Η συμπλήρωση πενήντα χρόνων από την υπογραφή της συνθήκης της Ρώμης πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία για την ανάπτυξη ενός γόνιμου προβληματισμού στη χώρα μας που θα αφορά πρώτον την αποτίμηση της συμμετοχής της χώρας μας στην Ε.Ε και δεύτερον, το μέλλον της Ευρώπης, και τις προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσει για το κοινό μέλλον όλων των Ευρωπαίων. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι εμείς οι Έλληνες, ως μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ισχυροποιήσαμε τη διεθνή θέση της χώρας μας. Επιταχύναμε την οικονομική και κοινωνική πρόοδο της Ελλάδος. Βελτιώσαμε, και αυτό είναι το κυριότερο, τη ζωή των Ελλήνων. Υλοποιήσαμε μεγάλα έργα. Εκσυγχρονίσαμε τις υποδομές μας. Προωθήσαμε αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, αλλά και πολιτικές ενδυνάμωσης της κοινωνικής συνοχής. Σε αυτά τα είκοσι έξι χρόνια όμως θα μπορούσαν να είχαν γίνει πολύ περισσότερα. Αρκεί μόνο να αναλογιστούμε ότι με την ολοκλήρωση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Ελλάδας τον Μάιο του 1979 η χώρα μας πληρούσε όλα τα οικονομικά κριτήρια που υιοθέτησαν το 1992 οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων το 1992 με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Δυστυχώς μια σειρά λανθασμένων οικονομικών πολιτικών τη δεκαετία του 80 όπως για παράδειγμα η δημοσιονομική επέκταση προκάλεσε πολλαπλά προβλήματα όπως η εκτόξευση του δημοσίου χρέους, η διεύρυνση των ελλειμμάτων η υψηλή ανεργία, η χαμηλή παραγωγικότητα και η υστέρηση στους τομείς των νέων τεχνολογιών. Αυτά τα προβλήματα και πολλά ακόμη μας ταλανίζουν ακόμη και σήμερα. Και γι’ αυτό το λόγο επιβάλλεται να μην επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος. Επιβάλλεται η κρίση μας για την πολιτική να γίνεται με ευρωπαϊκούς όρους που θα αφορούν την υψηλότερη οικονομική και κοινωνική σύγκλιση και την ενίσχυση της διεθνούς εικόνας της χώρας. Τα τελευταία δύο χρόνια μετά την απόρριψη της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής συνθήκης από τους Γάλλους και τους Ολλανδούς, η ΕΕ βρίσκεται σε μια βαθιά περίοδο περισσυλλογής. Μιλώντας για τη Νέα Ευρώπη την οποία καλούμαστε να οικοδομήσουμε, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, το 1979, τόνιζε: «Η στασιμότης είναι η χειρότερη λύση. Αν λύσουμε το βασικό πρόβλημα της μορφής που θα δώσουμε στην Ευρώπη του μέλλοντος, συνέχιζε, οι διαδικασίες για την πραγματοποίησή της θα απλουστευθούν αυτόματα» Οι Ευρωπαίοι σήμερα διακατέχονται όμως από αβεβαιότητα και ανασφάλεια. Σύμφωνα με μια ποιοτική μελέτη που δημοσιεύθηκε από το Ευρωβαρόμετρο τον Μάιο του 2006, το μέλλον φαίνεται δύσκολο στους πολίτες πολλών χωρών, ιδίως των παλαιότερων κρατών-μελών. Ο πεσσιμισμός αυτός, σε πολλές χώρες, συνδυάζεται με εκείνο που αποκαλείται «Eurofragility», την αίσθηση δηλαδή ότι το ευρωπαϊκό οικοδόμημα δεν είναι ικανό να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις και τους κινδύνους του σήμερα και του αύριο. Κυριαρχούν ερωτήματα όπως: ποιος είναι ο ρόλος της Ευρώπης στον κόσμο; Πώς θα αντιμετωπίσουμε την παγκοσμιοποίηση; Τι δυνατότητα έχουμε να διατηρήσουμε το κοινωνικό μας μοντέλο - όντας όμως παράλληλα και πιο ανταγωνιστικοί; Ένα άλλο κυρίαρχο ερώτημα είναι τα όρια της διεύρυνσης της. Μέχρι που μπορεί να φτάσει η Ευρώπη; Η αναμενόμενη εκλογή του Νικολά Σαρκοζί στη Γαλλία θα πυροδοτήσει αυτή τη συζήτηση καθώς ο ίδιος θεωρεί ότι η Τουρκία δεν ανήκει στην Ευρώπη. Η ΕΕ δεν είναι ούτε θέλουμε να είναι ένα κλάμπ χριστιανικών κρατών. Είναι όμως βέβαιο ότι είναι μια κοινότητα Δημοκρατιών. Τα τελευταία γεγονότα στην Τουρκία με το Συνταγματικό πραξικόπημα που οδηγεί τη χώρα σε πρόωρες εκλογές καθιστούν πλέον σαφές ότι η Τουρκία δεν είναι μια ώριμη δημοκρατία αλλά μια ασταθής δημοκρατία. Οι Βουλευτικές εκλογές που θα πραγματοποιηθούν στη γειτονική χώρα δεν έχουν πολιτικό χαρακτήρα. Είναι μια μάχη που θα δοθεί για την φυσιογνωμία της Τουρκίας και το γεγονός αυτό προβληματίζει τους Ευρωπαίους. Οι δυνάμεις που μέχρι τώρα εμφανίζονταν να υπερασπίζονται τον κοσμικό της χαρακτήρα είναι αυτές που υπονομεύουν την δημοκρατία. Που υποσκάπτουν την πολιτική εξουσία και τον ρόλο του κοινοβουλίου. Από την άλλη οι δυνάμεις που υποστηρίζουν μια πιο μουσουλμανική Τουρκία, εμφανίζονται ως οι αυθεντικοί εκφραστές των δημοκρατικών διαδικασιών. Αυτή η πολιτική παραδοξότητα είναι σίγουρο ότι θα δώσει ακόμα μεγαλύτερη ώθηση στις δυνάμεις εκείνες που εναντιώνονται στην ένταξη της Τουρκίας. Την ίδια στιγμή προκύπτουν άλλες ευκαιρίες για διεύρυνση στις οποίες όμως η ΕΕ δεν δίνει την ανάλογη προσοχή. Καταρχάς η Ουκρανία που βρίσκεται επίσης σε βαθιά πολιτική κρίση. Μια χώρα με ξεχωριστή στρατηγική σημασία και πλούσια σε φυσικούς και ενεργειακούς πόρους που έχει απόλυτη ανάγκη την ενίσχυση των δεσμών της με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δυστυχώς μέχρι τώρα και παρά το γεγονός ότι εκεί υπάρχουν πολλές φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις η ΕΕ παρακολουθεί τις εξελίξεις αμέτοχη. Παρακολουθεί αμήχανη του πολιτικούς διαγκωνισμούς μεταξύ των φιλορωσικών και φιλοατλαντικών δυνάμεων σε μία μάχη για την επικράτηση του οριστικού προσανατολισμού της χώρας. Τέλος υπάρχουν οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, οι οποίες αν και, με εξαίρεση τη Σερβία, δεν απολαμβάνουν υψηλό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, παρόλα αυτά ενοποιούν γεωγραφικά το Ευρωπαϊκό χώρο. Επίσης η Ευρωπαϊκή τους πορεία είναι ιδιαίτερα σημαντική για την χώρα μας αφού μέσω αυτής εξασφαλίζεται περαιτέρω η ασφάλεια, η σταθερότητα και η συνεργασία, οικονομική και πολιτική στην περιοχή. Είναι γεγονός ότι με την επίλυση του θέματος του Κοσσόβου, μετά την υιοθέτηση κοινά αποδεκτής λύσης, οφείλει η ΕΕ να προχωρήσει με γοργά βήματα στην ένταξη της Σερβίας στο club των 27.