ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, από τα όσα ακούσαμε μέχρι τώρα δε νομίζω ότι πείθεται το Σώμα και όσοι παρακολουθούν τα θέματα της εμπορικής ναυτιλίας για την αναγκαιότητα σύστασης και λειτουργίας του Οργανισμού Απασχόλησης Ελλήνων Ναυτικών. Αυτό, όχι γιατί υπάρχουν κάποιας άλλης μορφής συμφέροντα τα οποία θέλουν να αποκλείσουν από τους ναυτικούς μια τέτοια υπηρεσία, αλλά γιατί δεν απαντά στο συνολικό πρόβλημα του ‘Ελληνα ναυτικού το οποίο είναι κατ’ αρχήν το θέμα της προσέλκυσης, δηλαδή πως θα έρθουν περισσότεροι νέοι και νέες που θα θέλουν να μπουν στο ναυτικό επάγγελμα και θα θέλουν να το σπουδάσουν και να ζήσουν μέσα στη θαλάσσια δραστηριότητα και να έρθουν μέσα στις σχολές. Δεύτερον, δεν απαντά στο πρόβλημα της εκπαίδευσης, για το οποίο ο Υπουργός πριν από λίγο είπε σωστά και προκάλεσε λέγοντας ότι η Νέα Δημοκρατία έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα και περιμένει την αλλαγή και την ψήφιση του άρθρου 16 για να προχωρήσει στην ολοκλήρωση των θεσμικών αλλαγών σε σχέση με την εκπαίδευση. Ο συγκεκριμένος οργανισμός δεν απαντά ούτε στα θέματα απασχόλησης γιατί σε αυτά απαντά μόνον η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής σημαίας. Δεν έχει σημασία το να φτιάξουμε έναν οργανισμό που δεν θα ξέρει πού θα απευθύνεται. Καλώς ή κακώς, η μεγάλη και κραταιά εμπορική ναυτιλία η οποία ανεπτύχθη και στα χρόνια των κυβερνήσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. –δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό- εγκατέλειψε την ελληνική σημαία ακριβώς επειδή δεν έβλεπαν την αναγκαιότητα της αλλαγής. Και ενώ είχαν μια υπερπροσπάθεια από τους ‘Ελληνες επιχειρηματίες της θάλασσας με υπερεπενδύσεις σε νεότευκτα πλοία, μια ραγδαία αλλαγή του ελληνόκτητου στόλου, αντίθετα δεν βλέπαμε καινούργια καράβια στην ελληνική σημαία. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. το 2004 παρέδωσε μια ελληνική ναυτιλία με τρεισήμισι χιλιάδες ελληνόκτητα καράβια και επτακόσια πενήντα μόνον να φέρουν την ελληνική σημαία. Για να υπάρχουν περισσότερα καράβια στα οποία θα απασχοληθούν περισσότεροι ναυτικοί χρειάζεται ανταγωνιστικότητα του ελληνικού πλοίου και όχι οργανισμός απασχόλησης. Τέλος, το συγκεκριμένο νομοθέτημα δεν απαντά στο πρόβλημα της ανεργίας, γιατί στο πρόβλημα της ανεργίας πέραν από την προσφορά των θέσεων εργασίας, υπάρχουν και άλλες παράμετροι οι οποίες δεν αγγίζονται μέσα από έναν κρατικοδίαιτο οργανισμό. Υπάρχει το θέμα του «μπάρκου» και του «ξεμπάρκου», όπως πολύ σωστά είπε ο κ. Διαμαντίδης. ‘Ενας ναυτικός δεν είναι διαρκώς απασχολούμενος. ‘Οταν ξεμπαρκάρει δε σημαίνει ότι είναι άνεργος ή ότι δεν έχει προσφορά για δουλειά. Μπορεί να καθίσει το τρίμηνο στο σπίτι του αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είναι άνεργος. Ούτε σημαίνει ότι εκείνη την περίοδο πρέπει να κάνει κάτι διαφορετικό πέρα από το να επιμορφωθεί κοντά στο σπίτι του και να αποκτήσει καινούργιες δεξιότητες και προσόντα τα οποία θα τον κάνουν ακόμα καλύτερο και πιο ενημερωμένο πάνω στην εργασία του. Έτσι, λοιπόν, μέσα από αυτούς τους πολυδαίδαλους οργανισμούς, κύριε Πρόεδρε, δεν νομίζω ότι απαντάμε στο βασικό πρόβλημα το οποίο είναι να συνεχίσουμε να παράγουμε ικανά στελέχη στο Εμπορικό Ναυτικό. Μία προσπάθεια που έχει γίνει από αυτήν την Κυβέρνηση είναι σαφέστατα στη σωστή κατεύθυνση, είναι στην κατεύθυνση του να αναπτυχθούν οι Σχολές Εμπορικού Ναυτικού, να προσελκυστούν περισσότεροι νέοι, να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού πλοίου. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση νομίζω θα πρέπει να εμβαθύνουμε και να συνεχίσουμε τις προσπάθειές μας στο πως να φέρουμε περισσότερα νέα παιδιά μέσα στη θάλασσα. Είναι ντροπή για μία χώρα που θέλει να είναι η πρωτοπόρος στην Εμπορική Ναυτιλία, ακόμη, να μην έχουμε κατακτήσει την πανεπιστημιακή γνώση στη ναυτοσύνη. Είναι ντροπή για μία χώρα, που έχει τόσο μεγάλη εμπειρία, να μην έχουμε αναπτύξει με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο έχουμε αναπτύξει την οικονομική διαχείριση των πλοίων, τη ναυπηγική ή τις άλλες υπηρεσίες. Είναι ντροπή για μία χώρα, που θέλει να παραμένει ισχυρή δύναμη στη ναυτιλία, να έχει ένα πολύ περιορισμένο κύκλο ανθρώπων που ασχολούνται με αυτή, που δεν ξεπερνά τους εκατό χιλιάδες ανθρώπους. Πρέπει, λοιπόν, όλοι να στρέψουμε πολύ περισσότερο την προσοχή μας στο πως να φέρουμε περισσότερους ανθρώπους να ασχολούνται με αυτήν την κερδοφόρο για τη χώρα μας και συναλλαγματοφόρα δραστηριότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε χρόνο –ιδιαίτερα δε τα τελευταία με μεγάλη διαφορά- το ναυτιλιακό «συνάλλαγμα», οι εισροές από τη ναυτιλία αυξάνονται. Έχουν ξεπεράσει και τον τουρισμό και τις εισροές από τα κοινοτικά πλαίσια στήριξης και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό το χρήμα πρέπει να το αξιοποιήσουμε ολοένα και περισσότερο. Δεν το αξιοποιούμε όμως φτιάχνοντας έναν καινούργιο κρατικοδίαιτο οργανισμό. Το αξιοποιούμε όταν θα μπορέσουμε να ανοίξουμε περισσότερες πόρτες, όταν θα μπορέσουμε να ανοίξουμε περισσότερες πόρτες σε πολλαπλές υπηρεσίες, σε υπηρεσίες ασφάλισης, αντασφάλισης των πλοίων, στα ναυτικά δικαστήρια. Το αξιοποιούμε όταν θα μπορέσουμε να ξανακάνουμε τον Πειραιά κέντρο επιχειρήσεων και όχι κέντρο, αν θέλετε, μιας πόλης η οποία ζει σε ρυθμούς αποβιομηχάνισης. Όταν θα μπορέσουμε να ξαναφέρουμε στο ίδιο το επίπεδο του σχολείου και του πανεπιστημίου, αλλά βασικά του σχολείου, το προβληματισμό γύρω από τη θάλασσα και την περηφάνια για τη θάλασσα. Όταν θα μπορέσουμε να αναπτύξουμε με σωστό τρόπο το θαλάσσιο τουρισμό χωρίς να καταστρέψουμε το περιβάλλον των νησιών μας δίνοντας όμως τη δυνατότητα στην απόλυτη τουριστική εκμετάλλευση στο μάξιμουμ των δυνατοτήτων όλων των μικρών νησιών της χώρας. Όταν θα μπορέσουμε να φέρουμε περισσότερες επενδύσεις στο ναυπηγικό τομέα και όχι μόνο στις μεγάλες κατασκευές των υπερσύγχρονων τάνκερς που εκεί ανταγωνιζόμαστε τα χαμηλά εργατικά της Ανατολής. Και το λέω αυτό γιατί καλώς ή κακώς –το έχουμε πει πολλές φορές σ’ αυτήν την Αίθουσα- η επεξεργασία του τόνου του χάλυβα κοστίζει στην Ελλάδα κοντά στα 10 δολάρια ενώ στην αντίστοιχη αγορά της Κίνας κοστίζει 1 δολάριο και είναι τεράστια η απόσταση αυτή και δεν συμφέρει, αλλά συμφέρει στο να αναπτύξουμε τεχνογνωσία σε ειδικά πλοία, σε τουριστικά σκάφη, εκεί που μπορούμε να έχουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα λόγω της υψηλής παραγωγικότητας που έχουμε και της εμπειρίας που έχει το ελληνικό προσωπικό. Αυτά θα πρέπει να είναι τα αντικείμενα του προβληματισμού μας γύρω από τη θαλάσσια δραστηριότητα και όχι να φτιάξουμε άλλον έναν οργανισμό. Εγώ θα ήθελα, θα έβλεπα με πολύ μεγάλη χαρά από την πλευρά του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και από τον κ. Ανωμερίτη -ο οποίος ήταν και εμπνευστής και συντάκτης του σχεδίου νόμου και ο οποίος έχει κοσμήσει με την παρουσία του και με την αγάπη που έχει δείξει στη θάλασσα τη θέση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας- και θα περίμενα να δούμε μία πρόταση πως να αναβαθμιστεί ο ήδη υπάρχων οργανισμός, ο «Οίκος του Ναύτου», ο οποίος εγκαταλείφθηκε επί ημερών ΠΑ.ΣΟ.Κ., χωρίς προϋπολογισμό με τεράστια ελλείμματα, χωρίς υποδομές και ο οποίος ακριβώς αυτό είχε στόχευση, το να προστατεύσει, να ενισχύσει, να στηρίξει τον Έλληνα ναυτικό τη στιγμή της αδυναμίας του. Και η στιγμή της αδυναμίας δεν είναι η στιγμή της ανεργίας αλλά είναι η στιγμή που ανθρώπινα έρχεται ένα χτύπημα στον καθένα. Και όμως ο «Οίκος του Ναύτου» ακόμη και σήμερα παραμένει ένας οργανισμός ο οποίος δεν έχει μπορέσει να αξιοποιήσει την περιουσία του. Υπάρχει ένα τεράστιο οικόπεδο στο Δήμο Μελισσίων, με το παλιό Ναυτικό Νοσοκομείο, το οποίο θα πρέπει να βρει έναν τρόπο να το αξιοποιήσει σε συνδυασμό με την τοπική κοινωνία κ.ο.κ. Τέτοιες προτάσεις περιμένουμε και όχι προτάσεις οι οποίες υπήρχαν στο συρτάρι της πολιτικής ηγεσίας αλλά δεν τις έφερε προς συζήτηση. Γιατί το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν έφερε τότε προς συζήτηση αυτήν την πρόταση; Ακριβώς γιατί έβλεπε ότι δεν είναι τόσο κορυφαία και τόσο ουσιαστική αυτή η αλλαγή που θα έκανε, να έρχονται σήμερα μόνο και μόνο γιατί δεν έχουμε να πούμε κάτι καινούργιο, κάτι πρωτότυπο, κάτι που να ανταποκρίνεται στη σύγχρονη πραγματικότητα. Αυτό το οποίο μένει ως πολιτικό μήνυμα είναι ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. θα πρέπει να προχωρήσει περισσότερο την ατζέντα, θα πρέπει να φέρει περισσότερες και ουσιαστικότερες προτάσεις, καινοτόμες προτάσεις, να συζητηθούν εδώ και μέσα από αυτήν τη πρωτοβουλία του ν’ αναδείξει και το θεσμικό του ρόλο ως Αντιπολίτευση. Ας μην μένουμε μόνο στις συζήτηση αυτών που σχεδιάστηκαν, όταν σχεδιάστηκαν και τα οποία σήμερα δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες. Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.