ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ότι αξίζουν όχι μόνο τα συγχαρητήρια, αλλά και οι ευχαριστίες απέναντι στους δύο συναδέλφους, στον κ. Πιπεργιά και στον κ. Διαμαντίδη, για την πρόταση νόμου. Πρόκειται για μία πρόταση νόμου, η οποία ανοίγει το θέμα των μεταμοσχεύσεων με μία στατιστική μάλλον γροθιά στο κοινωνικό μας υπογάστριο, ότι δηλαδή σε αυτή τη χώρα, στην οποία λέμε ότι περισσεύει η ανθρωπιά, είναι πάρα πολύ περιορισμένος ο αριθμός των εθελοντών δοτών είτε πτωματικών είτε εν ζωή. Αυτή η πορεία θα πρέπει οπωσδήποτε να αναστραφεί. Δεν χαιρόμαστε να βλέπουμε τη χώρα μας να κατατάσσεται στην παγκόσμια κατάταξη πάρα πολύ χαμηλά και βεβαίως εκτός από οποιαδήποτε ευρωπαϊκή κλίμακα. Νομίζω ότι αυτό δείχνει ότι στο θέμα της συνειδητοποίησης της μεταμόσχευσης, της προβολής της μεταμόσχευσης ως τρόπο θεραπείας και αντιμετώπισης προβλημάτων, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ως κοινωνία θα πρέπει να γίνουμε ανεκτικοί απέναντι σε αυτό, δεν έχουμε καταφέρει αυτό που θα έπρεπε. Είμαστε πάρα πολύ πίσω και δεν είναι θέμα μόνο πολιτικής ευθύνης. Είναι θέμα κοινωνικής ευθύνης όλων των ταγών της κοινωνίας είτε ονομάζονται πολιτική ηγεσία είτε δημοσιογράφοι και άτομα που ασχολούνται στα μέσα μαζικής ενημέρωσης είτε θρησκευτική και πνευματική ηγεσία. Κανένας δεν έχει κάνει το βήμα το οποίο πρέπει να γίνει. Νομίζω ότι αυτό αναδεικνύεται από τη σημερινή συζήτηση με τρόπο τρανταχτό και θεωρώ ότι υπάρχει η εκπεφρασμένη βούληση όλων όσων πήραν το λόγο μέχρι σήμερα, στην πλειοψηφία τους γιατροί, άνθρωποι οι οποίοι έχουν διενεργήσει μεταμοσχεύσεις, πέρα από τους δύο συναδέλφους οι οποίοι έχουν γίνει οι ίδιοι δέκτες μεταμοσχεύσεων και αυτή τη στιγμή αυτή η μεταμόσχευση τους έχει επιτρέψει να είναι ανάμεσά μας και να υπηρετούν έντιμα και με συνέπεια το πολιτικό προσωπικό αυτής της χώρας. Κύριε Πρόεδρε, εγώ νομίζω και κάτι άλλο και λυπάμαι που ο κύριος Υπουργός δεν είναι αυτή τη στιγμή μέσα στην Αίθουσα. Η Κυβέρνηση έπρεπε να είχε κάνει δεκτές κάποιες από τις ρυθμίσεις. Η Κυβέρνηση θα έπρεπε να είχε δεχτεί και να αναδείξει με αυτό τον τρόπο την πρωτοβουλία των συναδέλφων, όχι ενδεχομένως την αμφισβητούμενη πρόταση, όπως ακούσαμε και στην Επιτροπή από τους αρμόδιους, μία πρόταση στην οποία πιστεύω ότι υπάρχει πάρα πολύ καλή προαίρεση από τον τρόπο με τον οποίο οι συνάδελφοι την έχουν καταθέσει. Υπάρχει μία γενικότερη αμφισβήτηση και ανησυχία για τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει, για τους συνδεδεμένους συναισθηματικά δότες. Αλλά σε ό,τι αφορά την επιμήκυνση των ορίων των συγγενών, σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή στη λίστα και την προώθηση στη λίστα στην περίπτωση που υπάρχει μη συμβατός συγγενής δότης ο οποίος κάνει αυτή τη δωρεά οργάνων, όπως επίσης, βεβαίως, την ανάδειξη του 2008 ως έτος δωρητών ιστών και οργάνων. Πιστεύω ότι αυτές θα ήταν οι προτάσεις τις οποίες θα έπρεπε να είχαμε κάνει δεκτές και σήμερα να κάναμε μία πρωτοβουλία σε αυτό το Κοινοβούλιο, δεχόμενοι στοιχεία από αυτή την πρόταση νόμου των συναδέλφων. Είναι πάντοτε η διάθεση μίας κυβέρνησης στο να ρυθμίσει τα πάντα και μέσα στα πλαίσια ενός κυβερνητικού σχεδιασμού να θέλει να καλύπτει όλες τις πρωτοβουλίες, αλλά και ο ρόλος των Βουλευτών είναι ακριβώς να αναδεικνύουν θέματα και να θέλουν κάποιες φορές, είτε ανήκουν στη Συμπολίτευση είτε στην Αντιπολίτευση, αυτά τα θέματα τα οποία αναδεικνύουν και για τα οποία υπάρχει ομοφωνία σ’ αυτή την Αίθουσα να γίνονται νόμοι του κράτους. Στο παρελθόν είχα καταθέσει και εγώ μία πρόταση νόμου, η οποία τότε έγινε δεκτή από την κυβέρνηση και στη φιλοσοφία της και στο ύφος της. Δεν έγινε, όμως, νόμος του κράτους και μετά από λίγο διάστημα ήρθε η ίδια η κυβέρνηση και έφερε την πρόταση την οποία είχα καταθέσει αυτολεξεί και αυτούσια, ενσωματωμένη σε μία τροπολογία. Ποιος ο λόγος να χάνουμε και το χρόνο και να πολλαπλασιάζουμε και τις συνθήκες με τις οποίες δουλεύουμε και να μην κάνουμε δεκτή σήμερα αυτή την πρόταση νόμου; Το άλλο το οποίο θα ήθελα να επισημάνω και να κλείσω με αυτό, είναι ότι δεν αρκεί μόνο η δήλωση την οποία κάνουν οι συνάδελφοί μας στην αλλαγή στο άρθρο 3 για την τροποποίηση του άρθρου 12 του ν.2737/1999, δηλαδή μία δήλωση την οποία θα υπογράφουν οι δωρητές οργάνων, μία δήλωση-ενημέρωση την οποία θα υπογράφουν, όταν θα λαμβάνουν τις αστυνομικές τους ταυτότητες, ή τα διπλώματα οδήγησης. Πιστεύω ότι αυτό από μόνο του δεν αρκεί. Χρειάζεται περισσότερη ενημέρωση. Χρειάζεται να υπάρχει υλικό περί της δωρεάς οργάνων και τους τρόπους με τους οποίους γίνεσαι δωρητής οργάνων, καθώς και δηλώσεις προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων, που θα διανέμονται και μέσα από τους λογαριασμούς της ΔΕΗ, του ΟΤΕ. Μέσα από τις φορολογικές μας δηλώσεις ενδεχομένως θα μπορούσε να υπάρχει μια τέτοια δήλωση. Μπορούμε, δηλαδή, να διευρύνουμε τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να γίνει κάποιος δότης, δωρητής. Γιατί αυτό έχει μεγάλη σημασία. Εάν δεν διευρύνουμε τη βάση στην οποία απευθυνόμαστε, τότε βεβαίως μόνο αυτοί που ευαισθητοποιούνται, μόνο αυτοί που τους ακουμπάει το πρόβλημα, μόνο αυτοί που έχουν ψάξει τι σημαίνει δωρεά οργάνων, τότε μόνοι τους αυτοβούλως θα κινηθούν. Έτσι, όμως, θα παραμένει ο αριθμός πάντοτε χαμηλός. Πρέπει να διευρύνουμε τη βάση των ανθρώπων, στους οποίους απευθυνόμαστε, είτε μέσα από τις λίστες μισθοδοσίας είτε μέσα από διάφορες μορφές, συμπράξεις δηλαδή και συνέργειες στις οποίες θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν και οι δημόσιοι οργανισμοί, αλλά και όσοι θέλουν να επιτελούν δημόσιο καθήκον και προσφορά. Κύριε Πρόεδρε, κλείνω, λέγοντας ότι πραγματικά θεωρώ πως αυτή η πρόταση νόμου όχι μόνο είναι σημαντική -και χαίρομαι που ο Υπουργός έθεσε το χρονοδιάγραμμα του ενός μηνός, για να γίνει νόμος του κράτους- αλλά νομίζω ότι θα πρέπει να γίνει συνείδηση και σε εμάς τους ίδιους να συμμετέχουμε όλο και περισσότερο και μέσα από τη δική μας αυτόβουλη προσφορά στην ανάδειξη της δωρεάς οργάνων η οποία σώζει ζωές, σώζει ανθρώπους σε μια χώρα στην οποία έχουμε πάρα πολλά ατυχήματα, που έχουμε πάρα πολλούς ανθρώπους να περιμένουν σε λίστα επί σειρά ετών, χάνοντας ενδεχομένως το τρένο της ζωής, και δεν έχουμε δει την αντίστοιχη χρήση αυτής της μεγάλης αλλαγής στη ιατρική. Σας ευχαριστώ πολύ. ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Σωτήρης Χατζηγάκης): Ευχαριστώ πολύ, κύριε Βαρβιτσιώτη