Αρθρο στην Εφημερίδα "Βραδυνή της Κυριακής"Όταν πριν από τέσσερα χρόνια ο τότε Πρόεδρος της Δ.Ο.Ε. Χ.Α.Σάμαρανκ ανακοίνωνε την απόφαση για την διοργάνωση της Ολυμπιάδας του 2004 στην Αθήνα, σύσσωμος ο Ελληνικός λαός πανηγύριζε γι, αυτήν την ιστορική δικαίωση και την ευκαιρία που παρουσιαζόταν στην χώρα μας να αναδείξει την δύναμη του Πολιτισμού της. Ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα της διεκδίκησης είχε πετύχει τον σκοπό του. Η Ελλάδα αναλάμβανε να αναβαπτιστεί τ Ολυμπιακό πνευμα. Είναι αλήθεια ότι ελάχιστοι από τους Έλληνες γνώριζαν τότε το μέγεθος του εγχειρήματος που αναλαμβάναμε να διεκπεραιώσουμε. Είναι όμως επίσης αλήθεια, ότι βρισκόμασταν σε πλεονεκτική θέση έναντι άλλων πόλεων που διοργάνωσαν ή διεκδικούσαν την διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Έχοντας έτοιμες το 72% των αθλητικών εγκαταστάσεων το πλέον φυσιολογικό θα ήταν τέσσερα χρόνια μετά, να συζητάμε για την επιπλέον προσφορά της Αθήνας στο Ολυμπιακό κίνημα και στα Ολυμπιακά ιδεώδη. Αντί αυτού όμως η εθνική υπόθεση εξελίσσεται σε μία μάχη με τον χρόνο προκειμένου η χώρα μας να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις που ανέλαβε. Ακούγεται επανειλημμένως από τα αρμόδια κυβερνητικά χείλη ότι η Αθήνα θα κερδίσει τελικά το στοίχημα και θα διοργανώσει άψογα τους Ολυμπιακούς αγώνες. Η ένσταση όμως δεν αφορά τους τύπους αλλά την ουσία. Ποιο είναι το στοίχημα που βάλαμε; Να αντιγράψουμε το Σίδνευ ή την Ατλάντα; Αν είναι αυτό το περιεχόμενο του τότε γιατί μιλάγαμε όλοι για ιστορική δικαίωση; Αυτό που έκανε ξεχωριστή την υποψηφιότητα της Αθήνας ήταν το κεφάλαιο στο φάκελο της διεκδίκησης, για τον θεσμό της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας. Ήταν μια συγκινητική και φιλόδοξη ιδέα, με στόχο να δώσει ένα διαφορετικό χρώμα στους Αγώνες, να αναβιώσει το πνεύμα του Ολυμπισμού, να αποτελέσει το πλαίσιο της προσφοράς του Ελληνισμού στο σύγχρονο κόσμο. Να δώσει μια διαφορετική απάντηση στην άκρατη εμπορευματοποίηση, στην υποχώρηση της ευγενούς άμιλλας, και στην επικράτηση του συναγωνισμού απέναντι στον ανταγωνισμό. Αυτή η ιδέα ήταν ο καταλύτης της απόφασης και αυτό το απεκάλυψε ο τότε πρόεδρος της ΔΟΕ λέγοντας πως ένας από τους βασικούς λόγους της ανάθεσης των Αγώνων στην Ελλάδα, ήταν να ξαναβρεί ο Ολυμπισμός το ιδεολογικό περιεχόμενό του. Μια σύντομη αναφορά στις κατά καιρούς δεσμεύσεις και εξαγγελίες της κυβέρνησης και μια επίσης απλή παράθεση των πεπραγμένων είναι αρκετή για να συνειδητοποιήσουμε ότι το όραμα σβήνει και μάλιστα οριστικά. Η κεντρική ιδέα που όλοι στηρίξαμε ήταν, να καταστεί η Πολιτιστική Ολυμπιάδα ένας μόνιμος θεσμός, που θα εκτείνεται σ΄ όλη την τετραετία, μεταξύ δύο διοργανώσεων Ολυμπιακών Αγώνων και θα έχει ως μόνιμη έδρα του αρμόδιου Οργανισμού, την Αθήνα. Δυστυχώς αυτή η ιδέα που θα κατέτασσε την χώρα μας στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτιστικής δραστηριότητας έχει εγκαταλειφθεί και το πλέον ανησυχητικό είναι ότι αυτό δεν θα το καταφέρουμε ούτε όταν τα φώτα της παγκόσμιας κοινότητας θα είναι στραμμένα στην Αθήνα για την τέλεση των Αγώνων. Τέσσερα χρόνια μετά την ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων είναι εμφανές ότι οι αρμόδιοι για την τέλεση τους έχουν συμβιβαστεί με την ιδέα της προβολής της Ακρόπολης και της Αρχαίας Ολυμπίας στην Οικουμένη μέσα από τα πλάνα των τηλεοράσεων. Αυτό όμως δεν είναι όραμα. Είναι συμβιβασμός με την μιζέρια και την παρακμή του σύγχρονου Ελληνικού κράτους. Το ερώτημα που γεννάται είναι απλό. Τί θα μείνει όταν σβήσει η φλόγα και τα φώτα της διεθνούς κοινότητας θα στραφούν στο Πεκίνο με την ξεχωριστή πολιτιστική ταυτότητα και φυσιογνωμία που διαθέτει; Χωρίς να θέλω να γίνω μάντης κακών πολύ φοβούμαι ότι το μήνυμα και το όραμα που θέλαμε να περάσουμε στην παγκόσμια κοινότητα δεν θα το μεταλαμπαδεύσουμε ούτε στους νέους της χώρας μας. Ενάμισι χρόνο μετά την εξαγγελία του το περίφημο ειδικό πρόγραμμα για τη διάδοση του Ολυμπισμού στα σχολεία βρίσκεται ακόμα στα χαρτιά. Αυτή τη στιγμή παρουσιάζεται μια μοναδική ευκαιρία για την διάδοση του Εθελοντισμού και το ερώτημα που γεννάται δεν είναι σε ποιο ποσοστό έχουν καλυφθεί οι ανάγκες αλλά τι γίνεται με την εκπαίδευσή τους. Γιατί μέσα από την εξοικείωση των νέων με την ιδέα αυτή θα είναι πιο εύκολο και προσιτό να φτιάξουμε αύριο μια κοινωνία αλληλεγγύης και συνοχής. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε η «πολιτιστική επανάσταση» που είχαμε υποσχεθεί στην διεθνή κοινότητα εξαντλείται στην ενοποίηση των Αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας και στην αναβάθμιση του Ιστορικού κέντρου της πόλης. Το μουσείο της Ακρόπολης η ανέγερση του οποίου συνδέθηκε με την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα κινδυνεύει να αποσυνδεθεί από την προοπτική του. Και είναι απορίας άξιο γιατί επικρατεί αυτή νωχελικότητα όταν μεγαλύτερο δέλεαρ για την επιστροφή τους από το 2004 δεν πρόκειται να βρούμε αλλά και γιατί κανείς δεν εγγυάται ότι σε βάθος χρόνου η Βρετανική κοινή γνώμη θα συνεχίσει να εκδηλώνει με τόσο έντονο τρόπο την βούληση της για την αποκατάσταση της αδικίας. Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης ακόμα αναζητεί τον χώρο που θα στεγαστεί και όπως όλα δείχνουν θα αρκεστούμε σε κτίρια όπως αυτό του ΦΙΞ το οποίο στεγάζει στην παρούσα φάση το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και όποιος το προσεγγίσει εξωτερικά μπορεί κάλλιστα να μιλήσει για την σύγχρονη πολιτιστική βαρβαρότητα των Ελλήνων. Η ενεργοποίηση όλων των πολιτιστικών δυνάμεων της χώρας είναι περισσότερο παρά ποτέ αναγκαία. Πάντοτε η σύνθεση και η συνεργασία αποτελούσε το μυστικό της επιτυχίας. Αντ’ αυτού όμως η κυβέρνηση εξακολουθεί να κινείται στην λογική των ημετέρων με αποκλεισμούς καλλιτεχνών και αρχιτεκτόνων. Μπορεί ο Σ. Καλατράβα που θα αναμορφώσει το Ολυμπιακό Στάδιο να είναι από τους διασημότερους στον κόσμο όμως η λογική της ανάθεσης του έργου και του ταυτόχρονου αποκλεισμού των Ελλήνων ειδικών ούτε στην καταπολέμηση της εμπορευματοποίησης συμβάλλει, ούτε στην ανάπτυξη και ανάδειξη νέων ιδεών και δραστηριοτήτων που με την πάροδο του χρόνου θα συνέβαλλαν στην ανάκτηση της αρχιτεκτονικής και πολιτιστικής ταυτότητας. Επί της ουσίας ακυρώνεται μια σημαντική ευκαιρία για την ανάπτυξη μιας αρχιτεκτονικής πολιτικής η οποία θα μπορούσε να παίξει καταλυτικό ρόλο για την βελτίωση της ποιότητας της ζωής, την παιδεία των πολιτών και την συνολική εικόνα της κοινωνίας. Κατόπιν όλων αυτών είναι σαφές ότι όλα όσα περιγράφαμε με την λέξη «όραμα» μετετράπησαν σε διαχείριση των ανειλημμένων υποχρεώσεων. Και το ερώτημα που πλανάται πλέον δεν είναι ποιο θα είναι το μήνυμα στην διεθνή κοινότητα αλλά ποιά θα είναι η προίκα που θα αφήσουμε στις επόμενες γενιές.