Αρθρο στην εφημερίδα "Ημερησία" Μετά τα τρομοκρατικά χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου η παγκόσμια οικονομία μπήκε ανάμεσα σε συμπληγάδες πέτρες. Πολλά έχουν ειπωθεί τόσο για τον ορατό κίνδυνο αναβίωσης της «οικονομίας του πολέμου» που απειλεί να εκτοπίσει τις παραγωγικές δαπάνες του ιδιωτικού τομέα, όσο και για τον κίνδυνο της ύφεσης τα σημάδια της οποίας είχαν αρχίσει να φαίνονται πριν από το πρωτοφανές τρομοκρατικό χτύπημα. Φόβο προκαλεί το γεγονός ότι σιγά-σιγά διαχέεται παγκοσμίως ένα πνεύμα μειωμένης πίστης στις ελεύθερες αγορές, που τόσο είχαν ταυτιστεί με τη παγκοσμιοποίηση. Βέβαια ακόμα δεν υπάρχουν ορατά σημάδια ότι η παγκοσμιοποίηση βρίσκεται πράγματι σε υποχώρηση και σε πολιτικό επίπεδο οι επιλογές του φιλελευθερισμού, των ανοικτών αγορών και της παγκοσμιοποίησης δεν αμφισβητούνται καθώς οι επικριτές τους δεν έχουν κατορθώσει να προσφέρουν ένα συγκροτημένο εναλλακτικό οικονομικό μοντέλο. Στο καθαρά οικονομικό επίπεδο μέσα στο ταραγμένο διάστημα των δύο τελευταίων μηνών, τόσο στις Η.Π.Α. όσο και στην Ευρώπη, έχουν γίνει πολλές αναλύσεις επί τη βάση των απαισιόδοξων οικονομικών προβλέψεων. Ωστόσο είναι ακόμα πρόωρο να γίνουν ασφαλείς εκτιμήσεις για το μέγεθος των μακροπρόθεσμων οικονομικών επιπτώσεων και πολύ περισσότερο είναι εντελώς παρακινδυνευμένο να μιλήσουμε για τους κινδύνους που εγκυμονεί η παγκόσμια συγκυρία για την χώρα μας. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η τρομοκρατία θα έχει επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομική ολοκλήρωση. Οι αυστηρότεροι συνοριακοί έλεγχοι, η υπέρμετρη αύξηση των ασφαλίστρων, οι περιορισμοί στα αεροπορικά ταξίδια, η αύξηση της ασφάλειας στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και συναλλαγές και μια σειρά από άλλα μέτρα, στην πράξη θα προσθέσουν κόστος και πολυπλοκότητα στη διεθνή διακίνηση ανθρώπων, αγαθών και υπηρεσιών. Παράλληλα μια πιθανή αυστηρότερη πολιτική μετανάστευσης (αρχικά στις ΗΠΑ και αργότερα σε άλλες χώρες) θα περιορίσει μια ακόμη πηγή δυναμισμού για τις ανεπτυγμένες οικονομίες. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μείωσης αυτού του δυναμισμού αποτελεί η παραγγελία μαμούθ που έκανε πρόσφατα η αμερικανική κυβέρνηση για την κατασκευή 3000 νέων μαχητικών αεροσκαφών συνολικού ύψους 76 τρισεκατομμυριών δραχμών!!! Το πλέον σημαντικό όμως είναι ότι οι πολυεθνικές εταιρίες (ιδίως οι αμερικανικές και οι βρετανικές), που θεωρούνται ως οι «ατμομηχανές» της ανάπτυξης, θα φροντίσουν να εκτίθενται λιγότερο σε «ευαίσθητες» χώρες και στην πράξη αυτό βραχυπρόθεσμα θα σημάνει, μεταξύ άλλων, μειωμένες επενδύσεις και πτώση της εμπορικής δραστηριότητας. Με λίγα λόγια όπως εκτιμούν οι περισσότεροι διεθνείς αναλυτές η αποφυγή του ρίσκου θα αποκτήσει κεντρική θέση στην παγκόσμια οικονομία. Σε αυτό το σημείο και υπό τις συνθήκες που διαμορφώνονται είναι επιβεβλημένο να ξεκινήσει στην χώρα μας μια ευρεία συζήτηση για την θέση της Ελλάδας στο νέο οικονομικό περιβάλλον που διαμορφώνεται αλλά και τις δυνατότητες που υπάρχουν η Ελληνική οικονομία ώστε τελικά να βγει κερδισμένη. Όσο και αν το τελευταίο ακούγεται αισιόδοξο είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι η χώρα μας έχει αυτές τις δυνατότητες. ¶λλωστε έχει αποδειχθεί ότι οι πραγματικές ευκαιρίες παρουσιάζονται σε περιόδους διεθνών κρίσεων με αιφνιδιαστικές εξελίξεις και όχι όταν οι όροι της παγκόσμιας οικονομίας είναι σχεδόν αποσαφηνισμένοι και προβλέψιμοι. Η ξεκάθαρη υποστήριξη του μετώπου για την πάταξη της διεθνούς τρομοκρατίας, η συμμετοχή μας στη Βορειοατλαντική συμμαχία, η ένταξη στη ζώνη του Ευρώ, η συμμετοχή μας στις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ορισμένα χαρακτηριστικά που προσδίδουν στην χώρα μας συγκριτικά πλεονεκτήματα σε σχέση με τους ανταγωνιστές μας και παρέχουν σημαντικές εγγυήσεις σε ξένους και εγχώριους επενδυτές. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που μπορούμε να αναφέρουμε αφορά τον Τουρισμό. Όλοι οι διεθνείς ταξιδιωτικοί οργανισμοί θεωρούν ότι η τουριστική βιομηχανία των ισλαμικών χωρών θα πληγεί και αξίζει να σημειωθεί ότι η Τυνησία, η Αλγερία, ο Λίβανος, η Αίγυπτος, αλλά και το Ισραήλ είναι χώρες ανταγωνίστριες τουριστικά προς την Ελλάδα. Οι ανακατατάξεις και οι ανακατανομές στη ζωή των ανθρώπων από την κρίση στις διεθνείς σχέσεις είναι βέβαιο ότι δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον σε ότι αφορά τον μοναδικό -μαζί με την Ναυτιλία- συναλλαγματικό φορέα της χώρας μας. Αυτές οι ανακατανομές εκτός από την Τουριστική βιομηχανία αφορούν και το διεθνές επενδυτικό ενδιαφέρον το οποίο με τις κατάλληλες πρωτοβουλίες και διαρθρωτικές αλλαγές μπορούμε να το προσελκύσουμε. ¶λλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μέσα από την δεκαετή κρίση στα Βαλκάνια έχει αποδειχθεί ο σταθεροποιητικός ρόλος της χώρας μας. Για να τα πετύχουμε όμως όλα αυτά θα πρέπει να κινηθούμε άμεσα, αποφασιστικά και έξυπνα. Πρέπει να διαφυλάξουμε ως κόρη οφθαλμού την ασφάλεια, να την διαφημίσουμε και να ανοιχτούμε στις αγορές που πλήττονται από την διεθνή κρίση. Είναι επίσης αυτονόητο ότι οι συγκεκριμένες επιλογές θα πρέπει να συνοδευτούν και από μία οικονομική πολιτική που θα βάλει ένα οριστικό τέλος στις αγκυλώσεις, την γραφειοκρατία, την κρατική παρεμβατικότητα, και σε όλους εκείνους τους ανασταλτικούς παράγοντες που έχουν καθηλώσει την ανάπτυξη της χώρας μας. Σε μια τέτοια προσπάθεια που θα έχει ως αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον της χώρας δεν χωρούν ανόητοι συναισθηματισμοί όπως το κάψιμο ξένων σημαιών και οι ακραίες εκδηλώσεις από μία μικρή μειοψηφία ανθρώπων. Πρέπει επιτέλους να αλλάξουμε τον ρόλο μας στο διεθνές σκηνικό και από κομπάρσοι, ουραγοί και αντιδραστικοί να γίνουμε πρωταγωνιστές με βαρύνουσα γνώμη μεταξύ των εταίρων μας.