Στο αμέσως επόμενο διάστημα θα συζητηθεί η προαναγγελθείσα αλλαγή του κανονισμού λειτουργίας της Βουλής. Όσο και αν φαίνεται περίεργο ο κανονισμός λειτουργίας της Βουλής αποτελεί ίσως το βασικότερο εργαλείο για την λειτουργία του κοινοβουλευτικού μας συστήματος και την εμπέδωση του κοινοβουλευτισμού. Δυστυχώς, παρότι η δημοκρατία μας είναι αρκετά ώριμη δεν έχουμε καταφέρει να φέρουμε την αναγκαία ισορροπία ανάμεσα στις εξουσίες. Έτσι η κυβέρνηση λειτουργεί ως πρώτη εξουσία και η Βουλή απλώς συζητά με παράλληλους μονολόγους των κομμάτων. Οι κυβερνητικές πλειοψηφίες θεωρούνται ως δεδομένες και πολλές φορές εγκρίνουν νόμους γραμμένους από την διοίκηση που δεν βοηθούν την ανάπτυξη της χώρας. Παράλληλα οι πολίτες παρακολουθούν την βουλή να συνεδριάζει σε άδεια έδρανα χωρίς να αντιλαμβάνεται τις αιτίες.

Ο σημερινός πρόεδρος της Βουλής, που έχει διακριθεί ως κοινοβουλευτικός, και υπηρετεί με συνέπεια τον διακομματικό διάλογο έχει την ευκαιρία να κάνει ένα βήμα εμπρός για την λειτουργία της Βουλής. Ιδανικά θα μπορούσαμε να εισάγουμε θεσμούς από το Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. Κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοστεί αφού στο Ε.Κ. δεν ισχύει η αρχή της δεδηλωμένης που αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της κοινοβουλευτικής μας εμπειρίας, όπως αυτός έχει εφαρμοστεί.

Παρόλα αυτά τέσσερεις τομείς θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο αλλαγής.

Η Ελληνική Βουλή συνεδριάζει πιο πολύ από όλα τα κοινοβούλια της Ευρώπης, χωρίς απαραίτητα να συνδυάζει την παραγωγικότητα με την ποιότητα. Στο νομοθετικό έργο θα έπρεπε να υπάρχει τουλάχιστον μία εβδομάδα το μήνα αφιερωμένη σε συνεδριάσεις επιτροπών και τρείς εβδομάδες στην συζήτηση και ψήφιση των ν/σ στην ολομέλεια. Με αυτό τον τρόπο τόσο η κυβέρνηση θα πρέπει να οργανώνει καλύτερα το έργο της αλλά και οι συνάδελφοι θα είναι καλύτερα προετοιμασμένοι στην συζήτηση στις επιτροπές. Παράλληλα μία εβδομάδα το δίμηνο η Βουλή πρέπει να παραμένει κλειστή για να αφιερώνεται χρόνος στις εκλογικές περιφέρειες.

Στον κοινοβουλευτικό έλεγχο αντί να συζητιούνται καθημερινά ερωτήσεις να χωρίσουμε την συζήτηση σε ερωτήσεις προς την κυβέρνηση και ερωτήσεις προς τον Πρωθυπουργό. Όταν αυτός κωλύεται τότε και η δεύτερη συνεδρίαση να αφιερώνεται σε ερωτήσεις προς την κυβέρνηση με την παρουσία όλων των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου. Παράλληλα ο θεσμός των επερωτήσεων είναι ξεπερασμένος. Η αλλαγή στους χρόνους ομιλιών θα μπορούσε να μας επιτρέπει να συζητάμε περισσότερες επερωτήσεις σε μία συνεδρίαση. Πχ. Η ανάπτυξη του θέματος να γίνεται μόνο γραπτά, η απάντηση σε 10 λεπτά από 30 και οι επιπλέον τοποθετήσεις-ερωτήσεις σε 3 από 8. Τα υπόλοιπα κόμματα να έχουν χρόνο 5 λεπτά και πάλι απαντήσεις για ένα 10λέπτο. Αυτό σημαίνει περίπου 1,5 ώρα από πάνω από 3 ώρες που διαρκεί σήμερα.

Αυτό που δεν ξέρει ο πολίτης είναι ότι οι βουλευτές βασικά δεν ψηφίζουν. Με εξαίρεση τις ονομαστικές ψηφοφορίες δεν υπάρχει κουλτούρα ψηφοφοριών στον Ελληνικό κοινοβούλιο. Επειδή κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να εισαχθεί μονομιάς προτείνω την διενέργεια ψηφοφοριών στις συζητήσεις στην επιτροπή που το αποτέλεσμα δεν δεσμεύει την ολομέλεια. Έτσι διάταξη που απορρίφθηκε στην επιτροπή μπορεί να επανέλθει στην ολομέλεια. Παράλληλα θα πρέπει να τίθενται σε ψηφοφορία νομοθετικές βελτιώσεις, όπως πχ διαγραφή η προσθήκη λέξεων σε συγκεκριμένα κείμενα. Στην επιτροπή οφείλουμε να συζητάμε κάθε άρθρο ξεχωριστά κάνοντας στο τέλος της συζήτησης ψηφοφορία. Γι αυτό το λόγο και για να μην επαναληφθούν προηγούμενα λάθη θα πρέπει να χρησιμοποιείται το ηλεκτρονικό σύστημα ψηφοφοριών.

Τέλος πρέπει να αναθεωρήσουμε τους χρόνους ομιλίας. Οι χρόνοι που δίδονται στους ομιλητές ξεπερνούν την λογική της εποχής που θέλει λίγα λόγια και απλά. Έτσι προτείνω την μείωση όλων των χρόνων στον ήμισυ ξεκινώντας από τον πρωθυπουργό. Παράλληλα θα πρέπει να υπάρξει περιορισμός στην δυνατότητα της κυβέρνησης να μιλά και να απαντά σε κάθε ομιλητή, δικαίωμα που καταστρατηγεί την συζήτηση. Κάτι τέτοιο μπορεί να γίνεται μόνο με την ολοκλήρωση κύκλου ομιλητών. Μ αυτό τον τρόπο η συζήτηση θα γίνει πιο ζωντανή και βέβαια πιο οργανωμένη.

Υπάρχουν και άλλες σκέψεις που θα κάνουν το κοινοβούλιο μας πιο ζωντανό και παραγωγικό ώστε να υπηρετηθεί τόσο η έκφραση των πολιτών αλλά και να εξυπηρετηθεί η παραγωγή σωστών νόμων. Τέτοιες μπορεί να είναι η λειτουργία των επίτροπων για ακρόαση φορέων και ενδιαφερομένων πριν ακόμα ξεκινήσει η συζήτηση συγκεκριμένων ν/σ για τον απλούστατο λόγο ότι ένα ενημερωμένο κοινοβούλιο παίρνει καλύτερες αποφάσεις.

Τέλος η μεγαλύτερη αλλαγή που πρέπει να γίνει είναι στην φιλοσοφία ότι αν μία διάταξη νόμου δεν ψηφισθεί δεν σημαίνει απαραίτητα και την αμφισβήτηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Αμφισβήτηση υπάρχει μόνο όταν καταψηφίζονται στο σύνολο ν/σ που χαρακτηρίζουν την κυβερνητική πολιτική όπως ο προϋπολογισμός, η φορολογική πολιτική, το ασφαλιστικό ή μεγάλες κυβερνητικές πρωτοβουλίες, όπως η αλλαγή στην παιδεία κλπ. Με την καταψήφιση μίας διάταξης του αγορανομικού κώδικα π.χ. δεν σημαίνει ότι κινδυνεύει η κυβέρνηση αλλά μόνον ότι η συγκεκριμένη διάταξη δεν ωφελεί.