Κύριε Πρόεδρε, το θέμα της πρόνοιας, δεν είναι ένα θέμα το οποίο είναι εκτός της κοινωνίας. Πρόνοια σε μία κοινωνία ευρωπαϊκού χαρακτήρα έτσι όπως τη φανταζόμαστε εμείς οι Έλληνες σημαίνει ένα θέμα ουσίας για τη συνοχή της ίδιας της κοινωνίας. Σήμερα αναμφίβολα ζούμε και φαινόμενα αποκλεισμού κοινωνικού, αλλά και προσωπικού σε μία κοινωνία που πολλές φορές δείχνει ένα ανάλγητο πρόσωπο και δεν ευαισθητοποιείται. Δίπλα μας συμβαίνουν τραγικές καταστάσεις και σπάνια ο κάθε πολίτης ευαισθητοποιείται μέσα από τη δική του προσφορά και μέσα από τη δική του συμμετοχή για να δώσει ανακούφιση, για να συνδράμει προστρέχοντας στο διπλανό του. ¶ρα, όσες ενέργειες και να κάνει το κράτος, όσες υποδομές και να δημιουργήσει, όσες λειτουργίες και να στηρίξει, αν η ίδια η κοινωνία δεν αντιδράσει, αν δεν αυτενεργήσει, ποτέ δεν θα μπορέσουμε να πούμε ότι έχουμε φθάσει σε έναν υψηλό και ικανοποιητικό βαθμό πρόνοιας και προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Νομίζω ότι αυτό το οποίο πρέπει εμείς, η ηγεσία του Υπουργείου και το σύνολο του πολιτικού κόσμου κάθε φορά να επισημαίνουμε μιλώντας για τα θέματα προνοίας, είναι το θέμα της καθημερινής προσπάθειας και της ατομικής ευθύνης. Αυτό δεν το λέω για να δικαιολογήσω ενδεχομένως κάποιες υστερήσεις, λάθη ή παραλείψεις στην πολιτική που ασκεί το Υπουργείο. Νομίζω ότι με την παρουσία του ο αρμόδιος Υφυπουργός όχι μόνο κάλυψε τα θέματα της επερώτησης, αλλά έδωσε ουσιαστικές και πειστικές απαντήσεις στα ζητήματα που ανέκυψαν και πάνω απ’ όλα ανέδειξε το ότι υπάρχει ένα «νομοθετικό αλαλούμ». Οι προηγούμενες κυβερνήσεις κατάφεραν ενώ είχαν τη διάθεση με το νόμο του 1998 να δημιουργήσουν ένα οριοθετημένο και σωστά δομημένο περιβάλλον πρόνοιας, με τις μετέπειτα υπουργικές αποφάσεις αλλά και με το νόμο του 2003 ανέτρεψαν αυτό το σκηνικό με αποτέλεσμα να έχουμε ένα προνοιακό περιβάλλον το οποίο λειτουργεί με πολλές ταχύτητες και σε διαφορετικά επίπεδα αντί να λειτουργεί ολοκληρωμένα και δομημένα σε α΄, β΄ και γ΄ βαθμό και ο κάθε βαθμός να έχει συγκεκριμένες αρμοδιότητες και συγκεκριμένη αποστολή. Βεβαίως διαφωνούμε με τη φιλοσοφία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. σε όλα τα θέματα κοινωνικής πολιτικής και καλά κάνουμε, διότι η φιλοσοφία σας ήταν να δώσετε ψίχουλα σε πάρα πολλούς χωρίς όμως να λύνετε προβλήματα. Εμείς θεωρούμε ότι θα πρέπει να δίνουμε και να προσφέρουμε ένα σοβαρό δείκτη προστασίας σ’ αυτούς που πραγματικά έχουν ανάγκη. Ο αρμόδιος Υφυπουργός κατέθεσε τη διεθνή ταξινόμηση της λειτουργικότητας της αναπηρίας και της υγείας, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας του Ο.Η.Ε.. Απ’ αυτήν τη ταξινόμηση φαίνεται πόσο υστερεί η χώρα μας. Εκατόν ενενήντα έξι ταμεία, πέντε συναρμόδια Υπουργεία, χαρακτηρίζουν ως αναπηρία διαφορετικά πράγματα και προστατεύουν πολίτες σε διαφορετικά επίπεδα. Ακόμη και σήμερα δεν έχουμε καταφέρει να ενσωματώσουμε στο εθνικό δίκαιο μία σωστή ταξινόμηση της αναπηρίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να είμαστε μία χώρα στην οποία υπάρχουν πάρα πολλοί ανάπηροι -πολύ περισσότεροι από το μέσο ευρωπαϊκό όρο- ακριβώς γιατί έχουν συνταξιοδοτικά οφέλη, ακριβώς γιατί πάρα πολλές από αυτές τις συντάξεις αναπηρίας και τα βοηθήματα αναπηρίας είναι «μαϊμού» -εντός εισαγωγικών- έχουν δοθεί παράνομα, έχουν δοθεί καταχρηστικά και ρουσφετολογικά. Από την άλλη, αυτοί που έχουν ανάγκη, δεν έχουν την αντίστοιχη προσφορά υπηρεσιών. Εμείς, λοιπόν, πιστεύουμε και στηρίζουμε μία πολιτική που λέει «δίνω σ’ αυτούς που έχουν πραγματικά ανάγκη και δίνω ποσά και υπηρεσίες, ικανές για τη στήριξή τους». Αυτή θα πρέπει να είναι η φιλοσοφία ενός κοινωνικού κράτους που επιδιώκει τη συνοχή, αντιμετωπίζει τα προβλήματα και έρχεται σ’ επαφή με τον πολίτη. Ας πάμε και στο έτερο θέμα που ετέθη, το οποίο νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό και είναι το θέμα του «εθελοντισμού». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εθελοντική προσφορά είτε είναι με τη μορφή της προσωπικής εργασίας είτε είναι μέσα από τη συμμετοχή σε οργανώσεις πρόνοιας ή εθελοντικές οργανώσεις ή ακόμα και με τη μορφή της δωρεάς, θα πρέπει να είναι μια αυτενέργεια της κοινωνίας, την οποία το κράτος θα πρέπει να ενισχύει. Και καλά κάνει το Υπουργείο Υγείας και ενισχύει όλες αυτές τις μη κυβερνητικές εθελοντικές οργανώσεις. Θα σας πω χαρακτηριστικά ότι ακόμα και στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο της Αθήνας, στο οποίο προσελήφθησαν πρόσφατα περίπου διακόσιοι πενήντα – τριακόσιοι καινούργιοι υπάλληλοι, στη μεγάλη τους πλειοψηφία προέρχονται απ’ αυτούς που επί σειρά ετών, μέσα από προγράμματα, προσέφεραν εθελοντική εργασία στους τροφίμους του Ψυχιατρείου. Και αυτό θα πρέπει να το βάλουμε μέσα στις διαδικασίες. Δεν μπορεί άνθρωποι που συμμετέχουν σ’ όλες αυτές τις διαδικασίες, να μην έχουν ένα πρόκριμα, τη στιγμή που γίνεται κάποια προκήρυξη για κάποιες θέσεις. ¶νθρωποι που έχουν προσφέρει επί σειρά ετών εθελοντικά τις υπηρεσίες τους να μην είναι αυτοί που θα προτείνονται ή θα προτιμώνται να μπουν και να προσφέρουν και επ’ αμοιβή τις υπηρεσίες τους μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής προστασίας. ¶λλωστε, κάτι αντίστοιχο γίνεται και στην Πυροσβεστική σήμερα, όπου οι Εθελοντές Πυροσβέστες μοριοδοτούνται έναντι των υπολοίπων, ακριβώς γιατί έχουν προσφέρει επί σειρά ετών τις υπηρεσίες τους και αξίζει να μπουν στο Πυροσβεστικό Σώμα. Υπάρχει, όμως, και μία άλλη παράμετρος. Υπάρχει το θέμα των δωρεών. Σήμερα, κύριε Πρόεδρε, ζούμε σε μία χώρα η οποία παραλογίζεται. Φορολογούμε τον οποιοδήποτε θέλει να δωρίσει με 20% φόρο δωρεάς και δεν απαλλάσσουμε του φόρου το όποιο περιεχόμενο δωρεάς. Δεν είναι τρελό; Δεν είναι τρελό ότι σήμερα δεν μπορεί να δωρίσει ένας δωρητής, δεν μπορεί να κάνει δωρεάν σκοπού σε ένα δημόσιο προνοιακό ή νοσηλευτικό ίδρυμα; Τις τελευταίες μέρες και με την ευκαιρία ενός τραγικού περιστατικού, βρέθηκα πολλές ώρες στον «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ» και είδα στην είσοδο αυτές τις πλάκες των ευεργετών και των δωρητών, ανθρώπων που ενδεχομένως δεν ήταν ούτε γνωστοί ούτε οικονομικοί παράγοντες της χώρας ούτε είχαν αφήσει κάποια ιδιαίτερη περιουσία. Αυτή όμως που είχαν, θεώρησαν σκόπιμο να τη δωρίσουν σ’ ένα μεγάλο νοσοκομείο. Και απορώ σήμερα, γιατί δεν δημιουργούμε τις προϋποθέσεις της δωρεάς σκοπού. Αν θέλει κάποιος αύριο το πρωί να δωρίσει έναν αξονικό τομογράφο, να δωρίσει για την ανακαίνιση ορισμένων κρεβατιών, να δωρίσει χρήματα για την σύσταση μιας Μονάδας Εντατικής Θεραπείας, δεν μπορεί να το κάνει. Και θα φορολογηθεί και δεν θα μπορεί να ελέγξει τη δωρεά του. Αυτά τα οποία πριν από λίγο ανέφερε ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και αφορούσαν τη δωρεάν της κ. Λάτση στο Ίδρυμα «ΜΗΤΕΡΑ». Δεν μπορεί να ελέγξει, λοιπόν, πού πάνε τα λεφτά του. Και όταν θα έρθει -γιατί μέσα στις προθέσεις της Κυβέρνησης είναι ακριβώς να αλλάξει αυτό το καθεστώς που διέπει τις δωρεές- αυτή η ρύθμιση, περιμένω πραγματικά από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. μία γενναία στάση και όχι μία στάση που θα παραπέμπει στη δεκαετία του ’80. Το δεύτερο θέμα που θα ήθελα να θίξω σε σχέση με όλα αυτά που αναπτύχθηκαν, και ιδιαίτερα από τον κύριο Υπουργό, έχουν σχέση με την αξιοποίηση της περιουσίας των προνοιακών ιδρυμάτων. Δεύτερο περιστατικό παραλογισμού! Το Π.Ι.Κ.Π.Α. βρίσκεται στη Βούλα. Είναι μία τεράστια έκταση, μία χερσόνησος περίπου εκατόν ογδόντα στρεμμάτων με παλιές και εγκαταλελειμμένες εγκαταστάσεις και φιλοξενεί παιδιά. Δεν είναι τρελό, μία παραθαλάσσια έκταση τεράστιας οικονομικής σημασίας να μένει παραμελημένη, αντί να αξιοποιείται, ώστε να φτιαχτεί ένα σωστό κέντρο αποκατάστασης για τα παιδιά; Θα μπορούσε η αξιοποίηση και μόνο αυτού του ακινήτου, όχι να χρηματοδοτήσει μόνο το Π.Ι.Κ.Π.Α. και να φτιάξει ένα, ίσως και το καλύτερο, νοσοκομείο αποκατάστασης παίδων στην Ευρώπη, αλλά να χρηματοδοτήσει ένα τεράστιο κομμάτι του προνοιακού προϋπολογισμού; Στη δεκαετία του ‘80 -θυμάμαι από δημοσιεύματα τουλάχιστον- επί Υπουργίας της κυρίας Κυπριωτάκη, είχε έρθει τότε στην αναζήτηση για χώρο κατασκευής θεματικού πάρκου η «DISNEY» και ήθελε να κάνει τη «EURODISNEY» ακριβώς σ’ αυτό το χώρο και ζητούσε τις προϋποθέσεις. Και εμείς, αντί να κάνουμε «EURODISNEY» και από τα έσοδα αυτής της αξιοποίησης να έχουμε φτιάξει ένα σύγχρονο κέντρο, εμείς διατηρήσαμε ένα Π.Ι.Κ.Π.Α. με εγκαταστάσεις της δεκαετίας του ‘50 και του ‘60. Νομίζω ότι αυτές οι ιστορίες του καθημερινού παραλογισμού της χώρας θα πρέπει να τελειώνουν σιγά-σιγά. Και αυτό που βλέπω, τουλάχιστον σ’ αυτή τη διακυβέρνηση, δεν είναι μόνο η αλλαγή των ονομάτων -που άλλωστε αποτελεί παπανδρεϊκή καταβολή, όπως μας ανέπτυξε ο κ. Καστανίδης πριν από λίγο, διότι θυμόμαστε τον Ανδρέα Παπανδρέου, την αναδόμηση, τον ανασχηματισμό που έκανε αναδόμηση, τις πανελλήνιες που έκανε πανελλαδικές, κ.ο.κ., βαπτίζοντας εκ νέου πράγματα, πρόσωπα και καταστάσεις- αλλά αυτό που κάνει είναι να συμμαζεύει. Γι’ αυτό, λοιπόν, είμαι της απόψεως ότι η επανίδρυση του κράτους, την οποία και επαγγελθήκαμε στο χώρο της πρόνοιας, θα πρέπει να είναι μία διαδικασία συνέχειας στις σωστές βάσεις και όχι συνέχειας ενός παραλογισμού που επί σειρά ετών έχει ταλαιπωρήσει και τη χώρα, αλλά πάνω απ’ όλα τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε. (Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας)