαι που θα ξεκινήσω έτσι κι αυτό δεν είναι μομφή ιδιαίτερα προς το δικό σας πρόσωπο, το οποίο και εκτιμώ και σέβομαι απεριόριστα, αλλά έχει σχέση με τον τρόπο με τον οποίο έχει διενεργηθεί αυτή η συζήτηση. Έχει σχέση με το ρόλο που επιφυλάσσει ο Κανονισμός της Βουλής στο Βουλευτή. Με συγχωρείτε, κύριε Πρόεδρε, αλλά εγώ ντρέπομαι. Είμαι γραμμένος από χθες να μιλήσω για το νομοσχέδιο κι έρχομαι μετά από τέσσερις ώρες που έχει ξεκινήσει η σημερινή συνεδρίαση για να λάβω τελικά το λόγο. Αυτό σημαίνει ότι κανένας δε σέβεται ούτε το πρόγραμμά μου, ούτε τις υποχρεώσεις που ενδεχομένως ο καθένας μας αναλαμβάνει. Πιστεύω ότι θα πρέπει να γίνει μία βαθιά συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίον οργανώνουμε τις συζητήσεις μας. Δεν μπορεί να υπάρχει αυτή η απεριόριστη μανία των Υπουργών να μιλάνε για το οτιδήποτε, δεν μπορεί να χαριζουμε το χρόνο σε κανέναν γιατί ο χρόνος δεν ανήκει ούτε στους εισηγητές, ούτε στους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους. Είναι χρόνος όλων των συναδέλφων, γι’ αυτό οφείλουμε να τηρούμε τους χρόνους μας. Οφείλουμε και κάτι άλλο, κύριε Πρόεδρε, οφείλουμε μετά από πενήντα χρόνια… ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Ιωάννης Τραγάκης): Έχετε απόλυτο δίκιο και πρώτος εγώ εντόπισα το θέμα για το σεβασμό προς τους συναδέλφους που είναι εγγεγραμμένοι. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Το ξέρω, γι’ αυτό σας είπα ότι εσείς κάνετε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη δουλειά σας και ασκείτε τα καθήκοντά σας με τρόπο ώστε να είστε αναγνωρισμένος απ’ όλες τις πτέρυγες του Κοινοβουλίου και να χαιρόμαστε όταν διευθύνετε τη συζήτηση. Όμως, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ότι μετά από πενήντα χρόνια στο Συμβούλιο της Ευρώπης και μετά από περίπου τριάντα χρόνια στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να μάθουμε κάτι για τον τρόπο με τον οποίο γίνονται οι συζητήσεις σε άλλα κοινοβουλευτικά σώματα και να μη δίνουμε την εικόνα ενός Κοινοβουλίου που παραμένει κολλημένο σε κάποιες λογικές συζητήσεων της δεκαετίας του 50 ή του 60. Αυτά σε ό,τι αφορά στη συζήτηση. Νομίζω ότι θα μας δοθεί η ευκαιρία -το ελπίζω- τουλάχιστον να ανοίξει μία σοβαρή συζήτηση γύρω από τον Κανονισμό και τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν. Σε ό,τι αφορά το νομοσχέδιο, νομίζω ότι έχουν ειπωθεί πολλά. Εγώ με τη σειρά μου θέλω να συγχαρώ την ηγεσία του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά και το σύνολο της Κυβέρνησης σχεδόν που προσυπογράφει το νομοσχέδιο για το θάρρος τους, την αποφασιστικότητά τους και πάνω απ’ όλα την ετοιμότητά τους να φέρουν επιτέλους αυτό το νομοσχέδιο που τόσο καιρό έχουμε προσπαθήσει πολλοί συνάδελφοι να πείσουμε τις διάφορες πολιτικές ηγεσίες να το κάνουν δεκτό. Είχε προετοιμαστεί από προηγούμενες ηγεσίες οι οποίες όμως ποτέ δεν το έφεραν προς συζήτηση στη Βουλή. Νομίζω ότι αξίζουν τα συγχαρητήριά μας και ότι αξίζουν τη στήριξή μας. Βλέπω ότι οι πτέρυγες της Βουλής -τουλάχιστον τα δύο μεγάλα κόμματα- δίνουν αμέριστα την υποστήριξή τους στο πλαίσιο αυτό και πολύ σωστά κάνουν. Δε θα μπω στα θετικά. Θα ήθελα να κάνω μόνο δύο παρατηρήσεις επειδή είμαι απ’ αυτούς που ασχολήθηκαν με το θέμα και ασχολήθηκα πριν ακόμα γίνω Βουλευτής με το πλαίσιο με το οποίο λειτουργεί ο καταδυτικός τουρισμός στη χώρα. Φοβάμαι ότι η απόλυτη απελευθέρωση με όλα τα μέσα κατάδυσης ενδεχομένως ανοίγει μία κερκόπορτα. Θα ήθελα, λοιπόν, στο άρθρο 11 -αν μπορούμε -να περιορίσουμε μόνο με τις αυτόνομες καταδυτικές συσκευές και να μη μπούμε στη λογική των ρομποτικών ή άλλων μέσων τα οποία μπορούν να επισκέπτονται το βυθό μας, διότι αυτό μπορεί να δημιουργήσει ή να οδηγήσει σε ορισμένες περιπτώσεις σε φαινόμενα άκρατης δημοσιοποίησης αρχαίων θησαυρών που βρίσκονται στο υποθαλάσσιο περιβάλλον. Το δεύτερο που θα ήθελα να επισημάνω αφορά το άρθρο 13. Και πιστεύω ότι για την χωροθέτηση των υποθαλάσσιων πάρκων είναι απαραίτητη και επιβάλλεται η σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Πολιτισμού. Δεν αρκεί το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας με το ΥΠΕΧΩΔΕ να χωροθετούν τα υποθαλάσσια πάρκα. Πριν από λίγο μίλησε ο αγαπητός και εκλεκτός συνάδελφος, ο κ. Αμπαζιώτης, για ένα πολύ δίκαιο και εύλογο αίτημα αλλά δεν νομίζω ότι κανένας σ’ αυτή την Αίθουσα θα ήθελε την απόφαση αυτή, για το άνοιγμα δηλαδή της Πύλου, να τη λάβει ο κατά τόπους λιμενάρχης, αλλά να συμμετέχει και να συναποφασίζει και η αρχαιολογική υπηρεσία που έχει την ευθύνη και μέχρι τώρα και με την παρουσία της με την ιστορία της, την υπερεκατοντάχρονη ιστορία της μας έχει αποδείξει ότι μπορεί να προασπίζει την πολιτιστική μας κληρονομιά. Έρχομαι στις τροπολογίες και στα θέματα που δεν αφορούν τον καταδυτικό τουρισμό. Και θα ήθελα να επισημάνω ορισμένα τα οποία θεωρώ θετικά ότι γίνονται. Απορώ γιατί σηκώνονται οι τόνοι για την ακτοπλοΐα ιδιαίτερα από ανθρώπους που μέχρι τώρα φαίνεται δεν έχουν καταλάβει πλήρως το εύρος και του προβλήματος και του θέματος αλλά και του νομοθετικού πλαισίου στο οποίο λειτουργούμε. Η επέκταση σε πενταετή, αντί για μονοετή, της συμβάσεως παραχώρησης είναι κάτι το οποίο στην πράξη φάνηκε ότι είναι πολύ λειτουργικό και είναι αναγκαίο για να προβούν ορισμένοι σε επενδύσεις σε καινούρια πλοία για να τα δρομολογήσουν σε μικρότερες γραμμές. Νομίζω ότι γίνεται απόλυτα δεκτό και από τον εμπνευστή του νόμου, τον παριστάμενο κ. Παπουτσή, η επέκταση μέχρι και πέντε χρόνια των συμβάσεων παραχώρησης. Το δεύτερο αφορά στις έκτακτες δρομολογήσεις. Εγώ προσωπικά έχω εκφραστεί σε όλους τους τόνους και πιστεύω ότι ο κρατικός παρεμβατισμός θα πρέπει να έχει ημερομηνία λήξεως στην ακτοπλοΐα. Και πιστεύω ότι θα πρέπει να αλλάξουμε το καθεστώς να προβούμε σε πιο γενναία απελευθέρωση και πιστεύω ότι ο τρόπος με τον οποίο σήμερα προασπιζόμαστε αυτόν τον νόμο δεν είναι αυτός που δίνει τη δυνατότητα για την ανάπτυξη του ελεύθερου ανταγωνισμού κάτι το οποίο άκουσα πάρα πολλές φορές να υπερασπίζεται ο Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας και ο Υπουργός Αιγαίου σε διάφορες ανακοινώσεις τους αλλά ακόμα δεν έχουμε δει -φαντάζομαι ότι η διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνεχίζεται- ένα σχέδιο συνολικής πρότασης. Πάντως οι έκτατες δρομολογήσεις είναι σωστό να γίνονται με φειδώ πάνω απ’ όλα. Είναι κρατική παρέμβαση σε ένα πλαίσιο ανταγωνισμού. Το αν θα γίνει η έκτακτη δρομολόγηση για δέκα μήνες ή για δυο μήνες δεν αφορά τόσο πολύ όσο αφορά στο ότι δεν θα πρέπει να γίνονται έκτακτες δρομολογήσεις. Γιατί αν μια αγορά είναι τόσο επικερδής ώστε να επιτρέπει έκτακτη δρομολόγηση τότε με την έκτακτη δρομολόγηση και μάλιστα τη δωδεκάμηνη ενδεχομένως αυτό που κάνουμε είναι ότι παρακάμπτουμε τις περιπτώσεις στις οποίες θα μπορούσε να υπάρχει ανταγωνισμός και τις βάζουμε και αυτές σε ένα καθεστώς ελέγχου. Σε ό,τι αφορά στην επιδότηση των εργοδοτικών εισφορών για την κρουαζιέρα νομίζω ότι είναι ένα πάρα πολύ σωστό μέτρο. Είναι ένα μέτρο το οποίο πολλές φορές είχαμε επισημάνει ότι θα έπρεπε να είχε ληφθεί από το 2001 όταν έγιναν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, όταν μειώθηκε το παγκόσμιο τουριστικό ρεύμα, όταν κατέρρευσαν ή άρχισαν να καταρρέουν οι ελληνικές εταιρείες κρουαζιέρας. Νομίζω ότι αυτό θα μπορούσε να επεκταθεί σε κάποιο βαθμό και στα χαμηλότερα πληρώματα για τα υπόλοιπα πλοία της ελληνικής σημαίας. Και αυτό για να μπορέσουμε να φέρουμε περισσότερα πλοία στην ελληνική σημαία. Σε μια εποχή άνθησης της ελληνικής πλοιοκτησίας συρρικνώνεται ο στόλος των υπό ελληνική σημαία πλοίων. Και αυτό σημαίνει ότι κάποιοι μετράνε αφενός το κόστος, αφετέρου βρίσκουν ότι υπάρχουν λιγότερα διαθέσιμα πληρώματα. Μέσα από την επιδότηση των εργοδοτικών εισφορών ιδιαίτερα για τα κατώτερα πληρώματα νομίζω ότι θα μπορέσουμε να λύσουμε ουσιαστικά το πρόβλημα της ανεργίας των ναυτικών. Σε ό,τι αφορά στους άνεργους ναυτικούς και την προτίμησή τους για πρόσληψη στους Οργανισμούς Λιμένος θα ήθελα να πω ότι στην συζήτηση στην Επιτροπή αναφερόμενος στο θέμα των τηλεγραφητών πίστευα ότι είχε γίνει πρόνοια για τους τηλεγραφητές στον ασφαλιστικό νόμο των ναυτικών επί Γιώργου Ανωμερίτη. Δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν είχε προβλεφθεί. Νομίζω ότι στην επόμενη νομοθετική πρωτοβουλία του ΥΕΝ θα πρέπει να βρούμε έναν τρόπο, τουλάχιστον γι’ αυτούς τους τελευταίους εναπομείναντες περίπου τριάντα επτά- ραδιοτηλεγραφητές, ώστε να τους δώσουμε το δικαίωμα να ολοκληρώσουν το χρόνο εργασίας τους και να πάρουν μία σύνταξη. Ενδεχομένως να είναι εξήντα και να μην είμαι σωστά πληροφορημένος. Τέλος, σε ό,τι αφορά την τροπολογία για τα πρόστιμα συμφωνώ απόλυτα και με το πνεύμα της και με την ουσία της. Βεβαίως, θα πρέπει να γίνουν συνυπόχρεοι αλληλέγγυα πλοιοκτήτης, εφοπλιστής, ναυλωτής, καπετάνιος, όλοι που βρίσκονται σε αυτή την αλυσίδα. Αυτό, όμως, το οποίο ενδεχομένως να δημιουργεί πρόβλημα -και σωστή είναι η αύξηση των προστίμων ώστε να φτάσουμε στα 500.000 ευρώ, γιατί είδαμε την αδυναμία του κράτους να αντιδράσει εκεί που θα έπρεπε και χτυπούσαμε τον καπετάνιο, ενώ θέλαμε να χτυπήσουμε τον εφοπλιστή- είναι το εξής: Μήπως τα 5.000 ευρώ κατώτατο όριο είναι πολλά; ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Γεώργιος Σούρλας): Κύριε Βαρβιτσιώτη, σας παρακαλώ ολοκληρώστε. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Μήπως για τον ψαρά τα 5.000 ευρώ είναι καταστροφή; Μήπως θα έπρεπε να διατηρήσουμε το κατώτερο, που είναι σήμερα τα 293 ευρώ, το οποίο να κάνουμε 300 ευρώ και να φτάσουμε στα 500.000 ευρώ για τα μεγάλα πλοία; Αυτά, κύριε Πρόεδρε. Με συγχωρείτε και ευχαριστώ για την ανοχή σας. (Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας)