ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ: Κυρία Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ότι ήταν χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο κατέληξε ο προηγούμενος ομιλητής, ο αγαπητός συνάδελφος κ. Μπούγας, προκαλώντας πραγματικά όσους αντιδρούν, όσους διαφωνούν με την αναθεώρηση του άρθρου 16 να ζητήσουν έστω και πολιτική επιβεβαίωση δια μέσου ενός δημοψηφίσματος στον ελληνικό λαό. Και λυπάμαι που μιλάω σε έδρανα τα οποία είναι σχεδόν κενά από την πλευρά των όσων διαφωνούν, γιατί θεωρώ ότι η αναθεώρηση του άρθρου 16 και η δυνατότητα κατοχύρωσης της λειτουργίας των μη κρατικών πανεπιστημίων από την πλευρά του Συντάγματος και στη συνέχεια η εφαρμογή αυστηρών διατάξεων για τη λειτουργία τους προστατεύει αυτά τα αγαθά, τα αγαθά δηλαδή της δημόσιας εκπαίδευσης και της καλής λειτουργίας της ανώτατης εκπαίδευσης, τα οποία θέλουν να υπερασπίσουν όσοι αντιδρούν στην αναθεώρηση του άρθρου 16.

Τι λένε οι αντιδρώντες; Τι λένε τα κόμματα της Αριστεράς; Τι λέει το ΠΑ.ΣΟ.Κ., το οποίο μάλλον δεν λέει, γιατί δεν έχει ξεκαθαρίσει τι θέλει να πει; Άλλα λένε, ξεχνάνε τι είχαν πει την προηγούμενη, ξαναέρχονται με καινούργιες ιδέες, χωρίς όμως να έχουν αποτυπώσει σ’ ένα φύλλο χαρτί ποια είναι η συνταγματική τους πρόθεση. Λένε ότι, αν ανοίξουμε τη λειτουργία των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων στον ιδιωτικό χώρο μέσα από τη λειτουργία αυτών που ονομάζουμε εμείς «Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα», θα εμπορευματοποιήσουμε την παιδεία, παραγνωρίζοντας ένα πράγμα, ότι σήμερα η παιδεία μας είναι ντε φάκτο εμπορευματοποιημένη, όχι μόνο γιατί χιλιάδες φοιτητές σπουδάζουν στο εξωτερικό, αλλά και γιατί χιλιάδες παιδιά προσπαθούν να βρουν απάντηση στα όνειρα της επαγγελματικής αποκατάστασης και της απόκτησης δεξιοτήτων μέσα από αυτά που λειτουργούν ήδη κερδοσκοπικά στη χώρα μας. Και δεν συζητάμε για ένα, δύο ή τρία ιδρύματα, συζητάμε για εκατοντάδες ιδρύματα, τα οποία λειτουργούν με διατάξεις του εμπορικού κώδικα, που δεν ελέγχονται από το Υπουργείο Παιδείας, με πτυχία που εγώ δεν θέλω να πω ότι είναι αμφισβητούμενης ποιότητας, αλλά σίγουρα δεν υπάρχει γι’ αυτά καμία κρατική πιστοποίηση και σίγουρα δεν υπάρχει καμία κρατική αναγνώριση στην συνέχεια.

Και τι ξεχνάμε; Ξεχνάμε κάτι πάρα πολύ σημαντικό. Ότι εφόσον λειτουργούν όλα αυτά τα ιδρύματα εδώ και πάρα πολύ καιρό στη χώρα μας και έχουν παράγει δεκάδες χιλιάδες αποφοίτους, κάποια στιγμή το κοινωνικά δίκαιο ή το κοινωνικά πιεστικό -ακόμα χειρότερα γιατί εμείς είμαστε πολιτικοί και αντιδρούμε στην κοινωνική πίεση- θα είναι να έλθουμε να τα αναγνωρίσουμε εκ των υστέρων. Και αν δεν το κάνει αυτή η Κυβέρνηση θα αναγκαστεί κάποια άλλη, να τα αναγνωρίσει εκ των υστέρων. Κάποια στιγμή δε θα έλθει και η Ευρωπαϊκή Ένωση και θα μας πει ότι εφόσον έχουμε συνυπογράψει την Μπολώνια και την αναγνώριση των πτυχίων –και καλώς τη συνυπογράψαμε, διαφωνούσε το ΚΚΕ ενδεχομένως αλλά δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία εφόσον το 95% του ελληνικού λαού προσβλέπει προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και η προηγούμενη Κυβέρνηση συνυπέγραψε την Μπολώνια, δηλαδή την αναγνώριση των πτυχίων μέσα στην Ευρώπη μέσα από κοινούς παραδεκτούς κανόνες λειτουργίας- θα πρέπει να αναγνωρίσουμε όλα αυτά τα ιδρύματα και τα πτυχία. Έτσι θα αναγνωρίσουμε και την κερδοσκοπία και θα κατατάξουμε τελικά την κερδοσκοπία πάνω στον εκπαιδευτικό χώρο ως το μόνο τρόπο απόκτησης διπλωμάτων πέρα από το δημόσιο.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι μη ψηφίζοντας την Αναθεώρηση του άρθρου 16 και δίνοντας τη δυνατότητα στο κράτος –γιατί αυτό δίνουμε- δίνουμε τη δυνατότητα στο κράτος να ελέγχει την παρεχόμενη από ιδιώτες δημόσια ανώτατη εκπαίδευση –όχι το αντίστροφο- εθελοτυφλούμε απέναντι σε μια ζωντανή πραγματικότητα, μια πραγματικότητα πιεστική, μια πραγματικότητα που θα μας οδηγήσει μαθηματικά σε μερικά χρόνια να αναγνωριστούν πτυχία τα οποία έχουν δοθεί με τρόπους που ξέρουμε στην πλατεία Κάνιγγος! Και αυτό δεν θα είναι καθόλου τιμητικό ούτε για τη χώρα, ούτε για το επίπεδο εκπαίδευσης.
Νομίζω ότι τα επιχειρήματα τα οποία έχουν αναπτυχθεί γύρω από την αναγκαιότητα λειτουργίας της ανώτατης εκπαίδευσης κάτω από την ιδιωτική πρωτοβουλία και πέρα από τον απόλυτο και ασφυκτικό έλεγχο του κράτους μέσα από τη δημόσια εκπαίδευση, είναι καταλυτικά, τα έχουμε συζητήσει. Άλλωστε, μπορώ να σας πω ότι σαν Ειδικός Εισηγητής για την Αναθεώρηση του άρθρου 16 στην προηγούμενη Βουλή σιώπησα μπροστά στην καταλυτικότητα των επιχειρημάτων του Εισηγητή της Μειοψηφίας τότε του κ. Θόδωρου Πάγκαλου ο οποίος ήταν ακόμα πιο υπέρμαχος απ’ ό,τι η Νέα Δημοκρατία για τη λειτουργία τέτοιου είδους ιδρυμάτων.

Θα σας πω όμως το εξής, ότι ο κόσμος αλλάζει και ο κόσμος δεν μπορεί να λειτουργεί μέσα από περιχαρακώσεις του παρελθόντος. Τα εθνικά σύνορα είναι πολύ χαλαρά και για την οικονομία και για τους ανθρώπους και για τη γνώση και για τις δεξιότητες και για την αγορά εργασίας. Και εφόσον τα εθνικά σύνορα είναι χαλαρά και αυτό είναι μια πραγματικότητα, την οποία δεν μπορούμε να παραβλέπουμε, δεν μπορούμε εμείς να παραμένουμε κολλημένοι σε ένα σκληρό παρελθόν, που είχε άλλους στόχους να εξυπηρετήσει, να βάλει τάξη ενδεχομένως όταν ψηφίστηκε η συγκεκριμένη διάταξη στο Σύνταγμα και η οποία ήθελε να βάλει τάξη σε μια υφιστάμενη τότε αναρχία.

Και εμείς σήμερα τι προτείνουμε; Προτείνουμε πραγματικά να δώσουμε τη δυνατότητα αλλά να δώσουμε και την εποπτεία στο κράτος, να επαναφέρουμε την εποπτεία στο Υπουργείο Παιδείας μέσα από νόμο-πλαίσιο που να ορίζει πώς μπορεί να λειτουργεί και κάτω από ποιες προϋποθέσεις, μέσα από ιδρυτικούς νόμους το καθένα Α.Ε.Ι., να καθορίζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, να καθορίζεται ο τρόπος επιλογής του εκπαιδευτικού προσωπικού, τα δικαιώματα των φοιτητών, τα θέματα χρηματοδότησης, τα θέματα υποτροφιών, πράγματα πολύ βασικά για να λειτουργήσει ένα τέτοιο ίδρυμα.

Έχω τη χαρά να έχω υπάρξει φοιτητής σε διάφορα εκπαιδευτικά ιδρύματα και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό και μπορώ να μιλήσω έχοντας δεχθεί τις εκπαιδευτικές υπηρεσίες και για τα καλά και για τα κακά του κάθε συστήματος. Ένα όμως έμαθα ότι τελικά τα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν τα διαμορφώνουν ούτε οι αίθουσες, ούτε οι υποδομές, ούτε τίποτε άλλο, ούτε οι ίδιοι οι καθηγητές, ούτε τα συγγράμματα.

α εκπαιδευτικά ιδρύματα και το υψηλό επίπεδό τους το διαμορφώνει η άμιλλα που δημιουργείται για τη γνώση ανάμεσα στους φοιτητές. Εκεί γεννιούνται οι νέες ιδέες, εκεί γεννιούνται τα νέα μυαλά, εκεί γεννιέται η πρωτοπορία.

Και δυστυχώς σήμερα ακριβώς γιατί έχει επικρατήσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια μια λογική ισοπέδωσης, μια λογική μηδενισμού αποφυγής της άμιλλας ιδιαίτερα μέσα στο πανεπιστήμιο, δεν γεννιέται τέτοιου είδους νέα γνώση στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Γεννιέται αντίδραση απέναντι στη γνώση. Γεννιέται η επιθυμία κατάλυσης της λειτουργίας του πανεπιστημιακού ιδρύματος. Το έχουμε νοιώσει σαν φοιτητές στις αίθουσες των συνελεύσεων. Το νοιώθουμε σήμερα όταν πάμε να επισκεφθούμε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τα βλέπουμε βαθιά πληγωμένα από τον κομματισμό.

ισθανόμαστε ότι είμαστε φορείς μηνυμάτων για να εκλεγεί ο Α ή ο Β καθηγητής ή να στηριχθεί από την Α ή από τη Β πολιτική νεολαία.

Δυστυχώς, έτσι δεν φτιάχνεται ανώτατη εκπαίδευση. Ανώτατη εκπαίδευση φτιάχνεται μόνο μέσα από σκληρό αγώνα και μέσα από σκληρό ανταγωνισμό των φοιτητών για τον καλύτερο βαθμό, ένα καλύτερο βαθμό που δικαιούνται όχι γιατί φέρουν κομματικές κονκάρδες, ή γιατί ήταν πρώτοι στους κομματικούς αγώνες, αλλά γιατί ήταν πρώτοι στα μαθήματα και στη γέννηση της νέας σκέψης και της νέας γνώσης.

Έχω μπροστά μου ένα βιβλίο. Το υπογράφει ο νυν Υπουργός Παιδείας. Λέγεται «Κόντρα στη δικτατορία των μετριοτήτων-μία παρέμβαση για την αναθεώρηση του άρθρου 16». Είναι μία ανατύπωση ενός άρθρου που δημοσιεύθηκε το 1988 στον Οικονομικό Ταχυδρόμο. Αποτελούσε τη σκέψη όλων ημών που παρ’ ότι ήμασταν φοιτητές στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο θέλαμε να δούμε δίπλα μας να γεννηθεί και κάτι άλλο, κάτι που να μας ανταγωνίζεται, να μας συναγωνίζεται ώστε να διακριθούμε και να φανούμε καλύτεροι. Δυστυχώς, είκοσι χρόνια μετά ακόμα η κατάλυση της δικτατορίας των μετριοτήτων αποτελεί το ζητούμενο. Γι’ αυτό και ζητάω απ’ όλους σας να ψηφίσουμε την αναθεώρηση του άρθρου 16.

(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας)