Στο διάλογο που έχει ανοίξει η «Ελευθεροτυπία» για την επικείμενη αλλαγή του εκλογικού νόμου θεωρώ ότι πρέπει να τεθούν σε συζήτηση και άλλες απόψεις. Η διαμόρφωση ενός νέου εκλογικού συστήματος θα πρέπει να αντιμετωπιστεί στα πλαίσια των προσδοκιών μας για το πολιτικό σύστημα στη νέα εποχή. Παράλληλα θα πρέπει να συνάδει με την αναθεώρηση του Συντάγματος όπως και με τον καινούργιο διοικητικό σχεδιασμό της χώρας. Πέρα λοιπόν από το θέμα της ενισχυμένης ή της απλής αναλογικής που έχει ήδη τεθεί υπάρχει και το θέμα του συστήματος εκλογής των Βουλευτών.

Διαφωνώ κάθετα με όσους πιστεύουν ότι χρειάζεται να καταργηθεί ή να περιοριστεί η εκλογή των βουλευτών με σταυρό προτίμησης. Η προσφυγή στη λαϊκή κρίση επιβάλλει στον καθένα μας να αντιμετωπίζει με σεβασμό το εκλογικό σώμα και να βρίσκεται σε τακτική επαφή μαζί του. Άλλωστε ο θεσμός των βουλευτών επικρατείας δεν έχει αποφέρει θεαματικά αποτελέσματα αφού μόνο ένα μέρος από τους κατά καιρούς εκλεγμένους βουλευτές επικρατείας έχει παραμείνει και διακριθεί στην πολιτική. Πολλοί δε, πέρασαν σχεδόν άφωνοι από τα έδρανα της Βουλής ή κάποιοι άλλοι θεωρούν το ψηφοδέλτιο Επικρατείας μία τιμητική λίστα για το τέλος της πολιτικής τους σταδιοδρομίας. 

Αυτό που έχει σημασία να πετύχουμε είναι τους ενιαίους όρους εκπροσώπησης. Δεν μπορεί για παράδειγμα να υπάρχει βουλευτής που εκλέγεται από 29.000 ψηφοφόρους και άλλος από 1.400.000 ψηφοφόρους. Η σύγκριση ανάμεσά τους είναι καταλυτική. Κι ενώ στον πρώτο η παρουσία του στην περιφέρεια σε χρονοβόρες κοινωνικές εκδηλώσεις εξασφαλίζει την επανεκλογή του, στη δεύτερη περίπτωση η καλή σχέση με τα ΜΜΕ -με ό,τι σημαίνει αυτό- είναι απαραίτητη. Έτσι μοιραία κάποιος μπορεί να πει ότι έχουμε βουλευτές 2 ταχυτήτων, τους βουλευτές της προσωπικής επαφής και τους βουλευτές εθνικής προβολής. Τέλος, ενώ οι μεν ασχολούνται συνήθως με τα θέματα του νομού τους αγνοώντας τη συνταγματική επιταγή για εθνικούς βουλευτές, οι δε παραμελούν συστηματικά την περιφέρειά τους δημιουργώντας στους πολίτες αίσθημα απουσίας.

Στα πλαίσια του νέου εκλογικού νόμου θα έπρεπε λοιπόν να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά οι  διαφαινόμενες παθογένειες  του πολιτικού συστήματος όπως η ρουσφετολογία, η καλλιέργεια ειδικών σχέσεων με τα ΜΜΕ (διαπλοκή) και οι ανάγκες σε πολιτικό χρήμα. Η ύπαρξη διαφορετικών τοις πράγμασι εκλογικών συστημάτων, μονοσταυρία, δισταυρία, τρισταυρία και τετρασταυρία δημιουργεί διαφορετικές συνθήκες εκλογών στις διάφορες περιφέρειες  της χώρας.   

Δεν με βρίσκει σύμφωνο η δημιουργία μόνο μονοεδρικών περιφερειών ή το μικτό Γερμανικό σύστημα (150 με σταυρό / 150 με  λίστα) καθώς και τα δύο καθιστούν τις εκάστοτε ηγεσίες των κομμάτων απόλυτους κριτές του ποιος τελικά εκλέγεται ή όχι. Πιστεύω στην ύπαρξη ισοδύναμων, κατά το δυνατόν, εκλογικών περιφερειών. Ιδανική λύση θα ήταν η δημιουργία δεκαεδρικών περιφερειών. Έτσι αντιμετωπίζεται και η ανάγκη για πολυκομματική εκπροσώπηση από όλες τις περιοχές της χώρας.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να προχωρήσουμε στον κατακερματισμό των μεγάλων περιφερειών και ιδιαίτερα της Β’ Αθηνών στα 3 ή στα 4. Ανάλογες τομές θα πρέπει να γίνουν και στην Α’ Αθηνών. Παράλληλα οι μονοεδρικές ή διεδρικές περιφέρειες πρέπει να καταργηθούν πλήρως. Έτσι ο εκλογικός χάρτης θα μπορούσε τελικά να διαμορφωθεί σε 30 περίπου αντί 56 εκλογικές περιφέρειες. Τέλος, ορισμένες ιδιαιτερότητες, χωροταξικές και συγκοινωνιακές, ιδιαίτερα σ’ ότι αφορά τα νησιά θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και να γίνει σεβαστή η ενδεχόμενη επιθυμία για περισσότερο τοπική εκπροσώπηση.

Η αλλαγή του εκλογικού χάρτη θα συντελέσει πολύ περισσότερο στην ενίσχυση του κοινοβουλίου από την εφαρμογή ενός ξένου για τα Ελληνικά ήθη εκλογικού συστήματος.