ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η προαναγγελθείσα αποχώρηση των Βουλευτών του ΠΑ.ΣΟ.Κ., όσο κι αν θέλουν και ο κοινοβουλευτικός τους εκπρόσωπος αλλά και ο εκλεκτός συνάδελφος πρώην Πρόεδρος του Συνασπισμού ο κ. Κωνσταντόπουλος, να τη δικαιολογήσουν βάσει του Κανονισμού, δεν παύει να είναι προσχηματική. Και είναι προσχηματική για έναν και απλό λόγο: Για την ταμπακιέρα εδώ το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν μίλησε. Για το θέμα της οικονομικής διπλωματίας το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν λάλησε. Και ορμώμενο από τα συμφέροντα ανθρώπων που καλύπτει μέσα στο Υπουργείο Εξωτερικών, μέσα από τον Οργανισμό που είχε φτιάξει και ο οποίος είχε κριθεί αναποτελεσματικός, μέσα από προσωπικές απολήξεις που έχει η πολιτική του, δεν μπόρεσε να εκφράσει επί της ουσίας του καινούργιου κανονισμού λειτουργίας καμία άποψη. Η μόνη άποψη που εξέφρασε ήταν «θα πάμε στον παλιό κανονισμό λειτουργίας και μετά αποχωρούμε γιατί δεν θέλουμε να συζητήσουμε για την ουσία των πεπραγμένων της οικονομικής πολιτικής». Εδώ δεν είμαστε για να κάνουμε, κύριε Κωνσταντόπουλε, κανένα κοινοβουλευτικό bras de fer. Και δεν είναι η Κυβέρνηση αυτή που δεν θέλει να δώσει στοιχεία. Δεν είναι αυτή που θέλει να αποκρύψει το οποιοδήποτε έγγραφο. Αντίθετα είναι η Κυβέρνηση που αναλαμβάνει το βάρος της ευθύνης και λέει ότι αυτή είναι ταυτόσημη με την πρόταση της αρμόδιας επιτροπής και θα καταθέσει μέσα από μια κοινοβουλευτική διαδικασία αυτό το πόρισμα της επιτροπής. Δεν θα το καταθέσει όμως σήμερα κάτω από αυτή την πίεση και με αυτό τον τρόπο. Διότι ακόμη κι αν το κατέθετε πάλι θα αποχωρούσαν οι συνάδελφοι του ΠΑ.ΣΟ.Κ., διότι θα προφασιζόντουσαν «τώρα θέλουμε να ελέγξουμε την ταυτότητα μεταξύ του σχεδίου νόμου και της προτάσεως της επιτροπής». Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το θέμα το οποίο συζητάμε σήμερα δεν είναι μόνο ο Κώδικας λειτουργίας του Υπουργείου Εξωτερικών. Το θέμα που συζητάμε σήμερα είναι η οικονομική διπλωματία, είναι ο τρόπος με τον οποίο θα αξιοποιήσουμε, θα χρησιμοποιήσουμε καλύτερα και το έμψυχο υλικό του Υπουργείου Εξωτερικών αλλά και όλες τις υποδομές και τα χρήματα του ελληνικού λαού ώστε να προάγουμε την οικονομική ανάπτυξη του τόπου. Για τη σημασία αυτού του ερωτήματος θα έπρεπε -και δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό- κάποιος να διαβάσει το βιβλίο που έγραψε ένας καθηγητής ιστορικός του Πανεπιστημίου Γεϊλ, ο Πώλ Κένεντι, «Η άνοδος και η πτώση των μεγάλων δυνάμεων» που αναλύει την παγκόσμια ιστορία με βάση την οικονομική επιρροή και την οικονομική δύναμη που η κάθε παγκόσμια δύναμη διατηρούσε και εξηγούσε ότι ο λόγος πτώσης της ήταν τη στιγμή που έπαυε να έχει την πρωτοκαθεδρία στον οικονομικό τομέα. Γιατί φέρνω αυτό το παράδειγμα; Φέρνω αυτό το παράδειγμα -και ανατρέχω τη σκέψη μου σε αυτό- διότι αυτό που ζητάει η ελληνική κοινωνία από την διπλωματία –και την πληρώνει πάρα πολύ ακριβά ο ελληνικός λαός- δεν είναι μόνο η απλή διπλωματική διαδικασία, αλλά να είναι αυτό που θα ανοίγει πόρτες στο εξαγωγικό μας εμπόριο στις διεθνείς μας οικονομικές σχέσεις. Και η ανάγκη αλλαγής του κανονισμού λειτουργίας του Υπουργείου Εξωτερικών -φαίνεται πόσο αδήριτη είναι- θα κριθεί από τα αποτελέσματα που έφερε ο προηγούμενος. Το 2004, όταν η Νέα Δημοκρατία ανέλαβε τη διακυβέρνηση του τόπου, οι ξένες επενδύσεις στη χώρα ανέρχονταν σε 50.000.000 ευρώ και από την άλλη, τα προγράμματα, ιδιαίτερα του ΕΣΟΑΒ, το ελληνικό πρόγραμμα για την οικονομική ανασυγκρότηση των Βαλκανίων, είχε βαλτώσει. Ξέρετε τι θαυμαστά αποτελέσματα είχε το ΕΣΟΑΒ τον Απρίλιο του 2004; Από έναν προϋπολογισμό 550.000.000 ευρώ τον Απρίλιο του 2004 είχαν εκταμιευτεί περίπου 35,6 εκατομμύρια ευρώ, δηλαδή συνολικό ποσοστό 6,8%, και από τις δημόσιες επενδύσεις που είναι το 80% του προγράμματος, μόλις 1,3%. Αστεία νούμερα. Αυτά ήταν τα αποτελέσματα μιας οικονομικής πολιτικής, η οποία δεν έφερνε αποτελέσματα. Από την άλλη, οι παλινωδίες των εμπορικών ακολούθων, οι οποίοι τη μία υπάγονταν στο Υπουργείο Εμπορίου, στη συνέχεια στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και τέλος στο Υπουργείο Εξωτερικών αλλά σαν ξένο σώμα, σαν ξένος οργανισμός, δεν έφερναν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, γιατί ακριβώς υπήρχε έλλειμμα συνεννόησης ανάμεσα στο διπλωματικό σώμα και στο σώμα των οικονομικών ακολούθων. Και μάλιστα υπήρχε και ένας υφέρπων περίεργος ανταγωνισμός. Θα σας πω χαρακτηριστικά ότι στις αρχές της 10ετίας του ΄90, όταν οι Έλληνες επιχειρηματίες άρχισαν με τα πενιχρά ή τα περισσότερα μέσα να πηγαίνουν στις βαλκανικές χώρες για να κάνουν επενδύσεις, η αντίδραση που έβρισκαν από τους Έλληνες διπλωμάτες εκείνης της περιόδου ήταν «μην κάνετε δουλειές στα Βαλκάνια, είναι ασταθές το περιβάλλον, φύγετε από εδώ κι εμείς δεν μπορούμε να σας βοηθήσουμε». Αντίθετα, άλλες χώρες που δεν είχαν τα ερείσματα, ούτε τις καλές σχέσεις, προσπάθησαν, άνοιξαν τις αγορές τους και βέβαια υπάρχουν ακόμη και σήμερα πρεσβείες που μέσα στην ίδια μας τη χώρα μπορούν να δώσουν για τομείς της οικονομίας καλύτερα στοιχεία απ’ ό,τι μπορούν να μας δώσουν και η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία και το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών. Αυτό τι δείχνει; Δείχνει ότι όλοι οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι, όλος ο υπόλοιπος πλανήτης κινείται στα πλαίσια της οικονομικής διπλωματίας κι εμείς εθελοτυφλούμε. Και σήμερα ερχόμαστε να το αντιμετωπίσουμε, γιατί σαν Κυβέρνηση έχουμε εστιάσει απόλυτα την προσοχή μας στο εξαγωγικό εμπόριο, στην παραγωγική δραστηριότητα, διότι το 2004 καταφέραμε να αυξήσουμε τις εξαγωγές κατά 9%, το 2005 κατά 14% και το 2006 κατά 18,2% και στις κρίσιμες γειτονιές των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής που εντείνεται η οικονομική μας προσπάθεια και η οικονομική διπλωματία, έχουμε καταφέρει στον αραβικό κόσμο να έχουμε αύξηση των εξαγωγών κατά 31% και στη Μαύρη Θάλασσα, στην ευρύτερη περιοχή δηλαδή, κατά 48,9%. Θα πείτε: είμαστε ικανοποιημένοι από αυτά αποτελέσματα; Όχι, θα συνεχίσουμε να προσπαθούμε…. (Στο σημείο αυτό χτυπάει το κουδούνι λήξεως του χρόνου ομιλίας του κυρίου Βουλευτή) Κύριε Πρόεδρε, αν μου επιτρέπετε, ο χρόνος πρέπει να είναι λίγος διαφορετικός από αυτόν που γράφετε. Θα συνεχίσουμε να προσπαθούμε, γιατί πιστεύουμε στην ενίσχυση της οικονομικής παρουσίας της χώρας. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αυτό για το οποίο σήμερα κατηγορήθηκε πάρα πολύ το νομοσχέδιο αυτό, ο καινούργιος Κανονισμός του Υπουργείου Εξωτερικών, στα λίγα που προσπάθησαν να πουν οι συνάδελφοι του ΠΑ.ΣΟ.Κ., είναι ότι επιχειρείται, λέει, διαμέσου αυτού του Οργανισμού η στεγανοποίηση του Υπουργείου των Εξωτερικών. Αυτό δεν προκύπτει όμως από πουθενά. Αντιθέτως αυτό που επιχειρείται είναι η διεύρυνση του Υπουργείου των Εξωτερικών και σε άλλες δραστηριότητες και δη στις οικονομικές δραστηριότητες. Γίνεται πιο εύρυθμη η λειτουργία του, αναδεικνύονται κλάδοι, συντηρούνται και φτιάχνονται μηχανισμοί και ιδιαίτερα ισχυροποιείται πολύ περισσότερο ο μηχανισμός για τις κρίσεις. Εντείνεται η διαδραστικότητά του με τις άλλες πλευρές της Κυβέρνησης και ενισχύεται η επαφή του με όλους τους φορείς της οικονομικής διπλωματίας. Αυτό δεν είναι στεγανοποίηση του ΥΠΕΞ. Το αντίθετο. Βγάζουμε το ΥΠΕΞ από μία περίοδο στεγανοποίησης ότι «ασχολούμαι μόνο με τα διπλωματικά και εθνικά θέματα» και το βάζουμε εκεί που χτυπάει η «καρδιά» των γεγονότων και αυτή είναι η οικονομική διπλωματία. Το δεύτερο που μας είπαν είναι ότι στόχος όλης αυτής της διαδικασίας είναι να μεταφερθούν όλες οι αρμοδιότητες στους συνταξιούχους πρέσβεις. Απορώ γιατί άκουσα και ανθρώπους που έχουν υπηρετήσει στο Υπουργείο Εξωτερικών όπως και ο κ. Μαγκριώτης και ο κ. Λοβέρδος τότε με τον κύριο Παπανδρέου. Ξέχασαν την περίοδο που την εξωτερική πολιτική χάρασσε η στρατιά των συμβούλων; Ξέχασαν τους εξωθεσμικούς παράγοντες που δεν μιλούσαν καν ελληνικά στους διαδρόμους στο Υπουργείο Εξωτερικών και χάρασσαν την εξωτερική πολιτική πέρα από τη διπλωματική ιεραρχία; Ξέχασαν το αίσθημα παραγκωνισμού που αισθάνονταν όλα τα στελέχη της ελληνικής διπλωματίας γιατί τους έρχονταν εντολές άνωθεν και έξω από το Υπουργείο; Ξέχασαν ότι η πολιτική τότε δεν ασκούταν μέσα από τις συντεταγμένες διευθύνσεις του Υπουργείου Εξωτερικών, αλλά μέσα από όλες αυτές τις στρατιές των συμβούλων; Από μία εποχή συμβούλων οι οποίοι χρήσιμοι είναι να υπάρχουν αλλά δεν πρέπει να παίζουν τον καταλυτικό ρόλο, ερχόμαστε σε μία εποχή σύγχρονης διπλωματίας, στη διπλωματία των ανθρώπων που έχουν γνώση και αντίληψη ενός περιβάλλοντος που παίζεται με το ρόλο του ισχυρού, με το ρόλο του οικονομικά επικρατέστερου. Ήδη από το 2004 μέχρι σήμερα η Κυβέρνηση μέσα από τη διαδικασία άσκησης αυτής της εξωστρεφούς διπλωματίας ιδιαίτερα στο οικονομικό πεδίο έχει οργανώσει πάρα πολλές επίσημες επισκέψεις και ταξίδια εργασίας στα οποία συμμετέχουν και Έλληνες επιχειρηματίες, μόνο το 2006 οκτώ ταξίδια του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Πρωθυπουργού, δώδεκα επιχειρηματικές αποστολές και οκτώ μικτές διυπουργικές επιτροπές που είχαν στόχο και σκοπό την προώθηση των οικονομικών μας συμφερόντων στο εξωτερικό. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το ζητούμενο για το μέλλον της χώρας δεν είναι πώς θα αντιμετωπίσουμε μόνο τα προβλήματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σε ό,τι αφορά ιδιαίτερα τη διμερή μας σχέση με την Τουρκία, ούτε πώς θα ενισχύσουμε περαιτέρω τον πολιτικό μας ρόλο στα Βαλκάνια και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι πώς θα ενισχύσουμε την οικονομική μας παρουσία και μέσα απ’ αυτή να ενισχύσουμε τη φωνή της Ελλάδος και της ελληνικής διπλωματίας. Σήμερα πρέπει να είμαστε ευτυχείς διότι στα Βαλκάνια δραστηριοποιούνται 3.500 ελληνικές επιχειρήσεις, γιατί έχουν γίνει 17 δισεκατομμύρια περίπου επενδύσεις σε όλες τις βαλκανικές χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης από ελληνικές επιχειρήσεις, γιατί μόνο στον τραπεζικό κλάδο υπάρχουν 1.200 παραρτήματα ελληνικών τραπεζών. Σήμερα οι ελληνικές τράπεζες καλύπτουν περίπου το 20% της αγοράς της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αν συζητάμε και βλέπουμε μακριά και πούμε ότι ο Κανονισμός λειτουργίας του Υπουργείου Εξωτερικών θα πρέπει να αλλάξει το 2020, τότε το 2020 αυτό που θα πρέπει ενδεχομένως να αλλάξει θα είναι να καταργηθούν πρεσβείες στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό που δεν πρόκειται ποτέ να καταργηθεί είναι τα γραφεία εξυπηρέτησης των οικονομικών συμφερόντων της χώρας τα οποία θα πρέπει συνεχώς να ενισχύονται και συνεχώς να διευρύνουν την αποστολή τους γιατί μέσα απ’ αυτά και μέσα από την οικονομική διπλωματία μπορούμε να φέρουμε την Ελλάδα στο προσκήνιο. Σας ευχαριστώ.