Ο Λεωνίδας Κύρκος επιχειρεί να καταγράψει  την πολιτική του ιστορία, μέσα από μια αφάνταστη καλοσύνη που τον διακρίνει ακόμα και για τους πολιτικούς του αντιπάλους. Αυτή η καλοσύνη που τον συνοδεύει μέχρι σήμερα  λειτούργησε και πολιτικά με τις προσωπικές  σχέσεις που ανέπτυξε με τους αρχηγούς των υπόλοιπων κομμάτων και άλλες μεγάλες προσωπικότητες του Ελληνικού κοινοβουλίου.

Είναι χαρακτηριστική η σκηνή που περιγράφει με τον ηγέτη της ακροδεξιάς Θεοτόκη, τον οποίο κατακεραύνωσε σε μια εξαιρετική ομιλία που έκανε στο Κοινοβούλιο, χαρακτηρίζοντας τον μάλιστα ως «την σημαδούρα της ακροδεξιάς στην Ελλάδα». Την επόμενη ημέρα ο ίδιος ο Θεοτόκης του έκανε μια κίνηση αβροφροσύνης στέλνοντας του ένα από τα βιβλία του με αφιέρωση προς τον Λεωνίδα Κύρκο.

Το επισημαίνω αυτό γιατί αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα και ένα ξεχωριστό δίδαγμα: Ακόμα και στον πιο σκληρό πολιτικό λόγο, αν διατηρήσεις την ευπρέπεια της προσωπικότητας μπορεί και ο αποδέκτης της κριτικής να αναγνωρίσει το μεγαλείο της ψυχής.  Αυτό για μένα είναι ένα από τα βασικά διδάγματα της πολιτικής παρουσίας του Λεωνίδα Κύρκου Ότι στην πολιτική πρέπει να είμαστε μεγαλόψυχοι, πρέπει να αγαπάμε και πρέπει να δείχνουμε αυτήν την καλοσύνη. Στην περίπτωση του Λεωνίδα Κύρκου το βάθος της ψυχής και το βάθος της αγάπης είναι πολύ μεγαλύτερο από την ίδια την πολιτική του παρουσία.

Το δεύτερο ξεχωριστό σημείο του βιβλίου είναι ότι μέσα από αυτήν την παρουσία βγαίνει η ανάγκη ή ίδια η αριστερά να αποκτήσει μια διαφορετική οπτική για τα πράγματα. Μακριά από την λογική που ήθελε την παρουσίαση της σοσιαλιστικής Ευρώπης, της μητέρας Ρωσίας και συντρόφου Στάλιν ως το πρότυπο και το υπόδειγμα για το σύγχρονο κόσμο. Είναι μια διαρκής αναζήτηση και ρήξη για το πώς θα βρούμε το καινούργιο, πως θα το αναγνωρίσουμε και πως θα το επικοινωνήσουμε. Γι’ αυτό και δεν αρνείται σε μια πάρα πολύ δύσκολη εποχή να πάει στο Λονδίνο στο Milton Park περιστοιχισμένος από πράκτορες της CIA και της Intelligent Service και άλλους ακαδημαϊκούς του αγγλοσαξονικού συντηρητισμού και να μιλήσει για τον Ευρωκομμουνισμό. Αυτή ήταν μια μεγάλη πρόκληση ιδιαίτερα για ένα πρόσωπο που προέρχεται από την Ελλάδα η οποία είχε στενάξει από τον εμφύλιο πόλεμο.

Το τρίτο στοιχείο που κατά κάποιο τρόπο μας συνδέει είναι ότι το βιβλίο αυτό το διάβασα πηγαίνοντας στο Πεκίνο. Ο Λεωνίδας Κύρκος αφιερώνει δύο κεφάλαια στο ταξίδι που έκανε το 1959 στην Κίνα με την ευκαιρία της επετείου των δέκα χρόνων από την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας. Στην επιστροφή μου σκεφτόμουν πόσο η Κίνα έχει αλλάξει πενήντα χρόνια μετά σε σχέση με την εικόινα που ο ίδιος ο Λεωνίδας Κύρκος περιγράφει. Τότε ένας από τους στόχους του κράτους και του Μαοϊκού καθεστώτος ήταν να εξαλείψει τις μύγες από την Κινεζική επικράτεια γιατί όπως περιγράφει όλοι οι Κινέζοι κυκλοφορούσαν με μια μυγοσκοτώστρα στο χέρι. Αυτό ευτυχώς δεν συμβαίνει σήμερα. Σήμερα η Κίνα έχει εξελιχθεί οικονομικά, βρίσκεται στα πρόθυρα να γίνει μια οικονομική αυτοκρατορία την οποία δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πριν από πενήντα χρόνια.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχουν αλλάξει ορισμένα καθεστωτικά χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα ο Λεωνίδας Κύρκος αναφέρει ότι το αεροπλάνο που επρόκειτο να τους μεταφέρει πίσω στην Ευρώπη συνετρίβει στο Ομσκ της Σοβιετικής Ένωσης και αυτό αποσιωπήθηκε από τα Μέσα Ενημέρωσης. Αυτό το στοιχείο θυμίζει την σημερινή Κίνα. Ακόμα και τώρα είναι ζητούμενο η ελευθερία του λόγου.  Να φανταστείτε ότι σήμερα που μιλάμε οι κρατικές αρχές έχουν απαγορέψει στους Κινέζους αντιφρονούντες να επισκεφθούν το Πεκίνο κατά την διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων. Και επειδή με ρωτήσατε κ. Κύρκο, ποιο είναι το ζητούμενο για την σημερινή Κίνα, θα σας έλεγα ότι είναι το ίδιο: «Να καταναλώνουν οι Κινέζοι πολίτες έστω και μια Κορινθιακή σταφίδα την ημέρα και να καπνίζουν ένα τσιγάρο από Ελληνικά καπνά».       

Θα ήθελα να αναφέρω δύο πράγματα σε σχέση με την σύγχρονη πολιτική ζωή. Το πρώτο το ανέφερε και ο κ. Φώτης Κουβέλης σε ότι αφορά το Θέμα των Σκοπίων και την γενναία στάση που κράτησε τότε ο Λεωνίδας Κύρκος. Έπρεπε να είχαν εισακουστεί οι φωνές για την ανάγκη εξεύρεσης ενός έντιμου συμβιβασμού. Για παράδειγμα δεν έπρεπε να πανηγυρίζουμε για την σύνοδο κορυφής στο Γκιμαράες της Πορτογαλίας με το σκεπτικό ότι όλοι οι Ευρωπαίοι συντάχθηκαν με το μέρος της Ελλάδας. Δεν έπρεπε να αφήσουμε τον χρόνο να περάσει. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα δεκαπέντε χρόνια μετά - και αφού έχουμε ξοδέψει ένα τεράστιο πολιτικό και διπλωματικό κεφάλαιο - να ψάχνουμε να βρούμε τρόπους επικοινωνίας.

Κλείνοντας θα ήθελα να διαβάσω ένα απόσπασμα από το Βιβλίο: «Μήπως ήρθε η ώρα σε μια γενικότερη προσπάθεια εκκαθάρισης του παρελθόντος να ανοίξουν και τα αρχεία του ΓΕΣ για να κλείσουμε τον τραγικό φάκελο της Μακρονήσου, για να αναπαυθούν οι ψυχές των αδικοσκοτωμένων; Όχι με πνεύμα εκδίκησης αλλά αυτογνωσίας και Δικαιοσύνης». Νομίζω ότι αυτό δεν είναι ζητούμενο. Είναι για μας τους νεότερους το ηθικό καθήκον προκειμένου η Δημοκρατία μας να αναπτύσσεται και εδραιώνεται ακόμα περισσότερο και να μην αποτελεί ζητούμενο η καθημερινή λειτουργία της.