ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αναμφίβολα στη συζήτηση η οποία αναπτύχθηκε για το πώς μετράμε την ανεργία ή όχι, νομίζω ότι απάντηση έχει δώσει ήδη ο Υπουργός και στον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και στο Κομμουνιστικό Κόμμα. ¶λλωστε υπάρχει ανοιχτή πρόσκληση και πρόκληση για να παρακολουθήσουν Βουλευτές ή εκπρόσωποι των κομμάτων τον τρόπο με τον οποίο καταγράφεται η ανεργία, τα στοιχεία που αποτυπώνονται και τον τρόπο με τον οποίο αυτά παρουσιάζονται. Η πρόταση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας μας έδωσε την ευκαιρία να ανοίξουμε αυτή τη συζήτηση -και γι’ αυτό νομίζω ότι οφείλουμε να ευχαριστήσουμε το Κομμουνιστικό Κόμμα γι’ αυτή του την πρωτοβουλία- αλλά και η αιτιολογική έκθεση που θέτει ιδεολογικά ζητήματα, νομίζω ότι βάζουν επί τάπητος τα μοντέλα τα οποία η κάθε παράταξη προτείνει, υπηρετεί και μέσα από την ιστορική της διαδρομή έχει στηρίξει. Βεβαίως το Κομμουνιστικό Κόμμα λέει ότι θα πρέπει να ενισχυθεί αυτός ο αγώνας κατά της ανεργίας μέσα από την υπερφολόγηση των επιχειρήσεων και να δοθούν αυτές οι παροχές προς τους ανέργους. Υποστηρίζει ένα μοντέλο βασισμένο στην πρόωρη συνταξιοδότηση, την αύξηση του επιδόματος ανεργίας, την επιμήκυνση παροχής του επιδόματος ανεργίας κ.ο.κ. Αυτό το μοντέλο και ιδεολογικά και αναπτυξιακά και πολιτικά μας βρίσκει παντελώς αντίθετους. Εμείς πιστεύουμε ότι μέσα από την κινητροδότηση της δημιουργίας των νέων επιχειρήσεων, μέσα από τη μείωση των φορολογικών συντελεστών και προς τις επιχειρήσεις και προς τους ιδιώτες θα μπορέσουμε να καταφέρουμε ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, κάτι το οποίο δεν κάναμε όλα τα προηγούμενα χρόνια. Βέβαια μέσα στην πρόταση του Κ.Κ.Ε. υπάρχει και η γνωστή επωδός για την κομμουνιστική θεωρία ότι το κυνήγι του καπιταλιστικού κέρδους και η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο δημιουργούν αυτές τις συνθήκες οι οποίες οδηγούν και στην αύξηση της ανεργίας, όσο και αν ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος κ. Κολοζώφ προσπάθησε να μας πει ότι στις καπιταλιστικές κυβερνήσεις τελικά δεν είναι τόσο κακές όσο παρουσιάζονται στην αιτιολογική έκθεση, αλλά προσπαθούν να πολεμήσουν για άλλους λόγους την ανεργία και να την κρατούν σε ένα υψηλό μεν αριθμό, αλλά όχι σε έναν εκρηκτικό δείκτη. Θα σας έλεγα ότι οι δύο χώρες που έχουν καταφέρει να έχουν πολύ χαμηλή ανεργία στον πλανήτη σήμερα, από τον δυτικό κόσμο τουλάχιστον είναι το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες κυμαίνεται η ανεργία γύρω στο 3,5% με 4%, που είναι και ο ανελαστικός δείκτης της ανεργίας... ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΚΛΑΜΑΝΗΣ: Αυτές είναι του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στις Ηνωμένες Πολιτείες οι αποδοχές είναι κατώτερες από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τα κέρδη των επιχειρήσεων περισσότερα από ό,τι στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Όπως αντίστοιχα ένα άλλο μοντέλο που εφαρμόστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο έφερε σήμερα την Αγγλία να έχει τη μικρότερη ανεργία από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και βεβαίως με αμοιβές -γιατί εδώ συζητάμε για διαφορετικό και νόμισμα ακόμα- που υπερβαίνουν το μέσο ευρωπαϊκό όρο σημαντικά. Αυτό συμβαίνει στο εξωτερικό. Τι συμβαίνει στο εσωτερικό. Έχουμε ένα μοντέλο το οποίο περιέγραψε πολύ γλαφυρά και πολύ ουσιαστικά το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας πριν από λίγο. Υπάρχει και το μοντέλο το οποίο εφαρμόστηκε τα τελευταία είκοσι χρόνια, το οποίο αφορούσε την καταπολέμηση της ανεργίας μέσα από αθρόες προσλήψεις στο δημόσιο. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. παρέλαβε ένα δημόσιο τομέα -ευρύτερο και στενό- που είχε γύρω στους τριακόσιους πενήντα χιλιάδες εργαζόμενους και παρέδωσε ένα δημόσιο τομέα -ευρύτερο και στενό- με άνω του ενός εκατομμυρίου εργαζόμενους είτε μέσα από τις κρατικοποιήσεις επιχειρήσεων ή μέσα από τη διεύρυνση και το «ξεχείλωμα» πάρα πολλές φορές των προσλήψεων. Ακούμε για «γαλάζια παιδιά», αλλά γι’ αυτές τις επτακόσιες χιλιάδες που διορίστηκαν αυτά τα είκοσι χρόνια -και πόσοι απ’ αυτούς συνταξιοδοτήθηκαν πρόωρα- δεν έχει απολογηθεί κανένας! Έφτιαξαν, λοιπόν, ένα μοντέλο το οποίο βασιζόταν στους «πατρικίους», οι οποίοι διορίζονταν στο δημόσιο, έμπαιναν στις δημόσιες επιχειρήσεις, είχαν μονιμότητα, είχαν υψηλούς μισθούς, υψηλές υπερωρίες και από την άλλη, ένα μοντέλο ανάπτυξης της χώρας με τους αναπτυξιακούς και φορολογικούς νόμους, το οποίο έλεγε ότι ενισχύουμε την ίδρυση επιχειρήσεων εντάσεως εργατικού δυναμικού. Τι σημαίνει αυτό; Όταν όλοι οι προηγούμενοι αναπτυξιακοί νόμοι έλεγαν ότι για να υπαχθείς σ’ αυτόν, χρειάζεται να δημιουργείς πολλές θέσεις εργασίες και δεν ενδιέφερε τον νομοθέτη και την τότε κυβέρνηση και την τότε φιλοσοφία πόση θα είναι η ένταση του επενδυόμενου κεφαλαίου, αυτό δημιουργούσε την εξής στρέβλωση. Δημιουργούσε θέσεις εργασίες οι οποίες ήταν εύκολα «μεταναστεύσιμες». Ήταν θέσεις κοπτοραπτριών στη Βόρεια Ελλάδα -στα γνωστά «φασονατζίδικα»- ήταν θέσεις σε κλάδους της οικονομίας που δεν απαιτούσαν υψηλή εξειδίκευση, γιατί ακριβώς το μέγεθος της επένδυσης που γινόταν ήταν χαμηλό. Αυτή ήταν όλη η προηγούμενη πολιτική και για είκοσι χρόνια δημιουργήσαμε ένα μοντέλο ανάπτυξης που όντως δημιουργούσε υψηλούς δείκτες ανεργίας ή υψηλούς δείκτες απασχόλησης, ανάλογα με το πώς έπαιζαν τα «κουμπάκια» του συστήματος στους ανθρώπους με χαμηλή εξειδίκευση. Σήμερα, σταδιακά και με τον αναπτυξιακό νόμο και με τους φορολογικούς νόμους, προσπαθούμε να ενισχύσουμε το εντελώς αντίθετο. Προσπαθούμε να βάλουμε τις βάσεις για μια οικονομία στην οποία γίνονται σοβαρές και ουσιαστικές επενδύσεις, γιατί οι σοβαρές και ουσιαστικές επενδύσεις που έχουν υψηλό κόστος κεφαλαίου ανά θέση εργασίας, είναι αυτές οι οποίες δεν «μεταναστεύουν» εύκολα. Είναι αυτές οι οποίες δημιουργούν υπερβάλλον πλούτο. Είναι αυτές οι οποίες δεν γίνονται από τους επιχειρηματίες της «αρπαχτής». Δεν γίνονται από τους εφήμερους, αλλά έχουν μονιμότητα, βάση και προοπτική. Και θα σας πω χαρακτηριστικά, επειδή αμφισβητήθηκαν όλα τα στοιχεία για την ανάπτυξη της χώρας και για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το οικονομικό μας σύστημα, ότι το 2006 η ελληνική οικονομία έχει εισπράξει μια διεθνή ψήφο εμπιστοσύνης, πρωτόγνωρη για την τελευταία εικοσαετία. Έγιναν υψηλότατες επενδύσεις στη χώρα μέσα από εξαγορά ελληνικών επιχειρήσεων, επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στη χώρα. Η ΤΙΜ HELLAS έναντι περίπου 1 δισεκατομμυρίου ευρώ, η HYATT περίπου στα 600 εκατομμύρια ευρώ, η Q-TELECOM στα 350 εκατομμύρια ευρώ και βεβαίως, η τελευταία μεγάλη αποκρατικοποίηση της Εμπορικής Τράπεζας με 3, 5 δισεκατομμύρια ευρώ. Και ανέφερα ορισμένα τα οποία είδαν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Δεν αναφέρω όλες τις επενδύσεις που έχουν γίνει στη χώρα. Αυτός είναι δείκτης ψήφου εμπιστοσύνης προς την ελληνική οικονομία από το διεθνές οικονομικό σύστημα. Αυτό δείχνει ότι η χώρα μπορεί να γίνει και ελκυστική για ξένες επενδύσεις. Δείχνει ότι η χώρα έχει τη δυνατότητα να μην έχει το μίζερο αποτέλεσμα να αυτοτροφοδοτεί την ανάπτυξή της, όπως παρέδωσε τελικά το ΠΑ.ΣΟ.Κ. την κυβέρνηση με ξένες επενδύσεις που ανερχόντουσαν στα 50 εκατομμύρια ευρώ, αλλά να εισρεύσουν στη χώρα κεφάλαια, να εισρεύσει χρήμα, να μπουν οι βάσεις σε μεγάλες επιχειρήσεις οι οποίες και προσφέρουν εργασία, αλλά δημιουργούν ποικιλότροπα ανάπτυξη. Το δεύτερο το οποίο προσπαθεί αυτή η Κυβέρνηση είναι να αλλάξει το εκπαιδευτικό σύστημα, γιατί αυτό το οποίο βλέπουμε είναι ότι η ανεργία -αν πάρουμε τα δημογραφικά και εκπαιδευτικά της στοιχεία- τελικά μαστίζει ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων, γιατί ο διδακτορικός τίτλος ή η τριτοβάθμια εκπαίδευση -τα πτυχία αυτά- βρίσκονται σημαντικά κάτω του μέσου όρου της ανεργίας ως ποσοστό συμμετοχής. Υπάρχει, όμως, ένα θέμα με την ανώτερη τεχνολογική επαγγελματική εκπαίδευση. Το ότι είκοσι χρόνια εγκαταλείψαμε τα ΤΕΙ και τα ανωτατοποιήσαμε χωρίς να τα αναβαθμίσουμε, το ότι δώσαμε όλες αυτές τις ευκαιρίες να μπαίνουν οι μαθητές με το «τρία» και το «τέσσερα» και τελικά να μην παράγεται υψηλού επιπέδου πτυχίο έχει οδηγήσει στο πτυχίο της ανώτερης, τεχνολογικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης το ποσοστό ανεργίας το 2006 και σε άντρες και σε γυναίκες να είναι κατά μέσο όρο 12,2%, πολύ σημαντικά υψηλότερο του μέσου όρου. Απέναντι στην προσπάθειά μας να φτιάξουμε το εκπαιδευτικό σύστημα όχι μόνο βλέπουμε την αλλοπρόσαλλη επίθεση και αντιφατική πολιτική από το ΠΑ.ΣΟ.Κ., οι οποίοι από τη μια μας λένε «Ναι στην ποιότητα, αλλά ναι και στην ποσότητα», δηλαδή κάποια περίεργα συνθετικά σχήματα, αλλά βλέπουμε εκπαιδευτική πολιτική σήμερα, όπως χαρακτηριστικά γράφει αρθρογράφος του ΒΗΜΑΤΟΣ στην τελευταία σελίδα, να θέλει να κάνουν οι σουβλατζήδες και οι ιδιοκτήτες μπαρ της περιφέρειας. Νομίζω ότι η εκπαιδευτική πολιτική, όσο σεβαστά και αν είναι όλα τα επαγγέλματα όσο σεβαστή και αν είναι η αγωνία του κάθε επαγγελματία της περιφέρειας, δεν μπορεί να γίνει μόνο με αυτούς τους όρους. Εκπαιδευτική πολιτική πρώτα απ’ όλα πρέπει να γίνει με τους όρους που θέλει ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο θα δίνει δεξιότητες και δυνατότητες στους νέους ανθρώπους να κατακτήσουν και γνώση, αλλά και θέσεις εργασίας στο μέλλον. Και δεν μπορεί να γίνει μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση υπό την πίεση ανθρώπων στην περιφέρεια που έμαθαν να ζουν από ένα εύκολο φοιτητικό χρήμα. Υπάρχει, όμως, και ένα μοντέλο ανάπτυξης που ξεδιπλώνεται πολύ διαφορετικό από το παρελθόν. Τα τελευταία δυο χρόνια είδαμε αύξηση των εξαγωγών κατά 17%-18% περίπου. Είναι τυχαία; Όχι. Είναι αποτέλεσμα μιας πολιτικής ενίσχυσης των επιχειρήσεων, αλλά και μιας κυβερνητικής οικονομικής διπλωματίας για το άνοιγμα νέων αγορών. Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν το σύνολο του Υπουργικού Συμβουλίου έχει ταξιδέψει σε όλες τις αναδυόμενες αγορές με συνοδεία επιχειρηματιών του κλάδου, ακριβώς για να προωθήσει τις εξαγωγές. Και δεν είναι τυχαίο ότι η αύξηση των εξαγωγών μας δεν είναι βασισμένη στο αγροτικό, αν θέλετε, εισόδημα. Δεν είχε αυξηθεί, επειδή αυξήθηκαν οι διεθνείς τιμές του λαδιού. Πρωταθλητής στις εξαγωγές είναι τα χημικά προϊόντα, τα οποία σήμερα πουλιούνται στις αγορές της Μέσης Ανατολής και της Νοτιοανατολικής Ασίας. Εμείς πιστεύουμε, λοιπόν, στην ενίσχυση της ιδιωτικής οικονομίας, στην ενίσχυση της ανάπτυξης των επιχειρήσεων, στην διεύρυνση των οριζόντων των ελληνικών επιχειρήσεων. Πιστεύουμε ότι θα πρέπει το μοντέλο ανάπτυξής μας να βασίζεται στις υπηρεσίες, στον τουρισμό, στην ενίσχυση της ήδη υπάρχουσας εξειδικευμένης βιομηχανίας, όπου υπάρχει, και στην εξειδικευμένη γνώση που θα παράγεται στο εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό είναι το μοντέλο ανάπτυξης. Αυτό προτείνουμε. Αυτό εφαρμόζουμε. Αυτό επικροτεί ο ελληνικός λαός. Αυτό είναι που χρειάζεται σήμερα μια σύγχρονη ελληνική οικονομία. Θα ήθελα, κλείνοντας, κύριε Υπουργέ, να πω ότι κατατέθηκε μια πρόταση από το συνάδελφο κ. Δαϊλάκη σε ό,τι αφορά την αλλαγή του τρόπου με τον οποίο το Α.Σ.Ε.Π. επιλέγει τους υποψήφιους για διορισμό στο δημόσιο. Είναι σίγουρο ότι κάθε νέο παιδί -το αντιμετωπίζουμε όλοι, ερχόμενοι σε επαφή με τους νέους ανθρώπους και με τις οικογένειες τους- έχει μια φιλοδοξία: Εξασφάλιση σταθερής θέσης εργασίας στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Είναι μια στρεβλή αντίληψη η οποία δεν οδηγεί πουθενά. Αναπαράγει την παθογένεια του πολιτικού συστήματος και δημιουργεί συνεχώς αναπαραγόμενη φαυλότητα και στους ψηφοφόρους αλλά και στο ίδιο το πολιτικό σύστημα. Το να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο το Α.Σ.Ε.Π. επιλέγει τους ανθρώπους που θα εργαστούν στον στενό ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, βάζοντας κριτήρια ενδεχομένως και της προηγούμενης εμπειρίας στον ιδιωτικό τομέα, νομίζω ότι είναι κάτι πολύ ουσιαστικό. Θα πρέπει να βρούμε και πέρα από τη συνέντευξη και άλλους τρόπους και άλλες μεθόδους, ώστε να πηγαίνουν οι καλύτεροι εκεί που πρέπει.