Η Ομιλία στην Αρμόδια Επιτροπή της Βουλής για την αναθεώρηση του ¶ρθρου 16 ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όταν η Νέα Δημοκρατία ξεκίνησε τη διαδικασία Αναθεώρησης του Συντάγματος απευθύνθηκε προς όλη την ελληνική κοινωνία και με τον πιο ανοικτό και διαφανή τρόπο ζήτησε από όλους να καταθέσουν τις προτάσεις τους, προτάσεις τις οποίες έλαβε υπόψη στη διαμόρφωση του τελικού κειμένου. Προτάσεις ακόμα και σήμερα όχι μόνο κάνουμε δεκτές από το σύνολο της κοινωνίας, αλλά νομίζω ότι όλοι μαζί συνδιαμορφώνουμε το κείμενο σε ένα διαρκή διάλογο με την κοινωνία, διότι η Αναθεώρηση του Συντάγματος δεν αποτελεί ούτε ατομική πράξη ούτε ατομική έμπνευση ούτε σε καμία περίπτωση αποτέλεσμα μίας και μόνο επιτροπής σε μία και μόνο Βουλή. ¶ρα, ο οποιοσδήποτε διάλογος δεν γίνεται μόνο σε αυτήν την Αίθουσα αποστεωμένα. Σε αυτήν την Αίθουσα έρχεται η κατάληξη ενός δημόσιου διαλόγου. Αισθάνομαι ιδιαίτερα ευτυχής ως ένας από τους φοιτητές που το 1992 υιοθετήσαμε για πρώτη φορά σε κομματικά βεβαίως χρηματοδοτούμενη και υποστηριζόμενη νεολαία την πρόταση για το άρθρο 16. Και συμφωνώ με τον κ. Πάγκαλο ότι είναι λάθος να υπάρχουν ακόμα και σήμερα αυτές οι κομματικές χρηματοδοτούμενες και υποστηριζόμενες νεολαίες, αλλά σε μία τέτοια νεολαία ήμασταν αυτοί που ζητήσαμε για πρώτη φορά, τότε, από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας την αλλαγή του άρθρου 16, την κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου, την κατάργηση του περιοριστικού όρου που θέτει σήμερα το άρθρο 16. Και είμαι υπερήφανος, γιατί μετά από τόσα χρόνια, μετά από δέκα πέντε χρόνια από όταν φοιτητές ζητήσαμε αυτήν την αλλαγή, αυτή η αλλαγή έρχεται ως πρόταση των δύο μεγάλων κομμάτων, της Κυβέρνησης και της Αντιπολίτευσης, και θα γίνει δεκτή –προκαταλαμβάνω το αποτέλεσμα τουλάχιστον των μελών της Επιτροπής έτσι όπως είδα να διαμορφώνεται η πλειοψηφία- στην πρώτη φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας. Τι ζητάμε και τι συζητάμε; Ζητάμε και συζητάμε την κατάργηση του δημόσιου πανεπιστημίου; Σε καμία περίπτωση. Αυτή η κινδυνολογία, η οποία αναπτύσσεται περί ενδεχόμενης κατάργησης του δημόσιου πανεπιστημίου δεν νομίζω ότι εμφιλοχωρεί ούτε σαν σκέψη ούτε σαν ιδέα στο μυαλό κανενός σε αυτήν την Αίθουσα και σίγουρα στο μυαλό κανενός από τη Νέα Δημοκρατία, η οποία εισήγαγε αυτήν την πρόταση και φιλοδόξει να την υλοποιήσει με την επόμενη Αναθεωρητική Βουλή. Αυτό, όμως, το οποίο ζητάμε, είναι να καταργηθεί κάτι το οποίο δεν υπάρχει σε καμία άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μία απαγόρευση ίδρυσης κάτω από όρους και προϋποθέσεις μη κρατικών πανεπιστημίων, μη δημόσια ελεγχόμενων, μη δημόσια χρηματοδοτούμενων. Δηλαδή εκεί που σε όλους τους τομείς ανακαλύπτουμε τα οφέλη της ελεύθερης οικονομικής και κοινωνικής δράσης θα πρέπει να καταπιέσουμε στο χώρο, στον οποίο αναπτύσσεται πολύ περισσότερο η σκέψη, την ίδρυση της οποιασδήποτε ελευθερίας μέσα από ένα στυγνό συνταγματικό πλαίσιο το οποίο επεβλήθη για άλλους ιστορικούς λόγους σε μία προηγούμενη περίοδο. Εγώ δεν νομίζω ότι τα δημόσια ιδρύματα κινδυνεύουν από τη λειτουργία των μη κρατικών πανεπιστημίων. Τα δημόσια ιδρύματα κινδυνεύουν από τον κακό τους εαυτό και την κακή τους λειτουργία. Εάν σήμερα έχουν καταστεί σε πολλές συνειδήσεις όχι παραγωγικά, εάν σε καμία διεθνή κατάταξη δεν βρίσκεται σήμερα κανένα ελληνικό δημόσιο ίδρυμα, δεν είναι γιατί λειτουργούν ή δεν λειτουργούν παράλληλα ιδιωτικά, αλλά γιατί τα ίδια δεν μπορούν να λειτουργήσουν σε ένα σύγχρονο πλαίσιο, όπως πολύ σωστά παρουσίασε και ο εισηγητής της μειοψηφίας, ο κ. Πάγκαλος, πριν από λίγο. Δεν θα ήθελα να αναφερθώ σε όλα αυτά τα οποία ειπώθηκαν περί ασύλου, περί καθηγητικής αυθεντίας ή οτιδήποτε άλλο. Το μόνο που θα ήθελα να πω από τις προσωπικές μου εμπειρίες, επειδή έχω τύχει ως φοιτητής και στο δημόσιο ελληνικό πανεπιστήμιο και σε κολέγιο στη χώρα μου, αλλά και σε ξένο πανεπιστήμιο, είναι ότι πρόκειται για πολύ διαφορετική εμπειρία. Είναι πολύ διαφορετική η εμπειρία του φοιτητή της Νομικής, του φοιτητή του Deere ή του φοιτητή του Χάρβαρντ. Είναι τρείς ξεχωριστές, διαφορετικές εμπειρίες και δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να γίνουν συγκρίσεις ευθέως ανάμεσα σε αυτά τα τρία ιδρύματα για έναν απλό λόγο: Διότι λειτουργούν με διαφορετική λογική και εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς. Απαντώντας σε όλους αυτούς τους φόβους, σε όλη αυτή την ανησυχία, σε όλη αυτή την άρνηση, σε όλη αυτή την ανασφάλεια, σε όλο αυτό τον προβληματισμό που σήμερα εκφράζει η κοινωνία -νομίζω ότι η σιωπηρά πλειοψηφία αναρωτιέται εσωτερικά, η οχλούσα και αντιδρούσα πλειοψηφία διαδηλώνει σήμερα στο Σύνταγμα- θα ήθελα να ξεκαθαρίσω και να δώσω ορισμένες απαντήσεις. Ποια είναι κατ’ αρχάς η πρόταση την οποία συζητάμε; Η πρόταση, την οποία με σαφήνεια έχουν εκφράσει και τα δύο κόμματα, είναι να δοθεί η δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Τι σημαίνει μη κρατικό; Σημαίνει ότι δεν θα ιδρύονται με υπουργική απόφαση, αλλά θα ιδρύονται κάτω από ορισμένους όρους και προϋποθέσεις μέσα από ένα νόμο πλαίσιο. Σήμερα στη χώρα μας τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα ιδρύονται απλά με μια υπουργική απόφαση και ο εκάστοτε Υπουργός, χωρίς όρους, χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς επάρκεια χρηματοδότησης, χωρίς επάρκεια υλικοτεχνικής υποδομής, ενδεχομένως για να ικανοποιήσει και την εκλογική του πελατεία στην οικεία εκλογική περιφέρεια, ιδρύει Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα το οποίο τελικά δεν πληρεί κανέναν από τους κανόνες τους οποίους φιλοδοξούμε να θέσουμε για την ίδρυση των μη κρατικών, δηλαδή επάρκεια προσωπικού ΔΕΠ, επάρκεια οικονομικών πόρων, επάρκεια υλικοτεχνικής υποδομής και βέβαια ένα πλαίσιο λειτουργίας το οποίο δεν θα είναι καταπιεστικό, αλλά θα είναι ένα πλαίσιο λειτουργίας ελέγχου. Δεύτερο ερώτημα: Θα είναι ακριβότερη, μετά από αυτή την εξέλιξη και μετά από αυτή την αλλαγή στο άρθρο 16, η εκπαίδευση στη χώρα; Μα η εκπαίδευση στη χώρα είναι ήδη πάρα πολύ ακριβή. Για να μπει σε ένα πανεπιστήμιο κάθε μελλοντικός φοιτητής πληρώνει αρκετές χιλιάδες ευρώ σε φροντιστήρια, επιβαρύνεται ο οικογενειακός προϋπολογισμός περίπου από 350 έως 600 ευρώ το minimum, το μήνα, ανά φοιτητή λυκείου ανά οικογένεια –και αυτό ισχύει σχεδόν στο σύνολο της επικράτειας- και βεβαίως είμαστε σαν χώρα πρωταθλητές στην εξαγωγή φοιτητών, αφού έχουμε περίπου εξήντα πέντε χιλιάδες ανθρώπους που ζουν και φοιτούν στο εξωτερικό, ποσοστό -όπως διάβαζα στο άρθρο του συναδέλφου κ. Παπαντωνίου- περίπου πεντέμισι χιλιάδων φοιτητών ανά εκατομμύριο κατοίκων –και είμαστε οι παγκόσμιοι πρωταθλητές- με αμέσως επόμενη τη Μαλαισία που εξάγει χίλιους επτακόσιους φοιτητές ανά εκατομμύριο κατοίκων. Η δε εξαγωγή κοστίζει το χρόνο, κατά μέσο όρο, περί τις 20.000 ευρώ ανά νοικοκυριό και ανά φοιτητή, με σκαμπανεβάσματα. Σε χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ –έτσι όπως λέμε- ενδεχομένως το κόστος είναι πολύ χαμηλότερο, σε χώρες της δύσεως να είναι πολύ ακριβότερο. ¶ρα η μετανάστευση και μόνο μας κοστίζει αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό το οποίο φιλοδοξούμε να συγκρατήσουμε εσωτερικά. Τέλος, όλα τα μη κρατικά, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα εκπαιδευτικά ιδρύματα, ακόμη και αυτά τα οποία λειτουργούν σήμερα με τη μορφή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα, όπως είναι το Κολέγιο Αθηνών, έχουν εκτεταμένα προγράμματα υποτροφιών. Και σήμερα πάρα πολλοί από τους αποφοίτους του Κολλεγίου Αθηνών δεν είναι άνθρωποι οι οποίοι πληρώνουν τα δίδακτρα στο Κολλέγιο, αντίθετα είναι παιδιά τα οποία είτε μπήκαν μέσα από ένα σύστημα εξετάσεων και δεν μπόρεσαν στη συνέχεια να καλύψουν οικονομικά τη συνέχεια της φοίτησης τους, πράγμα το οποίο καλύπτει το ίδιο το Ταμείο Υποτροφιών. ¶ρα, το οποιοσδήποτε διοικητικό συμβούλιο θέλει να δημιουργήσει ένα αξιόπιστο μη κρατικό, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα πανεπιστήμιο στη χώρα, θα προσελκύσει τους καλύτερους φοιτητές ακόμα και με το θέλγητρο της υποτροφίας, ενδεχομένως και με της ανταμοιβής σε είδος, όπως θα μπορούσε να ήταν η δωρεάν φιλοξενία σε οικείες εγκαταστάσεις κ.ο.κ. Τρίτο ερώτημα: Υπάρχουν κάποιοι οι οποίοι λένε ότι με την κατάργηση του άρθρου 16 θα καταργηθούν οι κανόνες λειτουργίας των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και θα δημιουργηθεί χάος. Μα, χάος ήδη υπάρχει στην αγορά με την παραπανεπιστημιούπολη της Πλατείας Κάνιγγος, με όλα αυτά τα αμφιβόλου ποιότητας ιδρύματα, τα οποία λειτουργούν χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς νόμο-πλαίσιο, χωρίς υλικοτεχνική υποδομή, χωρίς οικονομική βιωσιμότητα … Γι’ αυτό και είναι πολύ σημαντικό και πολύ σημαντική η πρόταση που έκανε σήμερα ο εισηγητής της Πλειοψηφίας, ο κ. Παναγιωτόπουλος, το κάθε ίδρυμα το οποίο θα ιδρύεται να ιδρύεται με ιδρυτικό νόμο, κάτι το οποίο θα προστατεύει και τα μέλη της επιστημονικής κοινότητας που θα λειτουργούν μέσα στο ίδρυμα, θα προστατεύει και τους φοιτητές, θα προστατεύει και το ίδιο το ίδρυμα από τις επιβολές της γραφειοκρατίας και της διοίκησης, διότι είναι γνωστό ότι κάθε Υπουργός, κάθε φορέας γραφειοκρατικής εξουσίας σε αυτήν τη χώρα θέλει να επεκτείνει τα όρια αυτής στο διηνεκές και μόνο ένας ιδρυτικός νόμος θα μπορεί να προστατεύσει τέτοιου είδους ιδρύματα. Έχει τεθεί το εξής ερώτημα: Περιμένουμε ευεργέτες για να σωθούμε; Δηλαδή θα έρθουν κάποιοι και θα μας ευεργετήσουν σε αυτήν τη χώρα σώνει και καλά; Μάλιστα, διάβαζα και άρθρο έγκριτου συναδέλφου, ο οποίος έλεγε για τη «φενάκη του Χάρβαρντ» ή για το Χάρβαρντ που ποτέ δεν θα έρθει σε αυτήν τη χώρα, κάτι σαν να περιμένουμε τους βαρβάρους κατά τον ποιητή. Εγώ θα σας πω ότι, αν δεν είχαμε ευεργέτες και αν δεν είχαμε αξιοποιήσει πριν από διακόσια χρόνια τις ευεργεσίες, σήμερα δεν θα είχαμε λειτουργία πανεπιστημίων έτσι όπως το φανταζόμαστε. Αν είχαμε απορρίψει τις ευεργεσίες, σύμφωνα με την κρατικίστικη λογική ότι το κράτος πρέπει να χρηματοδοτεί, θα έπρεπε να είχαμε απορρίψει τις ευεργεσίες πριν από διακόσια χρόνια ανθρώπων που συνέστησαν το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ή τα υπόλοιπα ανώτατα ιδρύματα στη χώρα. Και βέβαια, σήμερα λειτουργούν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ιδρύματα, όπως το Αρσάκειο, το Κολλέγιο Αθηνών ή το Ανατόλια στη Θεσσαλονίκη, που αποτελούν ιδρύματα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, τα οποία δημιουργήθηκαν από μεγάλες δωρεές ανθρώπων που συνέτειναν στη διαμόρφωση της σύγχρονης Ελλάδας και κατέχουν τις πρώτες θέσεις ανάμεσα στα εκπαιδευτήρια μέσης εκπαίδευσης, προσφέροντας υψηλής ποιότητας εκπαιδευτικές υπηρεσίες. Τέλος, θα σας έλεγα ότι σήμερα λειτουργούν στη χώρα μεταπτυχιακά προγράμματα, τα οποία βασίζονται σε υποτροφίες ή βασίζονται σε δωρεές, τα οποία είναι πάρα πολύ πετυχημένα. Για παράδειγμα το μεταπτυχιακό ALBA, το οποίο είχε συνδιαμορφώσει η ΑΣΟΕ, με τον ΣΕΒ, το χρηματοδοτεί το ΣΕΒ και βγάζει πρώτης τάξεως αποφοίτους. Ή το πρόγραμμα για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη που έχει διαμορφώσει το Kennedy school of Government του Πανεπιστημίου του Harvard σε συνεργασία με το ίδρυμα Κόκκαλη. Είναι πρωτοβουλίες που σήμερα λειτουργούν και φέρνουν αποτέλεσμα. Και βέβαια υπάρχει το κορυφαίο παράδειγμα του Deree College που λειτουργεί σε έξοχες εγκαταστάσεις στην Αγία Παρασκευή ιδιόκτητες, στο οποίο πληρώνουν πάρα πολλοί για να φοιτήσουν. Ως επί το πλείστον οι φοιτητές τους γίνονται δεκτοί από όλα τα μεταπτυχιακά προγράμματα των καλύτερων πανεπιστημίων του εξωτερικού. Και όμως το δίπλωμα του αποφοίτου αυτού του πανεπιστημίου δεν αναγνωρίζεται στη χώρα. Δεν είναι το όραμά μας να δημιουργήσουμε κάτι που δεν υπάρχει. Υπάρχει, λειτουργεί δίπλα μας, απλώς εμείς εθελοτυφλούμε. Και δεν αναγνωρίζουμε τις καλές προσπάθειες και τις καλές προσπάθειες τις εξομοιώνουμε, ακριβώς με την άρνησή μας στο να δούμε την πραγματικότητα, με όλα αυτά τα παραμάγαζα της πλατείας Κάνιγγος. Κύριε Πρόεδρε, δεν θα ήθελα να καταχραστώ περισσότερο το χρόνο και την ανοχή του Σώματος. Αυτό όμως το οποίο θα ήθελα κλείνοντας να πω, είναι ότι η δική μας φιλοσοφία, η δική μας αγωνία είναι να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον, στο οποίο το δημόσιο και το ιδιωτικό, το δημόσιο και το μη κρατικό, θα πηγαίνουν χέρι-χέρι, ανταγωνιζόμενα ευγενώς το ένα το άλλο και όχι προσπαθώντας το ένα να υποβαθμίσει το άλλο. Θέλουμε να δημιουργήσουμε ένα σύστημα εκπαίδευσης, στο οποίο θα υπάρχουν πολλές και διαφορετικές επιλογές. Ένα σύστημα εκπαίδευσης, στο οποίο δεν θα υπάρχουν άνθρωποι που θα αρνούνται την ελληνική πραγματικότητα, πράγμα το οποίο κάνουν σήμερα πάρα πολλοί Έλληνες μαθητές, οι οποίοι από τη Β΄ Λυκείου αποφασίζουν να ακολουθήσουν ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα. Πάνε στα ιδιωτικά σχολεία και αποφασίζουν να ακολουθήσουν το International Baccalaureate, το διεθνές απολυτήριο, το οποίο δεν είναι αναγνωριζόμενο στη χώρα, με αποτέλεσμα να μην είναι ούτε καν απόφοιτοι Λυκείου για την ελληνική έννομη πραγματικότητα, οι ίδιοι να αποφασίσουν να πάνε να εκπαιδευτούν και να μετεκπαιδευτούν σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Αποφασίζουν οι σπουδές τους να μην είναι αναγνωρίσιμες από το ελληνικό κράτος. Και όμως αυτά τα παιδιά και οι οικογένειές τους, έχουν απορρίψει από τα 15 τους το σύνολο της προοπτικής της ελληνικής εκπαιδευτικής κοινότητας και βέβαια της προοπτικής εξασφάλισης διαμέσου μίας μονιμότητας στο δημόσιο τομέα. Σε αυτήν την πραγματικότητα και σε αυτό το μέλλον απαντά η κατάργηση του περιορισμού της ίδρυσης μη κρατικού πανεπιστημίου που σήμερα προτείνει η πλειοψηφία και με χαρά βλέπουμε να δέχεται η μειοψηφία. Και πιστεύουμε ότι διαμορφώνοντας ένα ελεύθερο ανοικτό περιβάλλον ανώτατης εκπαίδευσης, αυτό το οποίο θα κάνουμε είναι να προσφέρουμε πολλές, περισσότερες ουσιαστικότερες επιλογές στο νέο Έλληνα, σε αυτόν στον οποίο οφείλουμε να επενδύσουμε για να βλέπουμε και τη χώρα να πηγαίνει μπροστά, αλλά πάνω απ’ όλα να δούμε αυτόν τον τόπο να ξεφύγει από δεσμά του παρελθόντος που τον κρατάνε φοβικά μη ικανό να αντιμετωπίσει προκλήσεις που άλλες χώρες που χθες ανοίχθηκαν στον κόσμο, κατάλαβαν ότι ήταν πολύ πιο σημαντικές. Ευχαριστώ πάρα πολύ. (Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας) Έκτη ενότητα Επεξεργασία των άρθρων 101, 102, 103 και 104 ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ξεκινώντας από την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για ενσωμάτωση στο κείμενο του Συντάγματος στο άρθρο 101, της ερμηνευτικής δήλωσης για την ιδιαίτερη σημασία που αποδίδει το ελληνικό κράτος στις νησιωτικές περιοχές έχω να κάνω ορισμένες παρατηρήσεις. Κατ’ αρχάς θα πω ότι αυτή η ερμηνευτική δήλωση εντάσσεται σε μια ιδιαίτερη κατηγορία συνταγματικών διατάξεων που ενδεχομένως και διασταλτικά, πέρα από την έννοια της ευχής που μας ανέπτυξε πριν από λίγο ο Υπουργός Αιγαίου, θα έλεγα ότι αγγίζει τα όρια του συνταγματικού λαϊκισμού. Όσο και αν είναι βαριά αυτή η έκφραση για το Σύνταγμα. ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΟΣΜΙΔΗΣ: Ή ακτιβισμού. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Και αυτό, κύριε Κοσμίδη. Ή ακτιβισμού. Αλλά επειδή δεν είναι το Σύνταγμα μια συρραφή απόψεων είτε ευχών είτε ακτιβιστικής διάθεσης είτε ακόμα και κατευνασμού πνευμάτων θα έπρεπε να είχε μέχρι τώρα η ερμηνευτική δήλωση δει ουσία τουλάχιστον στις νομοθετικές πράξεις της τελευταίας πενταετίας. Και δεν είδαμε μέχρι σήμερα σε κανένα νόμο να λαμβάνεται υπόψη η αναθεώρηση του 2001. Δεν είδαμε σε κανένα νόμο να δίνεται ιδιαίτερη σημασία και προστασία στις νησιώτικες περιοχές. Αντίθετα θα σας πω ότι οι νόμοι που ψηφίστηκαν μετά από την ψήφιση του Συντάγματος επέβαλλαν ειδικά τέλη ή χαράτσια στις νησιώτικες περιοχές όπως ο ν. 2932/2001 που επιβάλλει τον επίναυλο, ένα μη ανταποδοτικό τέλος στους νησιώτες οι οποίοι μετακινούνται με τα πλοία της ακτοπλοΐας. Το να την εντάξουμε στο κύριο σώμα του Συντάγματος, θα πρέπει να είναι και απόφαση να στηρίξουμε πλέον με ιδιαίτερες νομοθετικές ρυθμίσεις αυτή την ιδιαιτερότητα της νησιωτικής Ελλάδας. Θα ήθελα να σας πω ότι σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση γίνεται μία μεγάλη κουβέντα για την «πράσινη βίβλο», για τη θαλάσσια πολιτική, που αφορά τις νησιωτικές περιοχές. Και είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να κάνουμε τις νησιωτικές περιοχές, ιδιαίτερα τη δική μας πολυνησία, αντικείμενο προστασίας της «πράσινης βίβλου», της θαλασσίας πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάτι τέτοιο ενδεχομένως θα φέρει μεγαλύτερη απόδοση απ’ ότι η ένταξή τους στο Σύνταγμα, χωρίς να θέλω σε καμία περίπτωση να μειώσω τη σημασία της. Παράλληλα, δεν θα συμφωνήσω με την άποψη και την πρόταση των Βουλευτών της Αντιπολίτευσης για ένταξη των ορεινών περιοχών. Διότι δεν μπορούμε να εξισώνουμε, να εξομοιώνουμε τις αποκομμένες από το κύριο όγκο της χώρας νησιωτικές περιοχές με τις ορεινές περιοχές, οι οποίες είναι δύσβατες. Στο κάτω-κάτω το ευρύ δίκτυο επενδύσεων σε αυτοκινητοδρόμους εγγυάται ότι σε μερικά χρόνια ενδεχομένως και οι πιο απομακρυσμένες περιοχές της χώρας, να έχουν έρθει πολύ πιο κοντά στα αστικά κέντρα και στα κέντρα της περιφέρειας. Έρχομαι στην πρόταση για την αναθεώρηση του άρθρου 102. Νομίζω ότι η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας, που ενισχύει το ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για το χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό των πόλεων και των περιοχών, είναι στη σωστή κατεύθυνση του να δώσουμε περισσότερες αρμοδιότητες στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Από την άλλη, δεν θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να συμμεριστώ την πρόταση του ΠΑΣΟΚ, όχι γιατί ιδανικά είναι λανθασμένη, αλλά γιατί η μέχρι τώρα πρακτική των δήμων -όπως πολύ σωστά ο κ. Κοσμίδης απέδειξε πριν από λίγο- δεν μας δίνει τα εχέγγυα ώστε να προχωρήσουμε σε τέτοιες γενναίες μεταρρυθμίσεις, δίνοντας ακόμα και φορολογικές αρμοδιότητες στους δήμους. Έρχομαι στο άρθρο 103, το οποίο θεωρώ ίσως το πιο κορυφαίο από αυτά που συζητάμε, διότι πιστεύω ότι χρειάζεται μία γενναία τομή στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η Δημόσια Διοίκηση. Και Δημόσια Διοίκηση δεν είναι μόνο οι θεσμοί. Είναι και οι άνθρωποι, που την αποτελούν. Σήμερα υφιστάμεθα καθημερινά την πίεση από όλους τους συμπολίτες –όλοι οι Βουλευτές της Συμπολίτευσης- για το πώς φίλοι, γνωστοί, ψηφοφόροι ή οτιδήποτε άλλο, γίνονται μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι. Γιατί θέλουν να γίνουν μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι; Διότι έχει περάσει πλέον στο DNA των Ελλήνων ότι ο μόνιμος δημόσιος υπάλληλος δεν υπόκειται σε έλεγχο, δεν πολυδουλεύει, παίρνει σταθερά το μισθό του και δεν χρειάζεται να είναι αποδοτικός. ¶λλωστε, το μόνιμο πρόβλημα όλων των πολιτών, ακόμα και των επικεφαλείς των Υπουργείων, είναι να βρουν τους υπαλλήλους, οι οποίοι υπηρετούν σε αυτά, όχι μόνο γιατί κάποιοι βρίσκονται κεκαλυμμένοι σε αφανείς εργασίες ή σε αποσπάσεις, αλλά ακόμα και γιατί δεν προσέρχονται. Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν από μερικά χρόνια Υπουργός πήγε το πρωί, ήλεγξε ποιοι από τους δημοσίους υπαλλήλους είχαν πάει στο Υπουργείο του μέσα από το ρολόι της εισόδου, πήγε να τους βρει στα γραφεία τους και δεν τους βρήκε. Δεν θα πω ότι το σύνολο της δημόσιας διοίκησης αποτελείται από ακαμάτηδες, από ανθρώπους οι οποίοι δεν θέλουν να προσφέρουν, από ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν γνώση και συναίσθηση του αντικειμένου τους. Το αντίθετο. Εγώ θα ήθελα αυτούς τους ανθρώπους, που αποτελούν τον κορμό της Δημόσιας Διοίκησης ακριβώς να τους δίνουμε την προνομιακή μεταχείριση της μονιμότητας και να αποκόψουμε τη μονιμότητα από όλες τις άλλες περιφερειακές λειτουργίες του κράτους. Αυτό που προτείνω λοιπόν -πρόταση την οποία έκανα και μέσα στα πλαίσια του εσωκομματικού διαλόγου της Νέας Δημοκρατίας, αλλά οφείλω να καταθέσω και σε αυτή την Αίθουσα με ακόμα πιο βροντερή και πιο ουσιαστική φωνή- είναι το εξής: Πιστεύω ότι θα πρέπει από εδώ και πέρα μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι να είναι αυτοί οι οποίοι προσλαμβάνονται μέσα από διαφανείς διαδικασίες, είναι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και υπηρετούν στον κύριο κορμό της διοίκησης, δηλαδή στα Υπουργεία. Δεν χρειάζεται ο τεχνικός υπάλληλος των ΟΤΑ, ο ηλεκτρολόγος του Δήμου Γλυφάδας, να καλύπτεται από μονιμότητα. Μπορεί και πρέπει να καλύπτεται από μία σύμβαση μακρού χρόνου, πολυετή, ανανεώσιμη ή μη ανανεώσιμη, κάτω από προϋποθέσεις. Δεν καταλαβαίνω ποια είναι η σκοπιμότητα ή η χρησιμότητα του να καλύπτονται από μονιμότητα. Θα αντιτάξει κάποιος ότι βεβαίως μονιμότητα δεν υπάρχει, εφόσον καταργηθεί η θέση. Πείτε μου, όμως, εσείς από το 1974 μέχρι σήμερα ποιες θέσεις καταργήθηκαν. Και ακόμα κι αν καταργήθηκαν, από το νόμο που τις καταργούσε προβλεπόταν η μετάταξη των υπηρετούντων… ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΟΣΜΙΔΗΣ: Καταργήθηκαν πολλές, απλά κανείς δεν πήγε σπίτι του. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Οι υπηρετούντες δημόσιοι υπάλληλοι μετετάγησαν σε άλλες θέσεις, σε άλλες υπηρεσίες. Εγώ θεωρώ ότι είναι πολύ πιο βασικό από εδώ και πέρα να λύσουμε κατ’ αρχάς τον ομφάλιο λώρο αυτής της ρουσφετολογικής πολιτικής, να λύσουμε προβλήματα που μας δημιουργούν οι συμβασιούχοι, που όπως πολύ σωστά απεδείχθη πριν απασχολούνται στη μεγάλη τους και στη συντριπτική πλειοψηφία στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και να προχωρήσουμε σε μία γενναία ρύθμιση. Αυτό που χρειάζεται σήμερα η Δημόσια Διοίκηση είναι ανθρώπους με επιστημονική κατάρτιση, ανθρώπους που θα αναλάβουν τις διοικητικές ευθύνες, ανθρώπους τους οποίους θέλουμε αδέκαστους κριτές της σωστής λειτουργίας μιας σωστά νοούμενης γραφειοκρατίας -γιατί είναι απαραίτητη αυτή η σωστά νοούμενη γραφειοκρατία- και όχι να δημιουργούμε στρατιές μονίμων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη 10ετία του ’80 ξεφυλλίζοντας κάποιος τις εφημερίδες θα έβλεπε καθημερινά προσλήψεις κηπουρών σε νοσοκομεία, οι οποίοι έφτασαν σε πάρα πολλές περιπτώσεις –παραδείγματος χάρη στον ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ- για τα τέσσερα παρτέρια και τις επτά γλάστρες, που έχει, να είναι δεκαπέντε ή δεκαεπτά τον αριθμό, για να μεταταγούν μετά σε άλλες θέσεις κ.ο.κ. Δεν μπορεί να συνεχίζουμε με αυτή την κατάσταση. Έχουμε φτάσει οι έμμεσα εξαρτώμενοι από το δημόσιο τομέα να κοντεύουν το ένα εκατομμύριο ανθρώπους. Δεν γίνεται. Δεν γίνεται να συνεχίσουμε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, να προσλαμβάνουμε διαρκώς περισσότερους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους. Θα πρέπει να αποφασίσουμε ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι, αυτοί οι οποίοι θα πρέπει να είναι αδέκαστοι, που δεν θα πρέπει να επηρεάζονται από το ποιος βρίσκεται στην εξουσία, αυτοί οι οποίοι θα εξυπηρετούν το πνεύμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, που εισήγαγε τη μονιμότητα, δεν είναι άλλοι από αυτούς που έχουν και αποφασιστικές αρμοδιότητες στο δημόσιο τομέα. Και αυτοί δεν είναι άλλοι από αυτούς που έχουν πανεπιστημιακή εκπαίδευση και επιλέγονται μέσα από διαφανείς διαδικασίες. Οι ειδικές ρυθμίσεις μονιμότητας θα έπρεπε να εκτείνονται και στα Σώματα Ασφαλείας και στο Στρατό και στο Διπλωματικό Σώμα και στα νοσοκομεία, σε ό,τι αφορά τους γιατρούς –δηλαδή εκεί που έχει σημασία η εξελιξιμότητα- και βεβαίως στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΟΣΜΙΔΗΣ: Και οι διοικητικοί μέσης εκπαίδευσης πρέπει να είναι μόνιμοι. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Μπορούσαμε να ανοίξουμε αυτή την κουβέντα. Και μπορώ να δεχθώ ενστάσεις για διάφορες περιπτώσεις. Δεν είναι, όμως, λανθασμένος ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε –και θα σας πω ένα παράδειγμα για το πώς αντιμετωπίζουμε, με αυτή την έννοια, τις ειδικές περιπτώσεις- τις ηγεσίες των ανεξαρτήτων αρχών. Στις ανεξάρτητες αρχές, που δίνουμε πάρα πολύ μεγάλες αρμοδιότητες, δεν επιλέγουμε τους επικεφαλείς τους και τα μέλη τους για συγκεκριμένο χρόνο, κάνοντας συμβάσεις ορισμένου χρόνου μακράς διάρκειας, πέντε, οκτώ ετών, οι οποίοι ρυθμίζουν θέματα της αγοράς, θέματα της οικονομίας, θέματα διαφάνειας, θέματα λειτουργίας του πολιτεύματος; Τα ρυθμίζουν σήμερα αυτά οι ανεξάρτητες αρχές. Δεν τους λέμε, μάλιστα, ότι δεν θα είναι και ανανεώσιμη, σε κάποιες περιπτώσεις, η σύμβασή τους; ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΟΣΜΙΔΗΣ: Οι επικεφαλείς, όχι οι εργαζόμενοι. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Οι επικεφαλείς. ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΟΣΜΙΔΗΣ: Οι στενογράφοι της Βουλής, που έχουν απολυτήριο Λυκείου, να μην είναι μόνιμοι; ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΔΕΝΔΙΑΣ: Το προσωποποιείτε. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Τώρα το προσωποποιείτε το θέμα. ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΟΣΜΙΔΗΣ: Φέρνω ένα παράδειγμα. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Εγώ σας είπα ότι στον κύριο κορμό της διοίκησης θα πρέπει να έχουμε μονιμότητα. Δεν θεωρώ –και σας έφερα το παράδειγμα πολύ χαρακτηριστικά του ηλεκτρολόγου σε έναν ΟΤΑ, του υπαλλήλου καθαριότητας σε έναν ΟΤΑ- ότι θα πρέπει… ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΟΣΜΙΔΗΣ: Ο ηλεκτρολόγος στο Δήμο Γλυφάδας δεν είναι μόνιμος. Είναι ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ασφαλισμένος στο ΙΚΑ. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Συνέβη πριν από λίγο καιρό ο Δήμος Αθηναίων να προσλάβει γύρω στους διακόσιους πενήντα υπαλλήλους καθαριότητας μέσα από διαδικασία ΑΣΕΠ. Την επόμενη της πρόσληψης των διακοσίων πενήντα υπαλλήλων καθαριότητας, ακριβώς λόγω της πίεσης της ανεργίας, το 80% παρουσίασε πτυχία, τα οποία δεν είχαν παρουσιάσει κατά την πρώτη διαγωνιστική διαδικασία και το σύνολο ζήτησε μετάταξη από την υπηρεσία. Σε πάρα πολλές περιπτώσεις, ίσως στην πλειοψηφία, αυτές γίνονται δεκτές μετά την πάροδο των δύο ετών δοκιμαστικού χρόνου, με αποτέλεσμα τελικά ο λόγος για τον οποίο συντελέσθη η πρόσληψη να μην ικανοποιείται, να μην εξυπηρετείται δηλαδή η ανάγκη και να επανέρχονται όλοι αυτοί οι οργανισμοί με καινούρια αιτήματα για κάλυψη αναγκών, τις οποίες θα έπρεπε να είχαν καλύψει από προηγούμενες προκηρύξεις. Το να ορίσεις ότι θα σε προσλάβω για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν είναι οχτώ, ούτε δέκα ούτε δώδεκα ούτε δεκαοχτώ μήνες, αλλά είναι ένα διάστημα πέντε, οχτώ, δέκα χρόνων, νομίζω ότι δημιουργεί και μια κινητικότητα και ένα αίσθημα δικαίου και μπορεί να κάνει το δημόσιο τομέα να λειτουργεί πιο παραγωγικά, πιο ουσιαστικά, πιο αποτελεσματικά. Δεν πιστεύω, διατηρώντας το πνεύμα του άρθρου 103 έτσι όπως είναι, ότι θα μπορέσουμε ποτέ να μιλήσουμε ουσιαστικά για αποτελεσματική δημόσια διοίκηση. Και αυτό δεν είναι μομφή απέναντι στον οποιοδήποτε. Είναι μομφή απέναντι σε ένα σύστημα, το οποίο παραμένει αναποτελεσματικό, παραμένει κλειδωμένο σε μια λογική της δεκαετίας του ’20. Τελειώνοντας, θα ήθελα να πω ότι σε αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή στην κατεύθυνση μιας εξορθολογισμένης, αποτελεσματικής και ουσιαστικής δημόσιας διοίκησης, κινείται η πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 104, που ακριβώς κάνει κοινωνό το δημόσιο λειτουργό της ευθύνης την οποία ο ίδιος δημιουργεί με τις πράξεις του, είτε εγκρίνοντας είτε μη εγκρίνοντας αιτήματα πολιτών. Ευχαριστώ πάρα πολύ. (Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας) Πέμπτη ενότητα. Επεξεργασία των άρθρων 88, 90, 95, 98 και 100. Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2006 ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, θα μπω κατευθείαν στην ουσία και θα αναφερθώ σε ορισμένα από τα άρθρα τα οποία συζητάμε σήμερα. Το πρώτο αφορά την αναθεώρηση του άρθρου 88 για το Μισθοδικείο. Το νομικό μόρφωμα το οποίο διαμορφώσαμε με την προηγούμενη Αναθεώρηση για την εκδίκαση της επίλυσης των διαφορών που προκύπτουν για τη μισθοδοσία των δικαστών, φάνηκε με τις τελευταίες αποφάσεις του Μισθοδικείου ότι όχι μόνο δεν λειτουργεί ουσιαστικά, αφού για περίπου το ίδιο αντικείμενο εκδόθηκαν με δύο διαφορετικές συνθέσεις δύο αντικρουόμενες αποφάσεις, αλλά μπορεί να προκαλέσει και τη μήνη της κοινής γνώμης, όπως συνέβη και δικαιολογημένα για το ύψος των αμοιβών, οι οποίες εκδικάστηκαν, απέναντι στο σύνολο του Σώματος των δικαστών, οι οποίοι πιστεύω ότι σε καμία περίπτωση δεν θέλουν να βρίσκονται στο επίκεντρο της προσοχής και της κριτικής της κοινής γνώμης. Αντίθετα, θέλουν να υπηρετούν το δημόσιο περί δικαίου αίσθημα, αλλά πάνω απ’ όλα να υπηρετούν το νόμο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και βεβαίως όσο το δυνατόν πιο αθόρυβα και πάντα μέσα από τις αποφάσεις τους. Γι’ αυτό, λοιπόν, νομίζω ότι είναι αναγκαία η αναθεώρηση του συγκεκριμένου άρθρου, δηλαδή να καταργήσουμε το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 99 και να μεταφέρουμε ακριβώς αυτές τις αρμοδιότητες σε ένα όργανο που θα έχει μία συνέχεια, θα έχει μία συνέπεια ως προς τη δράση του. Δεν θα είναι ad hoc συγκροτούμενο, όπως είναι τώρα το Μισθοδικείο. Θα έχει σταθερή σύνθεση και θα έχει προβλεφθεί από τη συγκρότηση του και η ανανέωση του μέσα από πάρεδρα ή επικουρικά μέλη, τα οποία θα υπάρχουν σ' αυτό το ανώτατο δικαστήριο, το ανώτατο δηλαδή Συνταγματικό Δικαστήριο, πρόταση που καταθέτει η Νέα Δημοκρατία . Την κατέθεσε δε πολύ πριν ανακύψει το πρόβλημα του Μισθοδικείου, διαβλέποντας αυτό το οποίο τελικά συνέβη, δηλαδή ότι το Μισθοδικείο θα έρθει σε πλήρη αντίθεση και με τη κοινή γνώμη και με την εισοδηματική πολιτική και θα φέρει το σύνολο του Σώματος των Ελλήνων δικαστών απέναντι στη λαϊκή επιταγή. Σε ό,τι αφορά το άρθρο 95 για τη σύσταση καινούριου Τμήματος στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο θα εξετάζει τις δημόσιες συμβάσεις, αυτό το οποίο αισθάνονται όλοι όσοι προστρέχουμε στην δικαιοσύνη –νομίζω το σύνολο των Ελλήνων, αλλά ιδιαίτερα των συναλλασσομένων με το δημόσιο- στη δικαιοσύνη, είναι ακριβώς αυτή η καθυστέρηση στην έκδοση των αποφάσεων. Αλλά και εμείς οι πολιτικοί πολλές φορές είμαστε αναγκασμένοι να απολογούμαστε για τη μη απόδοση της πολιτικής μας, για τη μη ολοκλήρωση των έργων μας, για τη μη εκπλήρωση των υπεσχημένων μας, όσο και αν και τα κονδύλια βρίσκονται εκεί και οι αναγκαίες προπαρασκευαστικές ενέργειες έχουν γίνει από τη διοίκηση και η πολιτική βούληση υπάρχει, γιατί ακριβώς καθυστερεί η ολοκλήρωση σημαντικών έργων εξαιτίας των προσφυγών εκδίκασης, ιδιαίτερα στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Σε ό,τι αφορά, λοιπόν, το άρθρο 95 μαζί με το άρθρο 98, νομίζω ότι είναι μια ουσιαστική πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να ξεμπλοκάρουμε, τουλάχιστον χρονικά, αυτές τις διαδικασίες, να μπορέσουμε να δούμε και πώς το Συμβούλιο της Επικρατείας εποικοδομητικά πλέον θα παρεμβαίνει σε αυτές τις υποθέσεις και όχι μόνο ανασχετικά με μακρόχρονες διαδικασίες, αλλά και πώς το Ελεγκτικό Συνέδριο αντί να εξετάζει τη σκοπιμότητα, όπως πολλές φορές κάνει από το μικρότερο ως τον ανώτατο βαθμό της διοίκησης, να εξετάζει αυτό το οποίο πρέπει να εξετάζει, που δεν είναι τίποτε άλλο από τη νομιμότητα της διαδικασίας. Γιατί ο έλεγχος συνεχώς είτε από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ο παρεμπίπτων πολλές φορές έλεγχος, ο οποίος όμως δημιουργεί προβλήματα στην άσκηση της διοίκησης, αλλά και από τους συμμετέχοντες στην όλη διοικητική διαδικασία παρέδρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου έλεγχος σκοπιμότητας δαπανών νομίζω ότι δημιουργεί πολύ περισσότερα προβλήματα στη διοίκηση απ’ όσα επιλύει. Έρχομαι, τέλος, στην Αναθεώρηση του άρθρου 100, για την οποία έχει γίνει και μεγάλη συζήτηση και έχουν εκφραστεί αντικρουόμενες απόψεις με γενναιότητα από στελέχη του ΠΑ.ΣΟ.Κ., τα οποία έχουν ιδιαίτερη συνταγματική κουλτούρα, όπως ο κ. Βενιζέλος, και τα οποία έχουν τοποθετηθεί. ΞΕΝΟΦΩΝ ΒΕΡΓΙΝΗΣ: Και ο κ. Λοβέρδος. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Και ο κ. Λοβέρδος. Είναι σίγουρο ότι τρία πράγματα πρέπει να μας απασχολήσουν. Πρώτον, χρειαζόμαστε Συνταγματικό Δικαστήριο; Δεύτερον, ποιο θα είναι αυτό το Συνταγματικό Δικαστήριο; Από ποιους θα αποτελείται; Ποιοι θα το απαρτίζουν; Τρίτον, ποιες αρμοδιότητες καλύπτει; Εάν δούμε το εάν χρειαζόμαστε ή όχι, εγώ θα απαντούσα ναι. Και θα απαντούσα ναι, όχι μόνο γιατί σχεδόν η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών έχει υιοθετήσει μέσα στη νομική τους κουλτούρα και στο πολιτικό τους σύστημα ένα Συνταγματικό Δικαστήριο, αλλά γιατί χώρες στις οποίες προσβλέπουμε να φτάσουμε από άποψη θωράκισης θεσμικού περιβάλλοντος, όπως είναι η Γερμανία ή η Γαλλία, έχουν όχι μόνο ενσωματώσει το Συνταγματικό Δικαστήριο στην πολιτική τους πρακτική, αλλά το έχουν καταστήσει και έναν ισχυρό θεσμό της λειτουργίας του πολιτεύματός τους. ¶λλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι ο διάχυτος έλεγχος, ο οποίος σήμερα υπάρχει, δεν οδηγεί τελικά στη δικαίωση του πολίτη. Διότι ναι μεν μπορεί κάποιος νόμος να κριθεί αντισυνταγματικός από το διάχυτο έλεγχο, τον οποίο δεν θέλουμε σε καμία περίπτωση να καταργήσουμε με τη δημιουργία του Συνταγματικού Δικαστηρίου, ναι μεν μπορεί να δημιουργήσει αποτελέσματα ως προς τη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτή όμως η απόφαση περί αντισυνταγματικότητας του νόμου δεν δεσμεύει κανένα άλλο τελικά δικαστήριο, το οποίο μπορεί να αποφασίσει ότι ο νόμος, ο οποίος εκρίθη στο Α΄ Πρωτοδικείο, είναι αντισυνταγματικός, στο Β΄ όμως Πρωτοδικείο μπορεί να κριθεί ως συνταγματικός. Εκεί χρειάζεται η καταλυτική συνδρομή του Συνταγματικού Δικαστηρίου, ώστε τελικά να κρίνει εάν ένας νόμος είναι ή δεν είναι συνταγματικός και να ορίζει την ημερομηνία από την οποία για το σύνολο πλέον της ελληνικής έννομης τάξης θεωρείται αυτός ο νόμος αντισυνταγματικός και άρα μη εφαρμόσιμος. Δεν είναι μόνο να πει ότι είναι αντισυνταγματικός, αλλά πρέπει το Συνταγματικό Δικαστήριο να ορίζει και την ημέρα ισχύος, ώστε να μην ανατρέπει προηγούμενες αποφάσεις ή ακόμη και συναλλαγές που έχουν γίνει μέσα σε ένα κατά το δοκούν έννομο και συνταγματικό περιβάλλον. Θα σας πω και κάτι ακόμη. Το Συνταγματικό Δικαστήριο δεν μπορεί να είναι ένα όργανο, το οποίο μόνο θα κρίνει τη συνταγματικότητα των νόμων. Εδώ ήδη του αναθέτουμε, με την πρότασή μας, τις υποχρεώσεις ενός Μισθοδικείου. Νομίζω ότι ανέπτυξα πριν γιατί πρέπει να γίνει αυτό. Όμως, πρέπει να του αναθέσουμε και άλλες αρμοδιότητες, όπως τον έλεγχο διεξαγωγής των εκλογών. Δεν μπορεί να ξαναφθάσουμε σε αντιφατικές αποφάσεις του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, το οποίο κρίνει την νομιμότητα των εκλογών, όπως συνέβη με τα λευκά ψηφοδέλτια και την καταμέτρηση ή μη των λευκών ψηφοδελτίων. Δεν μπορεί να φθάσουμε σε αποφάσεις, όπου Βουλευτής έχει χάσει τη βουλευτική του έδρα για κώλυμα εκλογιμότητας, το οποίο όμως σε επόμενες εκλογές το ίδιο δικαστήριο, με διαφορετική σύνθεση, έκρινε ότι δεν υπήρχε. Πρόκειται για την ίδια ακριβώς περίπτωση του υποδιοικητή και του διοικητή του Ι.Κ.Α. ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Πάντως στο Συνταγματικό Δικαστήριο οι επόμενες συνθέσεις θα έχουν πρόβλημα. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Καλύπτω το χώρο των αρμοδιοτήτων, για να καταλήξω στο θέμα της σύνθεσης του Δικαστηρίου. ¶ρα, πρέπει να του δώσουμε και άλλες αρμοδιότητες. Πρέπει να του δώσουμε τον έλεγχο της νομιμότητας και της σωστής διεξαγωγής των εκλογών, κάτι που σημαίνει και τον έλεγχο των εκλογικών δαπανών. Γιατί είναι οξύμωρο τις εκλογικές δαπάνες να τις ελέγχει η Βουλή, η οποία αποτελείται από αυτούς που εξελέγησαν από αυτές τις εκλογές. Από την άλλη, όμως, δεν μπορούμε να του εκχωρήσουμε αρμοδιότητες, όπως προτείνετε, ελέγχου πόθεν έσχες. Γιατί τελικά το πόθεν έσχες έχει αποδειχθεί, ότι για να ολοκληρωθεί, θα πρέπει να γίνεται με ένα διεξοδικό επιστημονικό τρόπο που σήμερα κάνει η αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, υπό την προεδρία του κ. Τραγάκη και φέρνει ουσιαστικό αποτέλεσμα. Νομίζω ότι αυτό το σύστημα μπορεί να αποδώσει πολύ περισσότερα. Οι οποιεσδήποτε, όμως, διαφορές θα μπορούν να κρίνονται από το συνταγματικό δικαστήριο. Και καταλήγω σε ό,τι αφορά τη σύνθεση. Η σύνθεση του δεν μπορεί να είναι μόνο από δικαστές. Η προέλευση των μελών του δεν μπορεί να είναι μόνο η δικαιοσύνη. Πρέπει να συμμετέχει σε αυτήν τη διαδικασία και η δικαιοσύνη και η Κυβέρνηση και η Βουλή. Και οι τρεις εξουσίες θα πρέπει να συμμετέχουν στη σύνθεση, προτείνοντας μέλη. Και το Υπουργικό Συμβούλιο θα πρέπει να προτείνει μέλη και η δικαιοσύνη θα πρέπει να προτείνει μέλη από τα μέλη της και η Βουλή θα πρέπει να ψηφίζει μέλη, από κατάλογο που θα αποτελείται από δικαστές, ή από έγκριτους νομικούς, ή από ανθρώπους που έχουν υπηρετήσει τη διοίκηση, επί μακρό χρονικό διάστημα. ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Ιωάννης Τραγάκης): Με σχετική πλειοψηφία; ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Εγώ θα έλεγα ότι δε θα έπρεπε να ήταν σχετική η πλειοψηφία. Θα έπρεπε να είναι η ειδική πλειοψηφία των 3/5, ώστε να δημιουργείται πολύ μεγαλύτερη συναίνεση στα πρόσωπα, τα οποία απαρτίζουν αυτό το όργανο. Και θα σας έλεγα και το εξής: Ότι δε χρειάζεται μόνο να φθάσουμε στους δικαστές, αλλά πιστεύω ότι υπάρχουν άξια στελέχη και μέσα στη διοίκηση, ανώτατοι γενικοί διευθυντές Υπουργείων, άνθρωποι που έχουν υπηρετήσει το δημόσιο χώρο με γνώσεις νομικών που θα μπορούσαν να συμμετέχουν. ¶ρα, να διευρύνουμε τελικά σ' αυτό το όργανο τις πηγές από τις οποίες θα προέρχονται οι άνθρωποι και, βεβαίως, να δημιουργήσουμε και μία τάξη διαδοχής, μέσα από εκλογή παρέδρων ή αναπληρωματικών μελών και βεβαίως, ένα σύστημα εναλλακτικής εκλογής. Δηλαδή να εκλέγονται για εννιά χρόνια, αλλά ανά τρία χρόνια να ανανεώνεται το 1/3 των μελών τους, ώστε ακριβώς να διασφαλίζεται αυτή η συνέχεια και η συνέπεια, την οποία απαιτούμε από ένα τόσο υψηλό και τόσο σημαντικό όργανο. Σας ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε. ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Ιωάννης Τραγάκης): Και εμείς σας ευχαριστούμε, κύριε συνάδελφε. Τέταρτη ενότητα: Ανάδειξη και Συγκρότηση της Βουλής. Συζήτηση επί των άρθρων 54, 55, 58 και 62. Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2006 ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σε σχέση με την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για την αύξηση του αριθμού των Β