ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η τοποθέτηση του Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ σε σχέση με την επερώτηση νομίζω ότι απέδειξε το εξής: Ότι δεν μπήκε –και πολύ ορθά- στο ύφος που χρησιμοποιούν και στο κείμενό τους οι συνάδελφοι του ΠΑΣΟΚ αλλά και όσοι προσπάθησαν να μιλήσουν μέσα στην Αίθουσα σηκώνοντας ψηλά τους τόνους στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής. Και είναι πολύ σημαντικό να μην παρασυρθούμε και να μην παρασυρθούν τα ίδια τα εθνικά μας θέματα και τα θέματα της εξωτερικής μας πολιτικής στο κλίμα της πολιτικής οξύτητας που επικρατεί το τελευταίο διάστημα. Η ένταξη των εθνικών μας θεμάτων στα μικροκομματικά συμφέροντα και στη δημιουργία εντυπώσεων μόνο κακά έχει φέρει στον τόπο. Έτσι, πολύ συνετά ο κύριος Καστανίδης ρώτησε, ποιο είναι το δόγμα της εξωτερικής πολιτικής που σήμερα ακολουθεί η Κυβέρνηση. Ποιος είναι ο βηματισμός; Ποιος είναι ο στόχος; Μα, στόχος νομίζω ότι ήταν και παραμένει ένας. Εμείς δεν εξυπηρετούμε δόγματα και σαφείς γραμμές, εξυπηρετούμε μία και μόνο, το εθνικό συμφέρον. Πως με περισσότερες ενέργειες, με έντονη παρουσία, με σταθερές θέσεις, αλλά πάνω από όλα με την ευελιξία που χρειάζεται, θα εξυπηρετήσουμε το στόχο της Ελλάδας, να παραμένει ένας ισχυρός παράγοντας σταθερότητας στην περιοχή. Δεν ακυρώσαμε καμία ευελιξία στην εξωτερική πολιτική, αντιθέτως ενισχύσαμε αυτήν την ευελιξία και σήμερα βλέπουμε σε διάφορους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της διεθνούς σκηνής να ακολουθείται η θέση την οποία υιοθέτησε η Ελλάδα, όπως παραδείγματος χάρη στο θέμα του Κοσόβου. Ήμασταν οι πρώτοι που είπαμε ότι δεν πρέπει το θέμα του Κοσόβου, η λύση να αποτελέσει αντικείμενο επιβολής. Και σήμερα φαίνεται ότι η λύση πάει να γίνει αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης. Είπαμε, ότι δεν χρειάζονται τα σφιχτά χρονοδιαγράμματα. Και από την ημέρα που μόνη η Ελλάδα μίλησε για μη σφιχτά χρονοδιαγράμματα, έχει περάσει αρκετός καιρός και ακόμα δεν έχει οριστικοποιηθεί αυτή η κρίση. Και βέβαια, θεωρούσαμε και θεωρούμε ότι η λύση θα πρέπει να είναι αποδεκτή και από τις δύο πλευρές, πράγμα που ολοένα η Διεθνής Κοινότητα κάνει περισσότερο αποδεκτό. Μιλήσατε για την Τουρκία. Ποιος είναι ο στόχος μας στην Τουρκία; Μα, απέναντι στην Τουρκία ο στόχος που έχουμε θέσει, πλήρης ένταξη με πλήρη συμμόρφωση, είναι κάτι το οποίο έχει αποτελέσει στην ίδια την Τουρκία αντικείμενο βαθιάς συζήτησης και κρίσης του πολιτικού συστήματος. Δεν είμαστε εμείς που υπαναχωρούμε της αρχικής μας θέσης, είναι η Τουρκία που ακριβώς γιατί είναι δύσκολη για την ίδια η πλήρης συμμόρφωση προς τα ευρωπαϊκά δεδομένα, έχει μπει σ’ αυτήν τη βαθιά κρίση και την εθνική εσωτερική αναζήτηση. Σε ό,τι αφορά τα θέματα της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, η Υπουργός των Εξωτερικών πολύ σωστά έθεσε πριν τον τρόπο με τον οποίο και τιμούμε και στηρίζουμε και την υπογραφή μας και το ψήφισμα σ’ αυτήν εδώ τη Βουλή σχεδόν με την απόλυτη πλειοψηφία των Βουλευτών, αφού και τα δύο μεγάλα κόμματα την ψηφίσαμε και την παρουσιάσαμε. Ήμασταν το πρώτο Κοινοβούλιο, αν θυμάστε καλά, που κύρωσε την Ευρωπαϊκή Συνθήκη. Δεν υπαναχωρούμε, αλλά είναι γεγονός ότι σήμερα οι χριστιανοδημοκρατικές δυνάμεις, οι δυνάμεις της συντήρησης, όπως θέλετε να λέτε εσείς, αλλά εμείς θα πούμε της προόδου, όπως ο καινούργιος Γάλλος Πρόεδρος κ. Σαρκοζί, η κ. Μέρκελ η οποία έχει κάνει σοβαρότατες κινήσεις, έχουν αναθερμάνει όλο το ενδιαφέρον γύρω από τη θέσπιση μίας Συνθήκης η οποία θα ανταποκρίνεται στο λειτουργικό πρόβλημα που έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση και θα ανταποκρίνεται και στις φιλοδοξίες των Ευρωπαίων πολιτών που, όπως πολύ σωστά ετέθη από τον κύριο Καστανίδη πριν, καταψήφισαν σε δημοψηφίσματα την Ευρωπαϊκή Συνθήκη όχι γι’ αυτά τα οποία περιέγραφε, αλλά για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι Βρυξέλες. Θα μου επιτρέψετε να σας πω και κάτι άλλο: Σε κάποιες περιπτώσεις η αντίδραση των Ευρωπαίων πολιτών ήταν και απέναντι στην πολιτική της διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αυτό έχει να κάνει με την Τουρκία και τον τρόπο με τον οποίο πάλι πολλοί Ευρωπαίοι πολίτες αντιδρούν στο θέμα της εισόδου της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, οι αμφισβητήσεις των εθνικών και κυριαρχικών μας δικαιωμάτων για τις οποίες έγινε λόγος και οι όποιες αρνητικές εξελίξεις σ’ αυτόν τον τομέα δεν δημιουργήθηκαν σε πολιτικό κενό, αλλά έχουν και ιστορία και προϊστορία. Παραδείγματος χάρη για το θέμα των Σκοπίων ετέθη με δηκτικότητα κιόλας πως το 2005 αναγνωρίστηκε το κράτος Σκοπίων με τη συνταγματική του ονομασία από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ξεχνάτε ή μπορείτε να αρνηθείτε ότι ακόμα και αυτή η αναγνώριση δεν είναι αποτέλεσμα μιας συμφωνίας που υπέγραψαν οι Ηνωμένες Πολιτείες με τα Σκόπια το 2003 για την εξαίρεση των Αμερικανών στρατιωτών από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο; Δεν ήταν κάποιος άλλος στην κυβέρνηση εκείνη τη στιγμή; Δεν ήταν κάποιος άλλος Υπουργός Εξωτερικών το 2003; Ξεχνάτε ότι ακόμα και στα θέματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων ο κ. Πάγκαλος –ο οποίος προσυπογράφει πρώτος την επερώτηση που συζητάμε σήμερα και δυστυχώς δεν ήταν σ’ αυτήν την Αίθουσα λόγω άλλων υποχρεώσεων, απ’ ό,τι φαντάζομαι- έθετε στο διάδοχό του και νυν Αρχηγό του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ερωτήματα για τα χαμηλής στάθμης, ζητήματα που είχαν τεθεί από Ελληνικής πλευράς στον διάλογο με την Τουρκία, όπως η ανέγερση του κτιρίου της ελληνικής πρεσβείας στην ¶γκυρα, η ακτοπλοϊκή σύνδεση της Ίμβρου με τα νησιά του Αιγαίου και η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης; Δεν είναι θέματα για τα οποία ακόμα και τώρα δεν υπάρχει λύση; Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ότι με τις απαντήσεις της η Υπουργός των Εξωτερικών περιέγραψε ανάγλυφα τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα αντιμετωπίζει τις διεθνείς προκλήσεις και με την παρουσία της και διεθνές και σε εσωτερικό επίπεδο έχει αποδείξει ότι μπορούμε να βασιζόμαστε σε μία πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Η πρόσφατη επίσκεψη στη Μέση Ανατολή που με επιτυχία πραγματοποίησε δείχνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται παντού όπου έχει ερείσματα και συμφέροντα, αλλά βρίσκεται ακόμα και χωρίς άμεσο συμφέρον σε περιοχές που έχουν ανάγκη αυτού του σταθεροποιητικού ρόλου και παράγοντα που λέγεται «Ελλάδα». Και γίνεται αποδεκτή η Ελλάδα και στους εταίρους και στους φίλους, αλλά και στις μεγάλες δυνάμεις ως ένας ισχυρός παράγοντας συνεργασίας. - Δεν είναι τυχαίο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, με πρόσφατες δηλώσεις του κ. Μπερνς, θεωρούν ότι η Ελληνική Κυβέρνηση σήμερα αποτελεί ένα στρατηγικό σύμμαχο. - Δεν είναι τυχαίο ότι από τη Ρωσία μόνο ο Πρόεδρος Πουτιν έχει έρθει τρεις φορές τον τελευταίο χρόνο στην Ελλάδα και έχει υπογράψει μία σημαντικότατη ενεργειακή συμφωνία την οποία δεν είχατε καταφέρει μέχρι τώρα να την υλοποιήσετε και να της δώσετε σάρκα και οστά. - Δεν είναι τυχαίο το ότι έχουμε αναπτύξει μία πολυδιάστατη σχέση με την Κίνα με αλλεπάλληλες επισκέψεις όχι μόνο σε πολιτικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο ανταλλαγής τεχνογνωσίας εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων, αλλά και οικονομικής συνεργασίας. - Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα η Ελλάδα αντιμετωπίζεται στο χώρο των Βαλκανίων ως η ηγέτιδα δύναμη, όχι γιατί επιβάλλει τη δύναμή της, αλλά γιατί είναι η χώρα που ανοίγει τις πόρτες της στο διάλογο, στη συνεργασία και, πάνω από όλα, στην οικονομική συνεργασία. - Δεν είναι τυχαίο ότι επί Κυβερνήσεως Κώστα Καραμανλή και Νέας Δημοκρατίας υλοποιείται επιτέλους το πρόγραμμα στήριξης των Βαλκανίων, το γνωστό ΕΣΟΑΒ, το οποίο ήταν ακάλυπτη επιταγή στα δικά σας χέρια και σήμερα αρχίζει και παίρνει σάρκα και οστά. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πρέπει να μας δίνετε πολλές φορές την ευκαιρία να έρχεται η Υπουργός των Εξωτερικών στη Βουλή, να δίνει απαντήσεις, να δίνει στον ελληνικό λαό το σχέδιο και το όραμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Γιατί το ότι ενάμιση χρόνο τώρα δεν είχατε καταφέρει να καταθέσετε μία επερώτηση για τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής δείχνει ένα πράγμα, ότι έξω πάμε καλά. (Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας)