Ομιλία στο Συνέδριο Exposec 2008 με θέμα: «Η πολιτική για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας και της τρομοκρατίας». Ζάππειο Μέγαρο

Κυρίες και Κύριοι

Η έλευση του 21ου αιώνα βρίσκει την διεθνή κοινότητα σε ένα καθεστώς έντονης ανασφάλειας. Βρίσκει τον κόσμο αντιμέτωπο με την τρομοκρατία. Τα τραγικά γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου άλλαξαν σελίδα στην ιστορία της ανθρωπότητας.


Οι τρομοκρατικές απειλές δημιουργούν ένα συγκρουσιακό περιβάλλον κόσμων και πολιτισμών. Εκτός όμως από την τρομοκρατία, φαινόμενα όπως η παράνομη μετανάστευση, η εμπορία ανθρώπων, η παράνομη κατοχή και διακίνηση των όπλων μαζικής καταστροφής, σηματοδοτούν νέους κινδύνους για τα κράτη και την ευημερία της ανθρωπότητας.


Συνεπώς, η εξασφάλιση ενός σταθερού περιβάλλοντος ασφάλειας αποτελεί πρωταρχικό καθήκον για τα κράτη και βασική προϋπόθεση για σταθερότητα και ανάπτυξη.


Αυτό που διδαχτήκαμε από τα γεγονότα της 9/11 και από αυτά που επακολούθησαν στη Μαδρίτη, στο Ριάντ, Μπαλί, στη Μόσχα, στην Τουρκία είναι ότι οι τρομοκράτες κινούνται σε όλο το μήκος και πλάτος του πλανήτη. Σε άλλα κράτη εκπαιδεύονται, σε άλλα σχεδιάζουν, σε άλλα αποκτούν υποδομές και σε άλλα τελικά υλοποιούν τα σχέδιά τους.


Η διεθνής συνεργασία είναι ο μόνος δρόμος για την αντιμετώπιση της διεθνούς τρομοκρατίας και των άλλων κινδύνων που προανέφερα.  Αυτό, εμείς οι Έλληνες, το καταλάβαμε καλύτερα από τον καθέναν.

 

Σε ένα τέτοιο διεθνές περιβάλλον κληθήκαμε να διοργανώσουμε ασφαλείς Ολυμπιακούς Αγώνες και μάλιστα τους πρώτους μετά τα τραγικά γεγονότα της 9/11.


Η διεξαγωγή των ΟΑ σε περιβάλλον απόλυτης ασφάλειας ήταν ιδιαίτερα μεγάλη πρόκληση για τη χώρα μας, με δεδομένο ότι καμία άλλη χώρα δεν διέθετε ολοκληρωμένο σχεδιασμό στον τομέα της ασφάλειας για τη διοργάνωση τέτοιας εμβέλειας γεγονότων.  Δεν θα ήθελα να αναφερθώ αναλυτικά στα περίπου 200 εναλλακτικά ειδικά σχέδια αντιτρομοκρατικής αντίδρασης που εκπονήθηκαν αλλά στο δόγμα ότι η διεθνής τρομοκρατία αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά μόνο με διεθνή συνεργασία. Οφείλω να επισημάνω ότι η Ελληνική Αστυνομία σε συνεργασία με την Σκότλαντ Γιάρντ και τις αρχές ασφαλείας άλλων κρατών και των ΗΠΑ κατέγραψαν στο δυναμικό της σημαντικές επιτυχίες όπως για παράδειγμα την εξάρθρωση της 17Ν και του ΕΛΑ που ταλαιπώρησαν πάρα πολύ την χώρα μας με περίπου 300 τρομοκρατικές ενέργειες.

 

Κυρίες και κύριοι

 

Η Ελλάδα έχει αναπτύξει πολυμερείς και διμερείς συνεργασίες για την αντιμετώπιση τόσο του φαινομένου της τρομοκρατίας όσο και της εγκληματικότητας. Επιγραμματικά αναφέρω ότι:

- τα τελευταία χρόνια έχουν υπογραφεί 32 ειδικά πρωτόκολλα συνεργασίας με άλλες χώρες.

- Δόθηκε έμφαση στη συνεργασία μας με τις όμορες χώρες των Βαλκανίων, της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μεσογείου γενικότερα.

- Επίσης Γνωρίζετε επίσης και την σημαντική πρωτοβουλία που έχει αναλάβει ο Πρωθυπουργός κ. Κ. Καραμανλής για την δημιουργία μιας ευρωπαϊκής ακτοφυλακής η οποία θα προστατεύει τα ευρωπαικά θαλάσσια σύνορα ιδιαίτερα τη Νότια Ευρώπη από τη λαθρομετανάστευση.

 

- Συνεστήθει ακόμα στο Υ.Δ.Τ. το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας, μια δεξαμενή σκέψης που  λειτουργεί για την ανάλυση ζητημάτων ασφάλειας, χειρισμού κρίσεων και αντιτρομοκρατικής δράσης.

- Παράλληλα ιδρύθηκε και μία νέα Διεύθυνση στο Αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ. τη Διεύθυνση Χειρισμού Κρίσεων που επανδρώνεται με εξειδικευμένο και έμπειρο προσωπικό.

- Τέλος προωθήσαμε νομοθετικά την δυνατότητα χρήσης των καμερών για την αποτροπή εγκληματικών ενεργειών και την εξυχνίαση επιθέσεων. . Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι κάμερες μπορούν να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον ασφάλειας. Υπάρχει άλλωστε και η εμπειρία του Λονδίνου όπου οι εκατοντάδες χιλιάδες κάμερες παρακολούθησης δεν απέτρεψαν τους τρομοκράτες να προχωρήσουν στο φοβερό χτύπημα που κόστισε την ζωή δεκάδων βρετανών πολιτών.

 

Από όλες αυτές όμως τις επιλογές και τις δράσεις προκύπτει ένα κεφαλαιώδες ερώτημα το οποία απασχολεί όλα τα εθνικά κοινοβούλια και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αν στην προσπάθεια μας να χτυπήσουμε την τρομοκρατία έχουμε κάνει απλώς ένα βήμα αντίδρασης στη δράση των τρομοκρατών και κατά πόσο ασκούμε μια έξυπνη και ολοκληρωμένη στρατηγική που θα στοχεύει στην αντιμετώπιση των αιτιών που γεννούν την τρομοκρατία. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ.

 

Ο φόβος για την ασφάλεια μας συχνά μας οδηγεί σε πρακτικές οι οποίες δημιουργούν μια εσφαλμένη αίσθηση ασφαλείας.

 

Η διαφύλαξη της δημόσιας ασφάλειας  είναι κοινός στόχος και αυτονόητος. Η μέθοδος όμως που ακολουθούμε δείχνει και το επίπεδο ωριμότητας του πολιτισμού μας. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων μας όχι μόνο είναι κεκτημένο, αλλά αποτελεί μονόδρομο για την ευημερία και την ασφάλεια μας.  

 

Δεν πιστεύω ότι για την προστασία ενός αγαθού πρέπει να οδηγηθούμε στον περιορισμό ενός άλλου. Με αυτές τις πολιτικές δημιουργούμε σύγχυση ως προς τους πραγματικούς στόχους, αντιδράσεις και τελικά οδηγούμαστε στην αναποτελεσματικότητα.

 

Θα σας πω ένα παράδειγμα σε σχέση με τις ΗΠΑ με τις οποίες η Ελλάδα έχει παραδοσιακές σχέσεις φιλίας και συνεργασίας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και άλλων διεθνών οργανισμών: Η χώρα μας βρίσκεται το τελευταίο διάστημα σε διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ για περιβόητο πρόγραμμα Visa Waiver. Η όλη συζήτηση αφορά τελικά την παράδοση μιας σειράς εξαιρετικά ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων των Ελλήνων πολιτών, που θα ταξιδεύουν αεροπορικώς προς την Αμερική, για την αδιευκρίνιστη «επεξεργασία» τους από τις αμερικανικές αρχές ασφαλείας. Κάτι τέτοιο όμως έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την ευρωπαϊκή έννομη τάξη που βάζει περιορισμούς και όρους για την χρήση των προσωπικών δεδομένων.

Κυρίες και κύριοι

Τα πρωτόγνωρα προβλήματα ασφάλειας μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά εαν αναπτύξουμε τις πολιτικές και τους μηχανισμούς που θα απαντούν σε προβλήματα μειονοτήτων, διαπολιτισμικών σχέσεων και θρησκειών, υπανάπτυξης, φτώχειας, υγείας, ανθρώπινων δικαιωμάτων. Και τα προβλήματα αυτά πρέπει να αντιμετωπιστούν κυρίως με διορατικότητα, αλλά και ευαισθησία.

Με αυτή την λογική προσεγγίζουμε και τα ζητήματα της εγκληματικότητας. Το αστυνομικό έργο δεν περιγράφεται ούτε αποτιμάται με αριθμούς και ποσοστά. Η εγκληματικότητα, ως κοινωνικό φαινόμενο, δεν συναρτάται, παρά μόνο δευτερογενώς με τη δράση των διωκτικών αρχών, καθώς πρωτογενώς συνδέεται με παράγοντες που απορρέουν ή σχετίζονται με κοινωνικά και κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό λοιπόν οι κατασταλτικοί μηχανισμοί θα πρέπει να συμπληρώνουν μια πολιτική συνεργασίας και συλλογικής παρέμβασης με τις σχολικές κοινότητες, τους συλλόγους γονέων, τους Δήμους τις Νομαρχίες κ.α. φορείς. Θα πρέπει να συμπληρώνουν μια πολιτική που θα στοχεύει στη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και των αποκλεισμών.

Σας ευχαριστώ πολύ